Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και σχεδόν μία δεκαετία μετά το Κραν Μοντανά, το Κυπριακό βρίσκεται ξανά σε κίνηση. Όχι όμως ακόμη σε διαπραγμάτευση. Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Η νέα κινητικότητα δεν δημιουργήθηκε από το μηδέν με τις τελευταίες πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σταδιακής επαναφοράς του διαλόγου που άρχισε μετά την εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν τον Οκτώβριο του 2025 και ενισχύθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 μέσα από επανειλημμένες συναντήσεις των δύο ηγετών, την ενεργό διαμεσολάβηση της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα Μαρία Άνχελα Ολγκίν και μια σειρά περιορισμένων αλλά συγκεκριμένων Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Το Μάιο, ο Ειδικός Αντιπρόσωπος του ΓΓ και επικεφαλής της UNFICYP Khassim Diagne μιλούσε ήδη για «περιορισμένη αλλά ουσιαστική» πρόοδο. Η συνολική εξέλιξη της διαδικασίας αποτυπώνεται στην αποτίμηση του Security Council Report για το Κυπριακό.
Η επανεκκίνηση επίσημων διαπραγματεύσεων, ωστόσο, δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς τις παραμέτρους, τη σειρά των βημάτων και τις εγγυήσεις μιας νέας διαδικασίας.
Ο χρόνος μεταβάλλει το ίδιο το πρόβλημα
Συχνά αντιμετωπίζουμε τον χρόνο στο Κυπριακό σαν να διατηρεί απλώς ένα άλυτο πρόβλημα σε εκκρεμότητα. Δεν συμβαίνει αυτό. Ο χρόνος μεταβάλλει το ίδιο το πρόβλημα.
Οι γενιές που έζησαν σε μια κοινή Κύπρο λιγοστεύουν. Νέες γενιές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων έχουν μεγαλώσει μέσα σε συνθήκες διαίρεσης. Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες εκατέρωθεν της Πράσινης Γραμμής αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αυτονομία. Και κάθε αποτυχημένος γύρος συνομιλιών ενισχύει την αντίληψη ότι το status quo, όσο προβληματικό και αν είναι, μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον.
Αλλά η ακινησία δεν είναι ουδέτερη. Όσο περνά ο χρόνος, δεν συντηρείται απλώς η διχοτόμηση, μεταβάλλονται οι ίδιοι οι όροι υπό τους οποίους θα μπορούσε κάποτε να ξεπεραστεί.
Και η διάσταση αυτή δεν είναι μόνο γεωπολιτική. Η διαίρεση εξακολουθεί να έχει συγκεκριμένες συνέπειες για τους ανθρώπους που ζουν στο νησί, περιορίζοντας την άσκηση δικαιωμάτων και δυσχεραίνοντας την επαφή μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Όπως επισημάνθηκε και στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ το 2026, η επίλυση του Κυπριακού παραμένει κρίσιμη για την αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρο το νησί.
Ταυτόχρονα, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή του 2026 είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες του 2004 ή ακόμη και του 2017. Οι περιφερειακές συγκρούσεις, η ενέργεια, οι νέες εμπορικές διαδρομές και οι μεταβαλλόμενοι συσχετισμοί μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων αυξάνουν τη γεωπολιτική σημασία της Κύπρου. Η Κύπρος δεν βρίσκεται στο περιθώριο των ανακατατάξεων της περιοχής. Βρίσκεται γεωγραφικά στο επίκεντρό τους.
Η μεγάλη μεταβολή μετά το Κραν Μοντανά
Το σημαντικότερο ίσως εμπόδιο βρίσκεται στη μεταβολή της τουρκικής θέσης μετά την αποτυχία του Κραν Μοντανά το 2017.
Μετά το Κραν Μοντανά και ιδίως από το 2020–2021, η Άγκυρα εγκατέλειψε ως βάση μιας νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας την ομοσπονδιακή λύση και υιοθέτησε τη γραμμή της «κυρίαρχης ισότητας» και του «ίσου διεθνούς καθεστώτος» των Τουρκοκυπρίων. Η νέα θέση αποτυπώθηκε επισήμως στην άτυπη συνάντηση 5+ΟΗΕ της Γενεύης τον Απρίλιο του 2021, όταν η Τουρκία υποστήριξε ότι μια νέα διαδικασία θα πρέπει να διεξαχθεί μεταξύ δύο κρατών και όχι δύο κοινοτήτων.
Η διάκριση από το προηγούμενο πλαίσιο είναι ουσιώδης. Ακόμη και το Σχέδιο Ανάν προέβλεπε μια ενωμένη Κύπρο με μία διεθνή νομική προσωπικότητα και μία κυριαρχία, αποτελούμενη από δύο ισότιμα κράτη.
Η σημερινή τουρκική θέση είναι διαφορετική: αντιμετωπίζει την κυρίαρχη ισότητα και το ίσο διεθνές καθεστώς των Τουρκοκυπρίων ως προϋποθέσεις μιας νέας διαδικασίας και προκρίνει τη συνεργασία δύο κρατών στο νησί. Αυτό δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική τεχνική φόρμουλα απέναντι στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία. Μεταβάλλει τη φύση της λύσης. Η πραγματικότητα που δημιουργήθηκε μετά το 1974 παύει να αποτελεί κατάσταση προς υπέρβαση και μετατρέπεται σε βάση μιας νέας έννομης και πολιτικής τάξης.
Απέναντι σε αυτή τη θέση, η ελληνική και η ελληνοκυπριακή πλευρά παραμένουν προσηλωμένες στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και στον στόχο της επανένωσης. Η προσήλωση όμως στο συμφωνημένο πλαίσιο, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να παραγάγει λύση.
Ο παράγοντας Ερχιουρμάν
Εδώ αποκτά σημασία η αλλαγή στην τουρκοκυπριακή ηγεσία.
Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν δεν σημαίνει ότι λύθηκε η θεμελιώδης διαφωνία ούτε ότι η Άγκυρα εγκατέλειψε τις θέσεις που έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια. Σηματοδοτεί όμως μια διαφορετική πολιτική συνθήκη για την επανέναρξη του διαλόγου.
Από την εκλογή του τον Οκτώβριο του 2025 καταγράφεται συστηματικότερη επικοινωνία μεταξύ των δύο ηγετών, τόσο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ όσο και απευθείας. Τον Ιανουάριο συζητήθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις για την επανεκκίνηση της διαδικασίας και νέα σημεία διέλευσης. Στις 11 Φεβρουαρίου ο Ερχιουρμάν είχε την πρώτη συνάντησή του μετά την εκλογή του με τον Αντόνιο Γκουτέρες στη Νέα Υόρκη και παρουσίασε τη δική του τετραμερή μεθοδολογία για τη διαδικασία.
Τον Απρίλιο ακολούθησε νέα συνάντηση των δύο ηγετών και στις 8 Μαΐου συμφωνήθηκαν συγκεκριμένα πρακτικά βήματα, μεταξύ των οποίων η δημιουργία συμβουλευτικού οργάνου για τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και συνεργασία σε επιμέρους ζητήματα. Οι συμφωνίες Χριστοδουλίδη–Ερχιουρμάν της 8ης Μαΐου καταγράφηκαν από τον ίδιο τον ΟΗΕ.
Αυτό δεν ισοδυναμεί με επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς τις παραμέτρους, τη σειρά των βημάτων και τις εγγυήσεις μιας νέας διαδικασίας. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι υπάρχει ξανά ένας πολιτικός και διπλωματικός χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να αναζητηθεί κοινό έδαφος.
Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα της νέας περιόδου είναι εάν η αλλαγή στην τουρκοκυπριακή ηγεσία μπορεί να δημιουργήσει σταδιακά προϋποθέσεις μετακίνησης και στην ουσία του προβλήματος ή εάν τα όρια της διαδικασίας θα εξακολουθήσουν να καθορίζονται από τη θέση της Άγκυρας. Η απάντηση δεν είναι ακόμη γνωστή.
Πολιτική ισότητα με πραγματικό περιεχόμενο
Υπάρχει όμως και μια δύσκολη διάσταση για την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Η απόρριψη της κυρίαρχης ισότητας δύο χωριστών κρατών πρέπει να διακρίνεται καθαρά από την πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων μέσα στο συμφωνημένο ομοσπονδιακό πλαίσιο.
Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία δεν μπορεί να αποτελεί απλώς τη διπλωματική φόρμουλα με την οποία απορρίπτεται η διχοτόμηση. Για να αποτελεί πραγματική προοπτική επανένωσης, πρέπει να προσφέρει και στις δύο κοινότητες ένα λειτουργικό πλαίσιο κοινής διακυβέρνησης, ουσιαστικής συμμετοχής και ασφάλειας.
Αυτό δεν σημαίνει αποδοχή δύο κυρίαρχων κρατών. Σημαίνει ότι η πολιτική ισότητα εντός μιας ομοσπονδιακής λύσης πρέπει να έχει πραγματικό περιεχόμενο.
Γιατί έχουν σημασία τα «μικρά»
Υπό αυτή την οπτική, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης παύουν να είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
Τα οδοφράγματα, οι μετακινήσεις, η συνεργασία της κοινωνίας των πολιτών, οι θρησκευτικές δραστηριότητες και οι πρακτικές συμφωνίες δεν πρόκειται να λύσουν το Κυπριακό. Τους τελευταίους μήνες, όμως, οι δύο ηγέτες έχουν κατορθώσει να συμφωνήσουν σε ορισμένα τέτοια βήματα, ενώ σημαντικές εκκρεμότητες —μεταξύ αυτών τα νέα σημεία διέλευσης— παραμένουν.
Τα ΜΟΕ απαντούν έτσι σε ένα ερώτημα που προηγείται της μεγάλης διαπραγμάτευσης: μπορούν ακόμη οι δύο κοινότητες να παράγουν συμφωνίες;
Εάν δεν μπορούν να συμφωνήσουν στα μικρότερα ζητήματα, η αισιοδοξία για συμφωνία στα υπαρξιακά —διακυβέρνηση, περιουσιακό, εδαφικό, ασφάλεια και εγγυήσεις— πρέπει να παραμένει συγκρατημένη. Αντίστροφα, κάθε λειτουργική συμφωνία μπορεί να αποκαθιστά ένα μικρό μέρος της χαμένης εμπιστοσύνης και να αποδεικνύει ότι η συνεργασία εξακολουθεί να είναι δυνατή.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η παρατήρηση του Χρήστου Ροζάκη ότι οι σημερινές εκκρεμότητες λειτουργούν ως «λυδία λίθος» της δυνατότητας των δύο πλευρών να προχωρήσουν. Η αδυναμία επίλυσης ακόμη και πρακτικών ζητημάτων, όπως τα νέα σημεία διέλευσης, αποκαλύπτει πόσο δύσκολη παραμένει η μετάβαση από τη θετική ατμόσφαιρα στην πραγματική διαπραγμάτευση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κάνει τη λύση ελκυστικότερη
Στις 13 Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όρισε τον Εκτελεστικό Αντιπρόεδρο Ραφαέλε Φίτο Ειδικό Εκπρόσωπο της Επιτροπής για την Κύπρο. Η εντολή του Ειδικού Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνδέεται ρητά με τη συμβολή στη διαδικασία διευθέτησης εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, σε συνεργασία με την Ολγκίν, και με την προετοιμασία του εδάφους για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Η Επιτροπή προσδιορίζει ως στόχο την επανένωση και μια λειτουργική και βιώσιμη συνολική λύση σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις αρχές, τις αξίες και το δίκαιο της Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποκαθιστά τον ΟΗΕ. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό.
Μια επανενωμένη Κύπρος θα βρίσκεται στο σύνολό της μέσα στην ευρωπαϊκή έννομη, οικονομική και πολιτική τάξη. Για τους Τουρκοκύπριους αυτό μπορεί να σημαίνει ευρύτερες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ευκαιρίες. Για την Τουρκία, μια λύση μπορεί να επηρεάσει ένα πολύ μεγαλύτερο πλέγμα ευρωτουρκικών σχέσεων. Και για την ίδια την Ένωση, η επίλυση μιας σύγκρουσης στο έδαφος κράτους-μέλους θα αποτελούσε απόδειξη πραγματικής γεωπολιτικής αποτελεσματικότητας.
Ο ΟΗΕ προσφέρει το διεθνώς συμφωνημένο πλαίσιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να συμβάλει ώστε η λύση να καταστεί βιώσιμη και ελκυστική.
Το Κυπριακό δεν θα λυθεί επειδή πέρασε αρκετός χρόνος. Το αντίθετο: ο χρόνος δεν εργάζεται αναγκαστικά υπέρ της λύσης.
Κάθε χρόνος που περνά δημιουργεί νέες πραγματικότητες, νέες γενιές, νέα συμφέροντα και μεγαλύτερη εξοικείωση με τη διαίρεση. Γι’ αυτό η σημερινή ευκαιρία έχει αξία όχι επειδή εγγυάται αποτέλεσμα, αλλά επειδή προσφέρει τη δυνατότητα να δοκιμαστεί ξανά εάν αυτή η πορεία μπορεί να αντιστραφεί.
Μια βιώσιμη λύση θα καταστεί πραγματικά πιθανότερη όταν η επανένωση μπορεί να γίνει πολιτικά λειτουργικότερη, οικονομικά ελκυστικότερη και στρατηγικά ασφαλέστερη από τη διχοτόμηση.