Εν μέσω μεγάλων στρατηγικών ανακατατάξεων, πολλά ζητήματα, όπως το Κυπριακό και η εφαρμογή των προνοιών του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο, βρίσκονται στην πιο κρίσιμη φάση των τελευταίων δεκαετιών. Αναφορικά με τις πρωτοβουλίες για το Κυπριακό, κρίθηκε σκόπιμο να υπάρξει μία ακόμη παρέμβαση, η παρούσα.
Απευθυνόμενος στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και στον νέο αντιπρόσωπο της ΕΕ για τις διαπραγματεύσεις του Κυπριακού, τονίστηκε ότι, για αντικειμενικούς νομικούς, θεσμικούς, πολιτικούς και στρατηγικούς λόγους, αφενός τα Ηνωμένα Έθνη χρήζει να προσεγγίσουν το μείζον αυτό ζήτημα με όρους συμβατούς με τις υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου και με τις πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και, αφετέρου, η ΕΕ, συνεκτιμώντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) είναι πλήρες κράτος-μέλος, χρήζει να υιοθετήσει θέσεις συμβατές με τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα.
Αυτονόητα, προτού άλλα κράτη και οι διεθνείς θεσμοί τηρήσουν μια τέτοια στάση, επιτάσσεται οι θέσεις αυτές να αποτελέσουν κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή της ελληνικής πλευράς.
Αντίστοιχα και ανάλογα με τις επιστολές προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και τον νέο αντιπρόσωπο της ΕΕ, κ. Ραφαέλ Φίττο, γράφτηκε και αναρτήθηκε σημείωμα στην αγγλική γλώσσα, το οποίο κοινοποιήθηκε στους ευρωβουλευτές και σε πολλούς αξιωματούχους της ΕΕ:
Κρίθηκε επίσης αναγκαίο να επισυναφθούν δύο αρχεία. Τα δύο αυτά αρχεία, μαζί με συνοδευτικό εισαγωγικό σημείωμα, έχουν αποσταλεί στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, στον νέο αντιπρόσωπο της ΕΕ και στους ευρωβουλευτές.
Το πρώτο αφορά τη μελέτη για τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα του Διεθνούς Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων, η οποία έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ελληνικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά. Το δεύτερο είναι δοκίμιο του υπογράφοντος, γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού της Εταιρείας Διεθνών Σχέσεων και Διεθνούς Δικαίου.
Μόνος σκοπός των διαπραγματεύσεων, στις οποίες την πρωτοβουλία έχουν ο ΟΗΕ και η ΕΕ, είναι ο τερματισμός των παράνομων τετελεσμένων της παράνομης τουρκικής εισβολής του 1974. Μόνο ο τερματισμός των παράνομων τετελεσμένων μπορεί να οδηγήσει σε ειρηνικές σχέσεις, σταθερότητα, ασφάλεια και βιωσιμότητα του κυπριακού κράτους στο μέλλον.
Το κοινοτικό κεκτημένο
Σημειώνεται το πολύ θετικό γεγονός ότι, διόλου τυχαία, τα παράνομα τετελεσμένα δεν αναγνωρίστηκαν επί 52 χρόνια, ότι η προσπάθεια νομιμοποίησής τους με το σχέδιο του 2004 απορρίφθηκε από την κυπριακή κοινωνία και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία το 2004 έγινε πλήρες κράτος-μέλος της ΕΕ, με σαφή επιβεβαίωση στην Πράξη Προσχώρησης ότι εντάσσεται ολόκληρη η επικράτειά της.
Όπως ρητά ορίστηκε στην Πράξη Προσχώρησης, μετά την ένταξη «η ΕΕ είναι έτοιμη να προσαρμόσει τους όρους επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος στη βάση των αρχών που δημιούργησαν την ΕΕ, και η ένταξη θα αποβεί προς όφελος όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, διευκολύνοντας έτσι την αποκατάσταση της ειρήνης».
Το κοινοτικό κεκτημένο, εφαρμοσμένο στην Κύπρο, οδηγεί σε ειρήνη, σταθερότητα και βιώσιμο κράτος. Αυτή την πολύτιμη θέση της ΕΕ πόσο και πώς την αξιοποιεί διαπραγματευτικά η ελληνική πλευρά, ώστε να επιτευχθεί βιώσιμη διευθέτηση του Κυπριακού;
Επειδή η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτη-μέλη της ΕΕ, πότε και πώς απαίτησαν το ευρωπαϊκό κεκτημένο να αποτελέσει επίσημη θέση της ΕΕ, ώστε να «προσαρμόσει τους όρους επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος στη βάση των αρχών που δημιούργησαν την ΕΕ, και η ένταξη να αποβεί προς όφελος όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, διευκολύνοντας έτσι την αποκατάσταση της ειρήνης»;
Το ίδιο ερώτημα τίθεται, βεβαίως, για τα κράτη-μέλη της ΕΕ και τους θεσμούς της.
Το πρώτο συνημμένο αρχείο τιτλοφορείται «A principled basis for a just and lasting Cyprus settlement in the light of International and European Law» («Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο»).
Γράφτηκε από το Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων, το οποίο δημιουργήθηκε από την Πανελλήνια Επιτροπή για Ευρωπαϊκή Λύση του Κυπριακού. Στις εργασίες συμμετείχαν επτά ειδικοί επιστήμονες από το εξωτερικό και πέντε Έλληνες ερευνητές και αναλυτές, ενώ πρόεδρος ήταν ο αείμνηστος συνταγματολόγος καθηγητής Γιώργος Κασιμάτης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, την ίδια εποχή κατά την οποία υπήρχαν έξωθεν αθέατες χρηματοδοτήσεις για την υποστήριξη του σχεδίου που θα καταργούσε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα δημιουργούσε ένα προβληματικό κρατίδιο, τα έξοδα πρόσκλησης και φιλοξενίας των επιστημόνων από το εξωτερικό καλύφθηκαν από Έλληνες. Στην προσπάθεια συνέβαλαν και Έλληνες πανεπιστημιακοί, διαθέτοντας για τον σκοπό αυτό τους μισθούς τους.
Η έκθεση αποτελεί μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή και ερμηνεία των νομικών και θεσμικών πτυχών του Κυπριακού ζητήματος και εξετάζει τις προϋποθέσεις για ένα ειρηνικό και βιώσιμο κράτος στην Κύπρο.
Στο συνέδριο συμμετείχε και ο Alfred de Zayas, ένας από τους πλέον ειδικούς στο ζήτημα του εγκλήματος πολέμου του εποικισμού, ο οποίος στη συνέχεια έγραψε το δοκίμιο «The Annan Plan and the Implication of Turkish Settlers in Northern Cyprus».
Το δεύτερο συνημμένο άρθρο είναι του υπογράφοντος, γραμμένο στα αγγλικά και δημοσιευμένο στον τόμο 11, 2024-2025, του περιοδικού της Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, με τίτλο «Republic of Cyprus: International and European Rule of Law as a Cornerstone of Peace, Stability and a Viable State» («Κυπριακή Δημοκρατία: Η διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα ως ακρογωνιαίος λίθος ειρήνης, σταθερότητας και βιώσιμου κράτους»).
Σε αυτό υπογραμμίζεται η μεγάλη σημασία του γεγονότος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες κράτος-μέλος της ΕΕ, καθώς παρέχονται πολύτιμες προϋποθέσεις για την επίτευξη συμφωνίας για ένα βιώσιμο κράτος, οι πρόνοιες του οποίου θα είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό νομικό και πολιτικό κεκτημένο.
Διεθνής νομιμότητα και ποιος μιλά για καθεστώς «διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας» και μάλιστα με «πολιτική ισότητα»
Στο άρθρο περιγράφονται και ερμηνεύονται σημαντικές πτυχές που αφορούν τη διεθνή νομιμότητα, όπως αυτή ορίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, τον ακριβή ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας, τις υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένες αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1974, του 1975, του 1983 και του 1984 για την παράνομη τουρκική εισβολή και τα παράνομα τετελεσμένα του 1974.
Ρητά αναγνωρίζεται η Κυπριακή Δημοκρατία ως το μόνο κράτος στην Κύπρο και ρητά καθίσταται σαφές ότι οι διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να επηρεαστούν από τα παράνομα τετελεσμένα ούτε αυτά να αποτελέσουν προϋπόθεση συμφωνίας.
Στο σημείο αυτό χρήζει να αναφερθεί ποιος είναι, όταν παραβιάζεται η διεθνής τάξη, ο ακριβής ρόλος του ΟΗΕ, του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Γενικού Γραμματέα και των αντιπροσώπων του.
Όπως ρητά αναφέρεται στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, ο ρόλος του σημαντικού αυτού διεθνούς οργανισμού και των αντιπροσώπων του είναι η αποκατάσταση της διεθνούς τάξης, χωρίς καμία δικαιοδοσία υποδείξεων για το εσωτερικό καθεστώς ενός κυρίαρχου κράτους.
Επειδή ο ρόλος του Συμβουλίου Ασφαλείας συνίσταται στη διαφύλαξη της διεθνούς τάξης και της διεθνούς ασφάλειας και επειδή, εξ αντικειμένου, δεν έχει δικαιοδοσία για το εσωτερικό καθεστώς των κυρίαρχων κρατών-μελών, οι μόνες ισχύουσες αποφάσεις είναι οι αποφάσεις του 1974, του 1975, του 1983 και του 1984.
Αντίθετα, δεν μπορεί να θεωρούνται ισχύουσες οι μεταγενέστερες αναφορές σε καθεστώς «διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας» και μάλιστα με «πολιτική ισότητα» σε διχαστική εθνική βάση, η οποία αναπόδραστα, πρώτον, νομιμοποιεί τον επιτιθέμενο και τα τετελεσμένα και, δεύτερον, δημιουργεί ένα μη βιώσιμο κράτος υπό τουρκική επικυριαρχία, που αναπόφευκτα οδηγεί σε διενέξεις και πόλεμο.
Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν έχει δικαιοδοσία να καταγράφει τις υποχωρήσεις του θύματος, όταν ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας, παρά τις προαναφερθείσες αποφάσεις, μέχρι και το 1984 δεν μερίμνησαν ώστε να ληφθούν μέτρα αποκατάστασης της διεθνούς τάξης.
Το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επί δεκαετίες, μετά το 1984, προσέρχεται σε διαδοχικές διαπραγματεύσεις όπου, με το «πιστόλι των παράνομων στρατευμάτων στον κρόταφο», υποχρεώνεται να συζητά και να υποχωρεί, καθώς και το γεγονός ότι, μολαταύτα, μετά από μισό αιώνα δεν δέχθηκε να τις επικυρώσει με νέα Συνθήκη, απαιτείται να συνεκτιμάται δεόντως.
Σε κάθε περίπτωση, αυτές τις υποχωρήσεις η κυπριακή κοινωνία τις απέρριψε στο δημοψήφισμα του 2004 και, όπως ήδη τονίστηκε, πριν και μετά το 2004 δεν προχώρησε στην επικύρωσή τους με Συνθήκη.
Αυτό σημαίνει, αφενός, ότι το μόνο αναγνωρισμένο κράτος συνεχίζει να είναι η Κυπριακή Δημοκρατία και, αφετέρου, ότι, όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ, η μόνη αρμοδιότητα του Συμβουλίου Ασφαλείας και των αντιπροσώπων του ΟΗΕ είναι η αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας.
Για το εσωτερικό καθεστώς της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αναρμόδιοι και στερούνται δικαιοδοσίας. Αρμόδιοι είναι οι νόμιμοι πολίτες του κυπριακού κράτους.
Εξηγώντας τα ψηφίσματα
Με συντομία και για να γίνει πιο κατανοητή η σημασία των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1974, του 1975, του 1983 και του 1984, ο πολύ σημαντικός ρόλος του ΟΗΕ και τα όρια της δικαιοδοσίας του Συμβουλίου Ασφαλείας, όταν οι αποφάσεις του είναι συμβατές με τον Καταστατικό Χάρτη, παρατίθενται ορισμένα σημεία που αφορούν τη διεθνή νομιμότητα.
Απόφαση 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας, 20 Ιουλίου 1974: Υπενθυμίζοντας το ψήφισμα 186 του 1964, «καλεί όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου» και ζητεί «τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία» και «αποχώρηση χωρίς καθυστέρηση από την Κυπριακή Δημοκρατία του ξένου στρατιωτικού προσωπικού».
Ψήφισμα 360 του 1974, 16 Αυγούστου 1974: Καλεί σε «διαπραγματεύσεις που ζητεί στο ψήφισμα 353 του 1974, των οποίων το αποτέλεσμα δεν θα πρέπει να παρεμποδιστεί ή να προδικαστεί από την απόκτηση πλεονεκτημάτων ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων».
Ψήφισμα 367 του 1975, 12 Μαρτίου 1975: Καλεί «για άλλη μια φορά όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Κυπριακής Δημοκρατίας» και τα καλεί επειγόντως, όπως και τα ενδιαφερόμενα μέρη, να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο, καθώς επίσης και από οποιαδήποτε απόπειρα διχοτόμησης της νήσου ή ένωσής της με οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Εκφράζει, επίσης, τη λύπη του για τη μονομερή απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1975, η οποία διακηρύσσει ότι τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας θα καταστεί «Ομόσπονδο Τουρκικό Κράτος», και επισημαίνει ότι τα τετελεσμένα δεν προδικάζουν «την τελική πολιτική διευθέτηση του προβλήματος της Κύπρου».
Ψήφισμα 541 του 1983, 18 Νοεμβρίου 1983: Αναφέρεται στη διακήρυξη των τουρκοκυπριακών αρχών που εκδόθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1983 και η οποία φέρεται να δημιουργεί ανεξάρτητο κράτος στη βόρεια Κύπρο.
Θεωρεί ότι η διακήρυξη αυτή είναι ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη του 1960 για την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» είναι άκυρη και θα συμβάλει στην επιδείνωση της κατάστασης στην Κύπρο.
Το ψήφισμα:
- Αποδοκιμάζει τη διακήρυξη των τουρκοκυπριακών αρχών για τη δήθεν απόσχιση τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Θεωρεί την πιο πάνω διακήρυξη νομικά άκυρη και ζητεί την ανάκλησή της.
- Ζητεί την επείγουσα και αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφισμάτων 365 του 1974 και 367 του 1975 και καλεί όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ψήφισμα 550 του 1984, 11 Μαΐου 1984: Εκφράζει σοβαρή ανησυχία για τις περαιτέρω αποσχιστικές ενέργειες στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες παραβιάζουν το ψήφισμα 541 του 1983.
Αναφέρεται στη δήθεν ανταλλαγή πρεσβευτών μεταξύ της Τουρκίας και της νομικά άκυρης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», στη σχεδιαζόμενη διεξαγωγή «συνταγματικού δημοψηφίσματος» και «εκλογών», καθώς και σε άλλες ενέργειες ή απειλές για ενέργειες που αποσκοπούν στην περαιτέρω παγίωση του δήθεν ανεξάρτητου κράτους και στη διαίρεση της Κύπρου.
Εκφράζει, επίσης, βαθιά ανησυχία για τις απειλές εποικισμού των Βαρωσίων από άτομα άλλα από τους κατοίκους τους.
Το ψήφισμα:
- Καταδικάζει όλες τις αποσχιστικές ενέργειες, περιλαμβανομένης της δήθεν ανταλλαγής πρεσβευτών μεταξύ της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, τις κηρύσσει παράνομες και άκυρες και ζητεί την άμεση ανάκλησή τους.
- Επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το δήθεν κράτος της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» που εγκαθιδρύθηκε με τις αποσχιστικές ενέργειες και τα καλεί να μη διευκολύνουν ή να βοηθήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την προαναφερθείσα αποσχιστική οντότητα.
- Θεωρεί τις απόπειρες εποικισμού οποιουδήποτε τμήματος των Βαρωσίων από άτομα άλλα από τους κατοίκους τους απαράδεκτες και ζητεί τη μεταβίβαση της περιοχής αυτής στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών.
Τα ψηφίσματα αυτά συγκροτούν ένα σαφές πλαίσιο διεθνούς νομιμότητας: επιβεβαιώνουν την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, απορρίπτουν ως παράνομη και άκυρη την αποσχιστική οντότητα στα κατεχόμενα και ορίζουν ότι τα τετελεσμένα που δημιουργήθηκαν με τη στρατιωτική βία δεν μπορούν να προδικάσουν την τελική διευθέτηση του Κυπριακού.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσο αυτό το ισχυρό νομικό και πολιτικό πλαίσιο αξιοποιήθηκε από την ελληνική και την κυπριακή πλευρά στις διαπραγματεύσεις των τελευταίων δεκαετιών — ζήτημα που εξετάζεται στο δεύτερο μέρος.