Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 συνιστά όχι μόνο ένα κορυφαίο γεγονός της ελληνοτουρκικής ιστορίας, αλλά και ένα διαχρονικό πεδίο ανταγωνιστικής ιστορικής νοηματοδότησης. Η σημασία της υπερβαίνει τη στρατιωτική έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, καθώς συμπυκνώνει τρεις αλληλένδετες διαστάσεις –τη διάλυση της ελληνικής παρουσίας στην Ιωνία, τη συγκρότηση της κεμαλικής Τουρκίας ως κυρίαρχου εθνικού κράτους και τη μεταγενέστερη πολιτική αξιοποίηση του 1922 ως ιδρυτικού συμβόλου.
Η ιστορική ακολουθία των γεγονότων είναι κρίσιμη για την κατανόηση αυτής της συμβολικής φόρτισης. Η είσοδος των κεμαλικών δυνάμεων στη Σμύρνη στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 ακολούθησε τη διάλυση του ελληνικού μετώπου και την αποχώρηση των ελληνικών πολιτικών-στρατιωτικών αρχών. Τις επόμενες ημέρες σημειώθηκαν λεηλασίες και βιαιοπραγίες, ενώ στις 13 Σεπτεμβρίου εκδηλώθηκε η μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε σημαντικό μέρος των ελληνικών και αρμενικών συνοικιών. Η καταστροφή εντάσσεται έτσι σε μια ευρύτερη διαδικασία βίαιου μετασχηματισμού της κοινωνικής και εθνοτικής γεωγραφίας της δυτικής Μικράς Ασίας.
Η ερμηνεία των γεγονότων απαιτεί παράλληλα την ένταξή τους στο πλαίσιο της ελληνικής στρατηγικής αποτυχίας (Διονύσιος Τσιριγώτης, Η Ελληνική Στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922). Μετά τον Νοέμβριο του 1920, η ελληνική πολιτική ηγεσία δεν αναπροσάρμοσε επαρκώς τους σκοπούς της προς το δυσμενώς μεταβαλλόμενο διπλωματικό, οικονομικό και στρατιωτικό περιβάλλον. Η επάνοδος του Κωνσταντίνου, η αποδυνάμωση της συμμαχικής υποστήριξης και η αναστολή των διασυμμαχικών πιστώσεων περιόρισαν τη δυνατότητα συνέχισης μιας ήδη εκτεταμένης στρατιωτικής επιχείρησης. Οι προειδοποιήσεις του Αριστείδη Στεργιάδη για το ανοχύρωτο της Σμύρνης και την ανάγκη αμυντικής αναδίπλωσης και συμμαχικής παρέμβασης καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος είχε αναγνωριστεί χωρίς να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.
Ακριβώς λόγω αυτής της πολυεπίπεδης σημασίας, το 1922 απέκτησε διαφορετική θέση στη συλλογική μνήμη των δύο κρατών. Για την ελληνική ιστορική συνείδηση, η Σμύρνη συνδέεται με τον ξεριζωμό, την απώλεια της Ιωνίας και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Στην επίσημη τουρκική αφήγηση, αντιθέτως, η 9η Σεπτεμβρίου εντάσσεται στο ιδρυτικό αφήγημα του Εθνικού Αγώνα και σηματοδοτεί την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε μια «εχθρική κατοχή».
Η σύγχρονη τουρκική πολιτική ρητορική αποτυπώνει καθαρά αυτή τη λειτουργία της μνήμης. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέλαβε την επίσημη φόρμουλα περί «απελευθέρωσης της Σμύρνης από την εχθρική κατοχή», εντάσσοντας το γεγονός στη συνέχεια του κεμαλικού Εθνικού Αγώνα. Η διατύπωση εγγράφει το 1922 σε ένα σταθερό ερμηνευτικό σχήμα: εξωτερική επέμβαση, απειλή κατά της εθνικής κυριαρχίας, στρατιωτική κινητοποίηση και αποκατάσταση της πολιτικής αυτονομίας. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε το τουρκικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, παρουσιάζοντας τη Σμύρνη ως τόπο όπου ο Εθνικός Αγώνας «στέφθηκε με νίκη».
Ακόμη εντονότερη υπήρξε η ρητορική του Devlet Bahçeli, ο οποίος παρουσίασε την 9η Σεπτεμβρίου 1922 ως στιγμή συντριβής του «ιμπεριαλισμού». Η αναφορά μετατοπίζει το γεγονός από το επίπεδο μιας διμερούς σύγκρουσης σε ένα ευρύτερο ιδεολογικό σχήμα αντιπαράθεσης μεταξύ εξωτερικής επιβολής και εθνικής αυτονομίας. Η Ελλάδα του 1919-1922 εμφανίζεται όχι μόνο ως στρατιωτικός αντίπαλος, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος ξένης πίεσης επί της Ανατολίας. Η αναπαράσταση αυτή παρέχει ένα ιστορικά νομιμοποιημένο πλαίσιο μέσω του οποίου η στρατηγική αυτονομία και η αντίσταση σε εξωτερικούς περιορισμούς μπορούν να παρουσιαστούν ως συνέχεια μιας δικαιωμένης εθνικής στάσης.
Υπό το πρίσμα της θεωρίας των στρατηγικών αφηγημάτων, η λειτουργία αυτή αποκτά ιδιαίτερη αναλυτική σημασία. Τα στρατηγικά αφηγήματα δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα· συγκροτούν πλαίσια εντός των οποίων ορισμένες πολιτικές επιλογές εμφανίζονται ως θεμιτές ή αναγκαίες. Η Σμύρνη προσφέρει στην τουρκική πολιτική κουλτούρα ένα συμπυκνωμένο σχήμα ⸱ξένη εισβολή, απειλή εθνικού ακρωτηριασμού, αντίσταση, στρατιωτική νίκη και ανάκτηση κυριαρχίας. Η επανενεργοποίησή του δεν αποδεικνύει γραμμική αιτιώδη σχέση μεταξύ του 1922 και της σύγχρονης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η ιστορική μνήμη λειτουργεί ως ερμηνευτικό και νομιμοποιητικό υπόβαθρο, προσφέροντας ένα κοινωνικά οικείο λεξιλόγιο για την κατανόηση-αιτιολόγηση στρατηγικών επιλογών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η διάκριση μεταξύ διαφορετικών χρονικών και ρητορικών επιπέδων. Σε παλαιότερη δήλωσή του, ο Ερντογάν είχε αποδώσει την καταστροφή και την πυρπόληση της Σμύρνης στον «εχθρό που διέφυγε», υποστηρίζοντας ότι ο υποχωρών ελληνικός στρατός είχε καταστρέψει την πόλη. Η θέση αυτή δεν ταυτίζεται με τη διατύπωση του Σεπτεμβρίου 2026, όπου το κεντρικό σχήμα περιορίστηκε στην «απελευθέρωση από την εχθρική κατοχή». Η διάκριση είναι ουσιώδης, επειδή επιτρέπει να απομονωθεί η σταθερή ιδεολογική δομή της επίσημης αφήγησης από τις επιμέρους ρητορικές κλιμακώσεις.
Υπό αυτή την οπτική, η Σμύρνη λειτουργεί ως πεδίο σύνδεσης ιστορικής μνήμης και στρατηγικής κουλτούρας. Για την τουρκική πλευρά, το 1922 αποτελεί παράδειγμα αποτελεσματικής εθνικής κινητοποίησης απέναντι σε μια διεθνώς υποστηριζόμενη απειλή και απόδειξη ότι η κυριαρχία διασφαλίζεται όταν η πολιτική βούληση συνδυάζεται με στρατιωτική ισχύ. Για την ελληνική στρατηγική σκέψη, αντιθέτως, η Μικρασιατική Καταστροφή παραμένει παράδειγμα των συνεπειών της διάστασης μεταξύ πολιτικού σκοπού και διαθέσιμων μέσων, της αποσύνδεσης στρατιωτικής δράσης και διπλωματικής υποστήριξης και της αδυναμίας έγκαιρης προσαρμογής σε μεταβαλλόμενο συσχετισμό ισχύος.
Το ουσιώδες αναλυτικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η ιστορία επαναλαμβάνεται ούτε αν το 1922 προδιαγράφει μηχανιστικά τη σύγχρονη τουρκική συμπεριφορά. Το κρίσιμο είναι να διερευνηθεί πώς η επιλεκτικά οργανωμένη μνήμη του παρελθόντος ενσωματώνεται στη στρατηγική κουλτούρα και μετατρέπεται σε απόθεμα πολιτικής νομιμοποίησης. Στην περίπτωση της Σμύρνης, η μνήμη της νίκης, της ήττας και της καταστροφής εξακολουθεί να προσφέρει κατηγορίες μέσω των οποίων νοηματοδοτούνται η κυριαρχία, η απειλή, η στρατιωτική ισχύς και η εθνική αυτονομία. Το 1922 επιβιώνει επειδή επανερμηνεύεται διαρκώς υπό τις απαιτήσεις του παρόντος. Έτσι, η ιστορική μνήμη δεν αναπαράγει απλώς το παρελθόν, αλλά οργανώνει πολιτικές προσλήψεις του παρόντος και διαμορφώνει τα όρια στρατηγικής νομιμοποίησης της κρατικής δράσης.