Γράφει ο Αριστοτέλης Σταμούλας Διευθυντής Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταναλωτή Ελλάδας
*
Το νέο Θεματολόγιο για τους καταναλωτές με ορίζοντα το 2030 («2030 Consumer Agenda») της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που εγκρίθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2025, δεν συνιστά απλώς επικαιροποίηση του προηγούμενου Θεματολογίου, το οποίο διαδέχεται, αλλά μια σημαντική μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής από τον «προστατευόμενο» στον «ενδυναμωμένο» καταναλωτή· από τον καταναλωτή ως παθητικό αποδέκτη προστασίας, στον καταναλωτή ως ενεργητικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι 450 εκατομμύρια καταναλωτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η καταναλωτική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένου του διασυνοριακού εμπορίου, θεωρούνται κινητήριος δύναμη της Ενιαίας Αγοράς. Και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο επίπεδο του στρατηγικού σχεδιασμού και της χάραξης μακροπρόθεσμης πολιτικής, που αποτυπώνεται στο γεγονός ότι η προστασία των καταναλωτών θεωρείται λιγότερο ως κόστος για τις επιχειρήσεις και περισσότερο ως προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και υγιούς ανταγωνισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής φιλοσοφίας αποτελεί ο θεσμός της εμπορικής εγγύησης, η οποία διακρίνεται πλέον σαφέστερα από τη νόμιμη ευθύνη του πωλητή για την αποκατάσταση ελλείψεων συμμόρφωσης των αγαθών προς τη σύμβαση πώλησης, ενώ μπορεί να παρέχεται με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται κάθε φορά στη σχετική δήλωση και ακόμα περισσότερο, όταν πρόκειται για πρόσθετη επί πληρωμή κάλυψη, να αποτελεί κρίσιμο συστατικό στοιχείο της εμπορικής πολιτικής των προμηθευτών.
Μια τέτοια διάκριση είναι διπλά επωφελής, δεδομένου ότι θωρακίζει την προστασία των καταναλωτών και ενισχύει τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά, ακριβώς επειδή ξεχωρίζει το ελάχιστο -εξασφαλιζόμενο από τον νόμο- επίπεδο προστασίας των καταναλωτών από την πρόσθετη αξία που μπορούν να τους προσφέρουν ελεύθερα οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της πώλησης. Ο καταναλωτής γνωρίζει ποια δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα εκ του νόμου, έτσι ώστε να μην χρειάζεται απαραιτήτως να αγοράσει κάποια επιπλέον παροχή για να τα προστατεύσει, ενώ την ίδια στιγμή η εμπορική εγγύηση μετατρέπεται σε εργαλείο ουσιαστικής διαφοροποίησης των επιχειρήσεων, μεταφέροντας τον ανταγωνισμό πάνω από αυτό το ελάχιστο επίπεδο προστασίας, στο πεδίο των πρόσθετων υπηρεσιών μετά την αγορά.
Η μετατόπιση του επιχειρηματικού ανταγωνισμού στο πεδίο της εμπορικής εγγύησης εξυπηρετεί, ταυτόχρονα, με έναν λειτουργικό τρόπο το όραμα της Οδηγίας 2024/1799 σχετικά με την ενδυνάμωση του δικαιώματος των καταναλωτών στην επισκευή των αγαθών (right to repair), εξασφαλίζοντας ευρύτερη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών, τεχνική υποστήριξη σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου και επιτυγχάνοντας, παράλληλα, την επιμήκυνση του κύκλου ζωής των προϊόντων. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, η επισκευή δεν αποτελεί απλώς εναλλακτικό ή δευτερεύων τρόπο αποκατάστασης ενός ελαττωματικού προϊόντος, αλλά συνδέεται με μια ευρύτερη μετατόπιση της καταναλωτικής πολιτικής από τη λογική της αντικατάστασης προς τη λογική της διατήρησης, της ανθεκτικότητας, της μεγαλύτερης διάρκειας ζωής και χρησιμότητας των αγαθών, αντανακλώντας έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της σύγχρονης ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη βιωσιμότητα, την κυκλική οικονομία και τη μείωση των αποβλήτων (με αντίστοιχα τεράστια και προφανή οφέλη για την προστασία του περιβάλλοντος).
Με το νέο Θεματολόγιο, η προστασία του καταναλωτή συνδέεται πλέον πολύ πιο άμεσα και με την ψηφιακή οικονομία, η οποία απαιτεί νέα εργαλεία για πρακτικές και μεθοδεύσεις που η υφιστάμενη καταναλωτική νομοθεσία δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει επαρκώς. Στο επίκεντρο βρίσκονται, κυρίως, τα σκοτεινά μοτίβα και ο εθιστικός ψηφιακός σχεδιασμός, δηλαδή διάφορες παραπλανητικές διαδικτυακές πρακτικές και διεπαφές χρήστη (user interfaces) που προκαλούν ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές μεγιστοποίησης της διαδικτυακής ενασχόλησης εις βάρος της οικονομικής, σωματικής και ψυχικής ευημερίας των καταναλωτών.
Εδώ το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην κλασική αντιμετώπιση της εξαπάτησης των καταναλωτών από συνήθεις αθέμιτες και επιθετικές εμπορικές πρακτικές (π.χ. αναληθείς διαφημίσεις, ψευδείς δωρεάν προσφορές, συνεχείς και ανεπιθύμητες οχλήσεις, κ.λπ.), που ήδη καλύπτονται επαρκώς από την υφιστάμενη νομοθεσία, αλλά εκτείνεται στη θέσπιση πιο προχωρημένων κανόνων προς εξασφάλιση ότι το ψηφιακό περιβάλλον θα σχεδιάζεται με τρόπο που δεν θα εκμεταλλεύεται τις γνωστικές αδυναμίες και τα κενά των πολιτών στον ηλεκτρονικό αλφαβητισμό.
Πρόσφατα, φερ’ ειπείν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Meta παραβιάζει την Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Κανονισμός 2022/2065) με την υπερβολική εστίαση σε λειτουργίες στο Instagram και το Facebook, όπως η αυτόματη αναπαραγωγή (autoplay), η απέραντη κύλιση (infinite scroll) και οι εξατομικευμένες προτάσεις, παραβλέποντας την ανάγκη επαρκούς αξιολόγησης των κινδύνων που εγκυμονεί αυτός ο εθιστικός σχεδιασμός των εφαρμογών για τη σωματική και ψυχική υγεία των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων και ευάλωτων ενηλίκων.
Συναφώς, ο προβληματισμός για την ταχεία εξάπλωση και διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινότητα δεν αντιμετωπίζεται ως ένας μεμονωμένος πυλώνας, αλλά διατρέχει οριζόντια τη νέα πολιτική. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι στη σύγχρονη εποχή δεν θα πρέπει να μας απασχολεί μόνο αν ένα προϊόν είναι αυθεντικό ή ασφαλές, εάν ένας έμπορος λειτουργεί νόμιμα ή αν μια διαφήμιση είναι αληθής, αλλά, επιπλέον, και ο βαθμός στον οποίο η «αλγοριθμική κατασκοπεία» κατορθώνει να υπεισέρχεται και να διεισδύει ανεπαίσθητα στον καθορισμό της αγοραστικής συμπεριφοράς και στην καθοδήγηση των καταναλωτικών αναγκών (π.χ. ποιος και με ποιον τρόπο αποφασίζει τι θα δει ο καταναλωτής στην οθόνη του, ποια τιμή θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά του για να τον δελεάσει, ποιος πραγματικά -άνθρωποι με αληθινή εμπειρία από την πραγματοποίηση αγορών ή bots- κρύβεται πίσω από τις αξιολογήσεις προϊόντων, κ.λπ.).
Γίνεται αντιληπτό ότι η επόμενη γενιά καταναλωτικού δικαίου θα ασχολείται όλο και περισσότερο με την αλγοριθμική επιρροή στην καταναλωτική συμπεριφορά και θα λέγαμε, μάλιστα, ότι η πραγματική πρόκληση της «2030 Consumer Agenda» δεν θα είναι πόσες νέες Οδηγίες ή εφαρμοστικοί Κανονισμοί θα εκδοθούν, αλλά αν και κατά πόσο οι ευρωπαϊκές και εθνικές αρχές θα αποκτήσουν εκείνη την αναβαθμισμένη επιχειρησιακή δυνατότητα και το τεχνολογικό know-how να ελέγχουν ικανοποιητικά τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, τους αλγόριθμους και, γενικά, τις νέες (αόρατες και επικίνδυνες) μορφές καταναλωτικής χειραγώγησης.
Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην επιβολή, που από πρακτικής άποψης είναι ίσως το πιο σημαντικό εργαλείο για τους φορείς καταναλωτικής προστασίας που λειτουργούν στα κράτη-μέλη ως national enforcement bodies με ρυθμιστικές και κανονιστικές αρμοδιότητες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι δεν αρκεί να υπάρχουν καλογραμμένα δικαιώματα στο χαρτί, αλλά χρειάζονται και πιο συντονισμένοι έλεγχοι, τόσο εντός των κρατών-μελών, αλλά και διακρατικά, με μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών, καθώς επίσης ουσιαστικότερη αξιοποίηση κρίσιμων πληροφοριακών δικτύων δεδομένων (π.χ. ECC-Net, external alerts σχετικά με επικίνδυνες εμπορικές δραστηριότητες ή συστηματικές παραβάσεις, κοινοποιήσεις Safety Gate, κ.λπ.), αλλά και πιο ισχυροποιημένα όργανα ταχείας αποκατάστασης (redress) των καταναλωτών.
Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, αυτή την τελευταία και πολύ κρίσιμη διάσταση καταναλωτικής προστασίας, η Οδηγία 2013/11 για την εναλλακτική (εξωδικαστική) επίλυση των καταναλωτικών διαφορών αναθεωρείται και εκσυγχρονίζεται με ουσιαστικό τρόπο, ώστε ο επιτυχημένος αυτός θεσμός να ανταποκρίνεται ακόμα καλύτερα στη νέα πραγματικότητα των ψηφιακών αγορών και να μεγεθύνει την αποτελεσματικότητά του. Η συγκεκριμένη προσπάθεια στηρίζεται, πρωτίστως, στην αναγνωρισμένη ανάγκη διεύρυνσης της έννοιας της καταναλωτικής διαφοράς, ώστε να καλύπτει ευρύτερα τα ψηφιακό αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και περιπτώσεις όπου ο καταναλωτής συναλλάσσεται χωρίς να πληρώνει χρηματικό τίμημα (π.χ. με αντάλλαγμα προσωπικά δεδομένα), όπως και ορισμένες άλλες διαφορές που εκ φύσεως ανακύπτουν κατά το προσυμβατικό στάδιο των συναλλαγών (π.χ. παραπλανητική παρουσίαση τιμών, έλλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα υπαναχώρησης, αδιαφανείς γενικοί όροι συναλλαγών, αθέτηση προσυμβατικών δεσμεύσεων, κ.λπ.).
Πρόκειται για ουσιώδη ανακατεύθυνση, δεδομένου ότι το σύγχρονο καταναλωτικό περιβάλλον δεν αναπτύσσεται πλέον μόνο στις παραδοσιακές αγορές προϊόντων, αλλά και στην προμήθεια ηλεκτρονικών εφαρμογών, συνδρομητικών και cloud υπηρεσιών, καθώς επίσης σε συναλλαγές μέσα από επιγραμμικές πλατφόρμες και, γενικότερα, στο περιβάλλον ολόκληρων ψηφιακών οικοσυστημάτων.
Με τη νέα δέσμη πολιτικών μέτρων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο λαμβάνεται, επιπλέον, σοβαρά υπόψη η νέα πραγματικότητα του ηλεκτρονικού και παγκοσμιοποιημένου εμπορίου, δεδομένου ότι η προστασία που παρέχουν οι φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών προβλέπεται να εκτείνεται ακόμα και πέρα από τα στενά όρια της ενδοενωσιακής αγοράς, ιδίως στις συναλλαγές με επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες (π.χ. Κίνα), ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες και κατά εμπόρων εγκατεστημένων εκτός της Ένωσης, εφόσον κατευθύνουν τις δραστηριότητές τους προς τα κράτη-μέλη.
Η «2030 Consumer Agenda» επαναπροσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό τη σχέση του πολίτη με την ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά, καθώς και με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις νέες αναπτυσσόμενες μορφές κινδύνου και επιρροής. Η ουσιαστική ισχυροποίηση των καταναλωτών, η διαφάνεια και ο έλεγχος των αλγοριθμικών αυθαιρεσιών, η αυστηρότερη θεσμική επιβολή των κανόνων, η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και η εδραίωση ευέλικτων εξωδικαστικών λύσεων δεν είναι πια συμπληρωματικές δράσεις ενός συνδυαστικού πλέγματος προστασίας, αλλά βασικές προϋποθέσεις για μια ανταγωνιστική, δίκαιη, ασφαλή και αξιόπιστη Ενιαία Αγορά.
Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας και η επιτυχία αυτού του φιλόδοξου εγχειρήματος δεν θα κριθούν μόνο από την παραγωγή περισσότερων κανόνων, αλλά και από την ικανότητα της αποτελεσματικής εφαρμογής τους σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οικοσύστημα (ψηφιακό, διασυνοριακό, παγκόσμιο) της αγοράς με τη συνεργασία και του εμπορικού κόσμου, του οποίου ο βαθμός θετικής ανταπόκρισης και συμμόρφωσης στα νέα μέτρα θα καθορίσει, εν πολλοίς, αν ο «ενδυναμωμένος καταναλωτής» του 2030 θα είναι μια καθημερινή πραγματικότητα ή απλώς θα παραμείνει μια διακηρυγμένη πολιτική πρόθεση.