Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Δρ. Πάρις Α. Φωκαΐδης Καθηγητής, Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Frederick, Κύπρος

*

Advertisement
Advertisement

Η ενεργειακή φτώχεια στην Ευρωπαϊκή ήπειρο είχε συνδεθεί επί δεκαετίες με την ανεπαρκή θέρμανση των κτηρίων. Στην νότια Ευρώπη εντούτοις, ο ορισμός αυτός δεν είναι επαρκής, όπου η δυνατότητα διατήρησης μιας κατοικίας σε ασφαλή θερμοκρασία κατά τους θερινούς μήνες εξελίσσεται σε κρίσιμο κοινωνικό, ενεργειακό και υγειονομικό ζήτημα.

Η θερινή ενεργειακή φτώχεια ορίζεται ως η αδυναμία ενός νοικοκυριού να διατηρεί, με οικονομικά προσιτό τρόπο, ανεκτές εσωτερικές θερμοκρασίες κατά τις περιόδους υψηλής θερμικής επιβάρυνσης. Ο ορισμός περιλαμβάνει τα νοικοκυριά τα οποία δεν έχουν κλιματιστικό, αλλά και εκείνα που έχουν παλαιό ή αναποτελεσματικό εξοπλισμό, που ψύχουν μόνο ένα δωμάτιο, που διακόπτουν τη λειτουργία του συστήματος λόγω κόστους ή που υπερθερμαίνονται παρά τη σημαντική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Η θερινή ενεργειακή φτώχεια είναι πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο συνδέεται ταυτόχρονα με τις κλιματικές συνθήκες, τα χαρακτηριστικά του κτηρίου, την τεχνική επάρκεια των συστημάτων και την οικονομική δυνατότητα του νοικοκυριού να τα χρησιμοποιεί. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (JRC), το 26% των νοικοκυριών στη Νότια Ευρώπη δεν μπορούσε να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς δροσερή κατά το καλοκαίρι του 2022, ενώ στο χαμηλότερο εισοδηματικό κλιμάκιο, το ποσοστό πλησίαζε το 35%.

Η υποκατανάλωση ψύξης ως αθέατη μορφή ενεργειακής φτώχειας

Μία από τις βασικές δυσκολίες στη μέτρηση της θερινής ενεργειακής φτώχειας είναι ότι η χαμηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτελεί πάντοτε ένδειξη ενεργειακής αποδοτικότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υποδηλώνει ακριβώς το αντίθετο: ότι ένα νοικοκυριό περιορίζει τη χρήση του κλιματισμού, όχι επειδή δεν τον χρειάζεται, αλλά επειδή αδυνατεί να καλύψει το σχετικό κόστος. Το κρίσιμο μέγεθος, επομένως, δεν είναι μόνο η ενέργεια που καταναλώνεται, αλλά και η ενέργεια που θα ήταν αναγκαία για τη διατήρηση ασφαλών και αποδεκτών συνθηκών και η οποία τελικά δεν καταναλώνεται για οικονομικούς λόγους. Η διαφορά αυτή μπορεί να περιγραφεί ως υποκατανάλωση ψύξης ή ανεκπλήρωτη ανάγκη ψύξης. Η διάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη στις συμβατικές στατιστικές. Οι λογαριασμοί καταγράφουν την πραγματική κατανάλωση, όχι όμως την ανάγκη που δεν καλύφθηκε. Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση της θερινής ενεργειακής φτώχειας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στα επίπεδα κατανάλωσης ή στη δαπάνη για ηλεκτρισμό. Πρέπει να συνεκτιμά τις εσωτερικές θερμοκρασίες, τις ώρες λειτουργίας των συστημάτων ψύξης, την έκταση της κατοικίας που ψύχεται και το κατά πόσο η χρήση περιορίζεται λόγω κόστους.

Το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (JRC), ανέδειξε ότι το 57,5% των νοικοκυριών που δήλωναν αδυναμία επαρκούς θέρμανσης τον χειμώνα αντιμετώπιζαν επίσης δυσκολίες να διατηρήσουν την κατοικία τους δροσερή το καλοκαίρι. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 72%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι, για σημαντικό μέρος του πληθυσμού, η ενεργειακή φτώχεια δεν αποτελεί εποχικό αλλά ετήσιο φαινόμενο. Συνδέεται ταυτόχρονα με το διαθέσιμο εισόδημα, την ποιότητα του κτηρίου και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων θέρμανσης και ψύξης.

Από τις τοπικές δράσεις σε ένα συνεκτικό πλαίσιο καταγραφής

Στην Ελλάδα έχουν υλοποιηθεί σειρά τοπικών και περιφερειακών δράσεων διάγνωσης και αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας, αρκετές από τις οποίες υποστηρίχθηκαν από τον ευρωπαϊκό Συμβουλευτικό Κόμβο για την Ενεργειακή Φτώχεια (EPAH). Οι παρεμβάσεις αυτές εφαρμόστηκαν σε διαφορετικούς γεωγραφικούς και κοινωνικούς τύπους περιοχών. Οι πρώτες δύο προσκλήσεις τεχνικής βοήθειας οδήγησαν σε συνεργασίες με περίπου 85 τοπικές αρχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο τη διάγνωση, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή δράσεων.

Advertisement

Στις σχετικές καταγραφές της ενεργειακής φτώχειας στην Ελλάδα, η θερινή διάσταση αποτυπώνεται πλέον μέσα από ένα ευρύτερο σύνολο μεταβλητών και όχι μόνο από την ύπαρξη ή μη κλιματιστικού. Εξετάζονται, μεταξύ άλλων, το είδος και η επάρκεια του συστήματος ψύξης, η μέση εσωτερική θερμοκρασία κατά τους θερινούς μήνες, η δυνατότητα ψύξης όλων των χρησιμοποιούμενων χώρων, το κόστος λειτουργίας και συντήρησης, καθώς και η ικανότητα διατήρησης επιθυμητών και σχετικά ομοιόμορφων συνθηκών στο εσωτερικό της κατοικίας.

Παράλληλα, σε συναφείς διαγνώσεις χρησιμοποιούνται περισσότερο ποσοτικοποιημένοι δείκτες, όπως οι βαθμοημέρες ψύξης, το ποσοστό κατοικιών με μέση θερινή εσωτερική θερμοκρασία άνω των 28°C, η ύπαρξη εξοπλισμού ψύξης και η αδυναμία διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Αντίστοιχα, στην Κύπρο έχουν αναπτυχθεί διαφορετικές δράσεις από το Ενεργειακό Γραφείο Κύπρου, το οποίο αποτελεί εθνικό εταίρο του EPAH. Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τεχνική βοήθεια σε τοπικές αρχές και ευάλωτα νοικοκυριά, προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, υποστήριξη ατόμων με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες και έργα όπως το ASSERT, που εστιάζει σε άτομα με σωματικές αναπηρίες και συνδυάζει την ενεργειακή φτώχεια με τις επιπτώσεις των ακατάλληλων συνθηκών κατοικίας στην υγεία.

Advertisement

Πολιτικές μεταρρυθμίσεις και Μεσογειακό πρωτόκολλο

Το πραγματικό έλλειμμα, επομένως, δεν είναι η απουσία γνώσης, δράσεων ή καταγραφής, αλλά η εδραίωση ενός μόνιμου και αντιπροσωπευτικού εθνικού συστήματος παρακολούθησης της θερινής ενεργειακής φτώχειας, το οποίο να συνδυάζει κοινωνικά στοιχεία, ενεργειακή κατανάλωση, πραγματικές εσωτερικές θερμοκρασίες, χαρακτηριστικά του κτηρίου και δεδομένα δημόσιας υγείας.

Αναγκαία μεταρρύθμιση αποτελεί η ενσωμάτωση της θερινής ενεργειακής φτώχειας στα εθνικά πλαίσια παρακολούθησης. Ο σχετικός δείκτης θα πρέπει να καταγράφει και να συνδυάζει τη διάρκεια της υπερθέρμανσης, τη νυχτερινή θερμική καταπόνηση, το κόστος ψύξης ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος, τον περιορισμό της χρήσης λόγω κόστους, την ποιότητα της κατοικίας και την παρουσία ηλικιωμένων, ατόμων με αναπηρία ή χρόνιες παθήσεις.

Θα πρέπει επίσης να επιχειρηθεί μετάβαση από τις αποκλειστικά αυτοαναφερόμενες απαντήσεις σε πραγματικές μετρήσεις. Αισθητήρες χαμηλού κόστους σε αντιπροσωπευτικό δείγμα κατοικιών θα μπορούσαν να καταγράφουν τις ώρες υπέρβασης κρίσιμων θερμοκρασιών, τη συμπεριφορά του κτηρίου κατά τη νύχτα, τη διαφορά χαμηλών και ψηλών ορόφων, και τη διαφοροποίηση μεταξύ διαφορετικού τύπων κτηρίου.

Advertisement

Σημαντικότερη τεχνική μεταρρύθμιση είναι η ουσιαστική ενσωμάτωση του κινδύνου υπερθέρμανσης στους οικοδομικούς κανονισμούς. Χρειάζονται δυναμικές αξιολογήσεις υπερθέρμανσης, αυστηρότερες δεσμευτικές απαιτήσεις εξωτερικής σκίασης, ιδιαίτερη προστασία των εκτεθειμένων δωμάτων, και αξιολόγηση της ικανότητας του κτηρίου να διατηρεί ανεκτές συνθήκες ακόμη και κατά τη διακοπή της ηλεκτροδότησης.

Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να διαμορφώσουν ένα κοινό μεσογειακό πρωτόκολλο μέτρησης και αντιμετώπισης της θερινής ενεργειακής φτώχειας, χωρίς να αγνοούν τις διαφορετικές κλιματικές, κοινωνικές και θεσμικές τους συνθήκες. Η Ελλάδα διαθέτει εμπειρία από διαφορετικές δημοτικές και νησιωτικές εφαρμογές, ενώ η Κύπρος, λόγω της μακρύτερης περιόδου ψύξης, της μεγάλης εξάρτησης από τον κλιματισμό και της μικρότερης κλίμακας διοίκησης, μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο συστηματικής εθνικής εφαρμογής. Η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν είναι πλέον μια μελλοντική απειλή, αλλά αποτελεί ένα ήδη μετρήσιμο κοινωνικό φαινόμενο. Το επόμενο βήμα δεν θα πρέπει να είναι άλλη μία αποσπασματική δράση, αλλά η μετατροπή της διαθέσιμης γνώσης σε σταθερή πολιτική, με δεδομένα, συγκρίσιμους δείκτες και κτήρια σχεδιασμένα για το κλίμα στο οποίο πραγματικά ζούμε.

Advertisement
Advertisement