Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στον απόηχο της 36ης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, σε ένα  ταραχώδες διεθνές περιβάλλον όπου η μετατόπιση ισχύος από τον παγκόσμιο Βορρά προς τον παγκόσμιο Νότο παγιώνεται ως κυρίαρχη ΜΕγατάση (Megatrend), η Συμμαχία επιδιώκει να ενισχύσει τη στρατηγική της θέση και τη διεθνή της νομιμοποίηση, προβάλλοντας την εικόνα ενός «πιο ισχυρού και πιο δίκαιου» ΝΑΤΟ διευρύνοντας την επιχειρησιακή της εμβέλεια.

Η προοπτική εγκαθίδρυσης νέου στρατηγείου στην Τουρκία (Άδανα), με αποστολή τον επιχειρησιακό έλεγχο της νοτιοανατολικής Μεσογείου, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τις εσωτερικές ισορροπίες της Συμμαχίας, αλλά επηρεάζει ευρύτερα τον περιφερειακό συσχετισμό ισχύος. Ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις από περιφερειακούς δρώντες, με το Ισραήλ να εκφράζει σαφή και κατηγορηματική αντίθεση, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τις στρατηγικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή.

Advertisement
Advertisement

Παράλληλα, η Ελλάδα εγείρει ζητήματα ισορροπίας δυνάμεων και θεσμικής συνοχής της Συμμαχίας, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση του στρατηγικού ρόλου της Τουρκίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συμπεριφορά της ως συμμάχου. Υπό το πρίσμα αυτό, η Αθήνα επικαλείται θεμελιώδεις αρχές του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, όπως η υποχρέωση ειρηνικής επίλυσης διαφορών (Άρθρο 1) και η αποχή από την απειλή ή χρήση βίας κατά άλλου συμμάχου, καθώς και το πνεύμα συλλογικής άμυνας και αλληλεγγύης που απορρέει από το Άρθρο 5. Στο πλαίσιο αυτό, οι πρακτικές που αποκλίνουν από τις ανωτέρω αρχές και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ συμμάχων δημιουργούν εύλογες επιφυλάξεις ως προς την περαιτέρω θεσμική και επιχειρησιακή αναβάθμιση της Τουρκίας εντός της Συμμαχίας. Ως εκ τούτου, η συζήτηση για τη γεωστρατηγική αναδιάταξη του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ανάγκη διασφάλισης της συνοχής, της αξιοπιστίας και της κανονιστικής συνέπειας της Συμμαχίας.

Μέσα σε αυτή την διαμορφούμενη  «γεωπολιτική γεωγραφία», η Ευρωπαϊκή Ένωση επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της επιχειρώντας να ισορροπήσει μεταξύ της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας, των αυξανόμενων ΝΑΤΟϊκών απαιτήσεων – συμπεριλαμβανομένου του νέου στόχου για δαπάνες έως και 5% του ΑΕΠ σε άμυνα και ασφάλεια – και της ανάγκης της για στρατηγική  αυτονομία.  Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια ιδιότυπη «διελκυστίνδα», όπου, από τη μία πλευρά, το πολιτικό όραμα της ενωσιακής ολοκλήρωσης – και, συνακόλουθα, της στρατηγικής της αυτονομίας – έρχεται αντιμέτωπο με τα επιμέρους συμφέροντα των κρατών‑μελών της. Από την άλλη πλευρά, η Ένωση καλείται να αναμετρηθεί με έναν σκληρό γεωπολιτικό ρεαλισμό, καθώς δεν είναι ακόμη σε θέση να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη διασφάλιση της ασφάλειας και την πλήρη υπεράσπιση των συνόρων της, χωρίς την υποστήριξη της διατλαντικής Συμμαχίας

Η Κούρσα των εξοπλισμών

Άλλωστε, η κούρσα των αμυντικών εξοπλισμών με τις αμυντικές βιομηχανίες να κυριαρχούν στην Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ  και τις εντεινόμενες αμυντικές δαπάνες –με τις ΗΠΑ να ξεπερνούν το 1,32 τρις δολάρια– αποτυπώνουν μια κούρσα που αναδιαμορφώνει την αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη και τη γειτονία της. Στην ίδια κίνηση, μεγάλες ευρωπαϊκές και νατοϊκές δυνάμεις όπως η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Πολωνία και ο Καναδάς αυξάνουν σημαντικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η στρατιωτική ισχύς επανέρχεται ως κεντρικό κριτήριο γεωπολιτικής επιρροής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία –με δαπάνες περί τα 48 δισ. ευρώ– έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή που εκτείνεται από τη Νότια Ασία έως την Ανατολική Αφρική, κεφαλαιοποιώντας τον ρόλο της στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ (Μαύρη Θάλασσα, Μέση Ανατολή, προσφυγικό, Ουκρανία) και ζητώντας αντισταθμιστικά οφέλη και στην ευρωπαϊκή άμυνα. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα, με αύξηση αμυντικών δαπανών της τάξης του 5,33% –περί τα 8,69 δισ. Ευρώ φθάνοντας το συνολικό Π/Υ του εξοπλιστικού προγράμματος στα 28 δις  ευρώ με απόφαση ΚΥΣΕΑ– επιχειρεί να κατοχυρώσει θέση πυλώνα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και να διασφαλίσει ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας δεν θα μετατραπεί σε μοχλό υπονόμευσης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Αυτές οι κινήσεις, ωστόσο, δεν γεννούν μόνο νέες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά διαμορφώνουν και μια επικίνδυνη παγίδα για την ευρωπαϊκή συνοχή: η ΕΕ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον γεωπολιτικό ρεαλισμό και στις αξιακές της αρχές, ακριβώς τη στιγμή που οι πιέσεις για «ενσωμάτωση» της Τουρκίας σε σχήματα όπως το SAFE δοκιμάζουν τα όρια της στρατηγικής της αυτονομίας.

Η «παγίδα SAFE» για την ΕΕ βρίσκεται στο δίλημμα μεταξύ γεωπολιτικού ρεαλισμού και αξιακής συνέπειας: η πίεση για ενσωμάτωση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά σχήματα άμυνας, επικαλούμενη τη στρατηγική της θέση, οδηγεί σε σταδιακή αποδοχή μιας χώρας που διατηρεί θεσμοθετημένο casus belli απέναντι σε κράτος‑μέλος και αμφισβητεί την κυριαρχία του.  Η τουρκική πίεση δεν είναι μόνο διπλωματική αλλά και συμβολική καθώς στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η Τουρκία επιδίωξε  να κεφαλαιοποιήσει τον ρόλο της στη Συμμαχία και να επιμείνει στη συμμετοχή της και στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική ασφάλειας, δημιουργώντας ένα πλέγμα διασυνδεδεμένων πιέσεων προς την ΕΕ και τα κράτη‑μέλη που επιμένουν στη γραμμή του διεθνούς δικαίου.

Advertisement

Η σθεναρή ελληνική στάση και ο κίνδυνος ευρωπαϊκής ασυνέπειας

Από την πλευρά της η ελληνική  κυβέρνηση,  έχει καταστήσει σαφές προς κάθε κατεύθυνση , με δημόσιες δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, ότι δεν μπορεί να συναινέσει στη συμμετοχή της Τουρκίας σε SAFE όσο παραμένει σε ισχύ το κοινοβουλευτικό casus belli του 1995 και συνεχίζεται η αμφισβήτηση της κυριαρχίας ελληνικών νησιών στο Αιγαίο.   Η ελληνική θέση στηρίζεται σε μία απλή αρχή: μια χώρα που απειλεί πολεμικά κράτος‑μέλος και εργαλειοποιεί «γκρίζες ζώνες» δεν πληροί τις πολιτικές προϋποθέσεις για να επωφεληθεί από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αμυντικών συστημάτων, ούτε μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος εταίρος σε ένα σχήμα ευρωπαϊκής άμυνας.

Η σθεναρή ελληνική στάση, παρά τις πιέσεις από ισχυρές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, δεν είναι απλή διπλωματική αγκύλωση· είναι υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής. Η ευρωπαϊκή αμυντική ολοκλήρωση δεν νομιμοποιείται να προχωρήσει ερήμην των συμφερόντων και των ανησυχιών εκείνων των κρατών-μελών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των απειλών. Μια αρχιτεκτονική ασφάλειας που χτίζεται πάνω από τα κεφάλια των πιο εκτεθειμένων κρατών δεν ενισχύει την Ένωση· την αποδυναμώνει από μέσα.

Τι σημαίνει αυτό για την ΕΕ και ποια είναι η προειδοποίηση

Η ευρωπαϊκή «παγίδα» συνίσταται στον κίνδυνο να οικοδομηθεί μια αμυντική αρχιτεκτονική όπου κράτη‑μέλη καλούνται ουσιαστικά να αποδεχτούν ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα της Τουρκίας υπερισχύει των δικών τους κυριαρχικών δικαιωμάτων και του ευρωπαϊκού αξιακού κεκτημένου. Αν η ΕΕ νομιμοποιήσει τη συμμετοχή μιας χώρας που εξακολουθεί να απειλεί με πόλεμο εναντίον κράτους‑μέλους, ανοίγει ένα επικίνδυνο προηγούμενο: ότι η ευρωπαϊκή άμυνα μπορεί να βαδίσει πάνω σε «ζώνες εξαίρεσης» του διεθνούς δικαίου, εφόσον αυτό εξυπηρετεί την συγκυριακή ισορροπία δυνάμεων.

Advertisement

Το μήνυμα προς τις Βρυξέλλες είναι, γι’ αυτό, σαφές. Αν το SAFE μετατραπεί σε εργαλείο άτυπης αναβάθμισης της Τουρκίας, χωρίς αντίστοιχη εξισορρόπηση προς όφελος των κρατών-μελών που αντιμετωπίζουν άμεσες και υπαρξιακές απειλές, τότε η ΕΕ δεν θα ενισχύσει την ασφάλειά της· θα υπονομεύσει τη δική της συνοχή και θα προσβάλει τον ίδιο τον στόχο μιας δίκαιης και ασφαλούς ευρωπαϊκής τάξης. Η αμυντική ολοκλήρωση δεν μπορεί να βασίζεται σε συναλλαγές που αγνοούν ποιος πληρώνει το τίμημα της γειτνίασης με την αναθεωρητική δύναμη.

Και εδώ εντοπίζεται ο ουσιαστικός κίνδυνος που εμπεριέχει η «συναλλακτική λογική»: Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζει τη διαπραγμάτευση της ασφάλειάς της μέσα από το πρίσμα της ισορροπίας ισχύος και όχι μέσα από το πρίσμα των αξιακών αρχών που τη συγκροτούν, αυτή η προσέγγιση  όχι μόνο υπονομεύει συστημικά το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αλλά ταυτίζεται -ουσιαστικά αποδίδοντας το ίδιο το υποστηρικτικό της υπόβαθρο- με τη δογματική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία επιχειρεί συναφή αποδόμηση κάθε έννοιας σεβασμού του διεθνούς δικαίου.

Εφόσον η Ένωση δεν αναδείξει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό αντίστασης απέναντι σε αυτή τη νέα, «ρεαλιστική» τάξη των ισχυρών, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος διεθνής ή περιφερειακός δρων δύναται να αναλάβει τον ρόλο του θεματοφύλακα του Διεθνούς Δικαίου, αναδεικνύοντας τον εαυτό του σε δρώντα «παγκόσμιας κανονιστικής ισχύος» (Normative Global Actorness);

Advertisement

Δρ Ελευθερία Φτακλάκη

Διεθνολόγος – Στρατηγικός Αναλυτής /

Διεθνής & Ευρωπαϊκή Πολιτική

Advertisement

Strategic Foresight/AI / Science Diplomacy

Advertisement