Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

19 Μαΐου 1919. Ο Μουσταφά Κεμάλ διορίζεται από το Σουλτάνο στη θέση του Στρατιωτικού Επιθεωρητή των Ανατολικών Επαρχιών, μετά την αποβίβασή του στη Σαμψούντα. Είναι το σημείο εκκίνησης της οργάνωσης των ορδών της Ανατολίας υπό το εθνικιστικό αφήγημα, προκειμένου να «εκκαθαριστεί» η Μικρά Ασία από αλλοεθνείς.

Έως τα μέσα του 19ου αιώνα, ο εθνικισμός ήταν ένα ξενόφερτο ιδεολόγημα, το οποίο δεν έβρισκε απήχηση μεταξύ των μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συνεπώς, προκειμένου να δημιουργήσει εθνικό κράτος, ο Κεμάλ όφειλε πρωτίστως να εξασφαλίσει το έδαφος και για να το πετύχει, έπρεπε να απαλλαγεί από τις «στρατηγικές απειλές». Με άλλα λόγια, η κινητοποίηση των μουσουλμάνων για να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους υπολοίπους ετεροπροσδιοριζόμενους πληθυσμούς πραγματοποιήθηκε με άξονα το Ισλάμ. Ο Κεμάλ πολέμησε και προχώρησε σε γενοκτονίες υπό το αφήγημα του «Έθνους του Ισλάμ».

Advertisement
Advertisement

Τούτο σημαίνει ότι η ισλαμική ταυτότητα ενυπάρχει στη δημόσια σφαίρα της Τουρκίας είτε ανεπίσημα είτε επίσημα και σε διαφορετικά επίπεδα ορατότητας σε ολόκληρη τη διαχρονία. Παράλληλα, καλλιεργείται και το εθνικιστικό αφήγημα ως ιδεοταυτοτικό κεκτημένο της κεμαλικής περιόδου, καθότι η αναμφίλεκτη πραγματικότητα του διεθνούς συστήματος των εθνών-κρατών εξαναγκάζει την ελίτ στην Άγκυρα να ευθυγραμμίζεται τόσο με τον Τουρκικό όσο και με το Ισλάμ.

Η Τουρκία, ως ένα νεότευκτο εθνοκράτος του ενός αιώνα, αντιμετώπισε σειρά δυσκολιών πριν εγκολπώσει την εν λόγω διττή ταυτότητα και μέχρι ενός σημείου, ακόμη τις αντιμετωπίζει. Η πιο αξιοσημείωτη συνεισφορά του Ερντογάν στη χώρα του είναι η επισημοποίηση και εδραίωση της τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης, το εγχείρημα θεσμοποίησης της οποίας ξεκίνησε μετά το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 και το Σύνταγμα του 1982 και κληρονομήθηκε μετέπειτα από το νεοοθωμανισμό.

Ο Ερντογάν κατάφερε να μετατρέψει το ιδεολόγημά του σε «εθνική επιταγή». Ο δικός του ορισμός περί αντιπάλων και σκοπών της Τουρκίας, καθώς και υπό επίκληση μέσων, έχει καταστεί καθολικά αποδεκτός από το τουρκικό πολιτικό σύστημα. Τα πολιτικά κόμματα δε διαγκωνίζονται για τη θέση της Τουρκίας ως προς τη Δύση ή την Ανατολή, αλλά πλειοδοτούν επί της στρατηγικής, που ο Ερντογάν έχει χαράξει σταδιακά μετά το 2002 και την άνοδό του στην εξουσία.

Η επιτυχία του έγκειται σε ό,τι προαναφέρθηκε περί συμπόρευσης Τουρκισμού και Ισλάμ, με τον Ερντογάν να συγχρονίζεται ιστορικά, στρατηγικά, εκλογικά, πραγματιστικά. Γι’ αυτό και η αποχώρησή του από την εξουσία δε θα σημάνει την αλλαγή στρατηγικής της Τουρκίας. Η ζωή μετά τον Ερντογάν θα συνεχίσει ίδια και απαράλλακτη όσον αφορά τη ρητορική, τις θέσεις, τη στρατηγική συμπεριφορά της Άγκυρας, τις αντιπαλότητες, τους μακροπρόθεσμους σκοπούς.

Δεδομένου ότι οι ηγετικές ικανότητες έχουν τη σημασία τους, η στέρηση της Τουρκίας από το ταλέντο του Ερντογάν ενδέχεται να έχει συνέπειες, που θα αφορούν τους από καιρού εις καιρόν τακτικούς ελιγμούς. Όμως, η μακρόπνοη στρατηγική θα παραμείνει σταθερή καθώς ταυτίζεται με την ιδιοσυστασία της Τουρκικής Δημοκρατίας, με τα αίτια και τα αιτιατά της ίδρυσής της.

Πρακτικά, η Τουρκία θα εξακολουθήσει να συμπεριφέρεται υπό τον ευσεβή πόθο της «αυτοκρατορίας» επιχειρώντας να ηγηθεί του μουσουλμανικού κόσμου και να αποκτήσει τη θέση Μεγάλης Δύναμης, ισότιμης με τις υπόλοιπες του διεθνούς συστήματος. Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί να ευοδωθεί, με την Τουρκία «κλεισμένη» στη μικρασιατική ενδοχώρα δίχως «Γαλάζια Πατρίδα» και απρόσκοπτή πρόσβαση στις ανοιχτές θάλασσες και γι’ αυτό, θα θίγει πάντοτε την Ελλάδα. Δεν μπορεί να καταστεί περιφερειακός ηγέτης αγνοώντας την Κύπρο, που αποτελεί – όπως ομολογούσε ο Νταβούτογλου – το σημαντικότερο γεωπολιτικό σταυροδρόμι του πλανήτη. Η στρατηγική πρωτοκαθεδρία στο μουσουλμανικό κόσμο είναι ανέφικτη δίχως τη σύγκρουσή της με το Ισραήλ και μάλιστα, με όσο «πιο θεατρικό» τρόπο μπορεί να αυτό να συμβεί.

Advertisement

Το στοιχείο του «ηγετικού ταλέντου» είναι πάντοτε σημαντικό, αν και η Τουρκία του Ερντογάν έχει πραγματοποιήσει βήματα ώστε να περιορίσει την επίδρασή του στη μακροπρόθεσμη στρατηγική της χώρας μέσω της θεσμικής οργάνωσης του συστήματος λήψης αποφάσεων. Η Άγκυρα έχει χρηματοδοτήσει και συγκροτήσει ένα ευρύ πλέγμα οργάνων, τα οποία «υπενθυμίζουν» διαρκώς τις στρατηγικές δεσμεύσεις της.

Αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία (5 τουρκικές εταιρείες μεταξύ των 100 κορυφαίων παγκοσμίως), ενισχυμένη διπλωματική παρουσία (4ο πιο διευρυμένο δίκτυο με 134 πρεσβείες και 81 γενικά προξενεία), πρόταξη της πολιτιστικής διπλωματίας (τίτλος της «πιο γενναιόδωρης χώρας στον κόσμο» επειδή διαθέτει το 0,95% του Α.Ε.Π. της, τη στιγμή που ο Ο.Η.Ε. προβλέπει στόχο ύψους 0,70%, για τους συγκεκριμένους σκοπούς) και διευρυμένες εμπορικές σχέσεις ιδίως με τα ισλαμικά κράτη (εξαπλασιασμός εξαγωγών κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες) παρωθούν την Τουρκία προς συγκεκριμένες αποφάσεις, οι οποίες επικυρώνουν την αναθεωρητική επιλογή της. Τουτέστιν, εκτός από ιδιοσυστατικά και κοσμοθεωρητικά, η Τουρκία είναι παγίως αναθεωρητική επειδή οι εγκαθιδρυθείσες από τον Ερντογάν δομές ανατροφοδοτούν την ανάγκη παρεμβατισμού της.

Στην περίπτωση της Λιβύης, τα εμπορικά και επενδυτικά κέρδη δε θα ήταν εφικτά, αν η Τουρκία δε βρισκόταν στην Al-Watiya και στο λιμένα της Misrata και αν δεν ασκούσε μια διεθνοδικαιϊκά απαράδεκτη πολιτική στην Ανατολική – που φθάνει έως και την Κεντρική (!) – Μεσόγειο. Οι πωλήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar έως και στην Υποσαχάρια Αφρική συνδέεται άμεσα με τα αποτελέσματα της επιχειρησιακής χρήσης των εν λόγω μέσων στους πολέμους του Αρτσάχ του 2020 και του 2023. Τα ανωτέρω παραδείγματα καταδεικνύουν ότι ο αναθεωρητισμός και η παρεμβατική στρατηγική πέραν των συνόρων ανατροφοδοτεί το σύστημα εξουσίας στην Άγκυρα (πολιτικό και οικονομικό), το οποίο με τη σειρά του φροντίζει να βασίζει την κυριαρχία του στα κατώτερα – τουρκο-ισλαμικά – ένστικτα της κοινωνίας. Υπό τους συγκεκριμένους όρους, η Τουρκία τείνει να καταστεί ερντογανική με ό,τι αυτό σημαίνει για την επόμενη ημέρα της αποχώρησης του Ερντογάν από την εξουσία, όποτε αυτή επέλθει.

Advertisement

Για τους ίδιους λόγους, καθίσταται και ιδιαιτέρως ανεδαφική η ανάλυση της τουρκικής στρατηγικής με άξονα τους διακομματικούς διαγκωνισμούς στη «Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση», καθότι αυτοί αφορούν αποκλειστικά τη ρητορική διαπάλη και δεν επεκτείνονται σε δυνητική ή πραγματική αλλαγή της συμπεριφοράς. Μπορούν να εγκλωβίσουν τα συστήματα λήψης αποφάσεων σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία κλιμάκωσης αλλά, για να υπάρξουν διαφορετικές εξελίξεις στο πεδίο, απαιτείται… παρτενέρ όπως στο τανγκό.