Υπάρχουν γυναίκες που πέρασαν από την πολιτική ζωή. Και υπάρχουν γυναίκες που άλλαξαν τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία.
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Για χρόνια όταν αναφερόμαστε στη Μαργαρίτα Παπανδρέου, υπάρχει ένας εύκολος δρόμος να τη θυμηθούμε ως τη σύζυγο του Ανδρέα Παπανδρέου.
Είναι όμως αυτή ολόκληρη η ιστορία; Όχι. Γιατί η Μαργαρίτα Παπανδρέου δεν έμεινε στη σκιά ενός πρωθυπουργού.
Δημιούργησε τη δική της δημόσια διαδρομή και έβαλε στο πολιτικό τραπέζι ένα ζήτημα που τότε δεν θεωρούνταν καθόλου αυτονόητο ότι η ισότητα των γυναικών δεν είναι κοινωνική πολυτέλεια. Είναι πολιτικό δικαίωμα.
Το 1976 ιδρύθηκε, με επικεφαλής τη Μαργαρίτα Παπανδρέου, η Ένωση Γυναικών Ελλάδας. Η ίδια η ΕΓΕ περιγράφει την ίδρυσή της ως προσπάθεια δημιουργίας μιας πλατιάς γυναικείας οργάνωσης με στόχο την αλλαγή της νομοθεσίας αλλά και κυρίως της κοινωνικής νοοτροπίας.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό.
Δεν αρκεί να αλλάξει ένας νόμος όταν η κοινωνία εξακολουθεί να σκέφτεται με τους ίδιους όρους.
Η γυναίκα δεν χρειαζόταν απλώς έναν καλύτερο νόμο. Χρειαζόταν να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο την έβλεπαν και ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε η ίδια τον εαυτό της.
Το 1983 δεν άλλαξε απλώς ένας νόμος. Το 1983 έγινε μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές τομές της μεταπολίτευσης.
Ο νόμος 1329/1983 κατοχύρωσε την ισότητα των συζύγων μέσα στην οικογένεια, κατάργησε την προίκα, αντικατέστησε την πατρική εξουσία με τη γονική μέριμνα, μεταρρύθμισε το δίκαιο του διαζυγίου και εξίσωσε τα δικαιώματα των παιδιών ανεξάρτητα από το αν γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου.
Ας σταθούμε λίγο στην προίκα.
Σήμερα η λέξη ακούγεται σχεδόν σαν ιστορικό κατάλοιπο.Τότε όμως ήταν πραγματικότητα.
Και η κατάργησή της δεν ήταν απλώς μια τεχνική νομική μεταβολή. Ήταν ένα μήνυμα.
Η γυναίκα δεν είναι οικονομικό αντάλλαγμα για έναν γάμο.
Αυτό δεν έγινε απο μόνο του.
Οι γυναικείες οργανώσεις κινητοποιήθηκαν. Έγιναν πορείες, διαμαρτυρίες και πολιτικές πιέσεις. Η ΕΓΕ καταγράφει τη δική της συμμετοχή.
Και η Μαργαρίτα Παπανδρέου ήταν μία από τις κεντρικές δημόσιες μορφές αυτής της διεκδίκησης.
Δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος άλλαξε μόνος του την Ελλάδα.
Σημαίνει όμως ότι ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει σύμβολο μιας συλλογικής αλλαγής.
Πολιτική δεν είναι μόνο το ποιος κερδίζει τις εκλογές.
Πολιτική είναι και το ποιος καταφέρνει να μετακινήσει τα όρια του «φυσιολογικού».
Για μια ολόκληρη γενιά Ελληνίδων το να θεωρείται αυτονόητη η ισότητα μέσα στον γάμο δεν ήταν αυτονόητο.
Χρειάστηκε να διεκδικηθεί.
Και χρειάστηκε να γίνει νόμος.
Το 1983 η Μαργαρίτα Παπανδρέου ως επικεφαλής εθνικής αντιπροσωπείας υπέγραψε στη Νέα Υόρκη για την Ελλάδα τη Σύμβαση του ΟΗΕ για την Εξάλειψη κάθε Μορφής Διάκρισης κατά των Γυναικών, τη γνωστή CEDAW.
Αυτό είναι ιστορία.
Αλλά είναι και πολιτική.
Και σήμερα;
Σήμερα συζητάμε ξανά για την ισότητα.
Για τις ευκαιρίες των γυναικών.
Για την εργασία.
Για την αμοιβή.
Για την εκπροσώπηση.
Για τη βία.
Για την ισορροπία ανάμεσα στην οικογένεια και την επαγγελματική ζωή.
Και ίσως κάπου μέσα σε αυτή τη συζήτηση έχουμε ξεχάσει κάτι ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις δεν είναι αιώνιες.
Κάποτε η ανισότητα μέσα στην οικογένεια ήταν ενσωματωμένη στο ίδιο το νομικό πλαίσιο.
Κάποτε μια γυναίκα μπορούσε να ακούει ότι ο ρόλος της είναι να ακολουθεί.
Κάποιοι άνθρωποι είπαν «όχι».
Και κάποιοι απο αυτούς πλήρωσαν πολιτικό και κοινωνικό κόστος για αυτό το «όχι».
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου ήταν μία απο αυτές τις φωνές.
Και η κοινωνική δράση της Μαργαρίτας Παπανδρέου στο γυναικείο κίνημα είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Δεν χρειάζεται να συμφωνείς μαζί της για να αναγνωρίσεις το αποτύπωμά της.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο ώριμη πολιτική στάση.
Να μπορούμε να αναγνωρίζουμε μια ιστορική συμβολή χωρίς να χρειάζεται να υιοθετούμε ολόκληρη την πολιτική διαδρομή ενός προσώπου.
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου υπήρξε μέρος μιας εποχής που η Ελλάδα άλλαζε.
Και μέσα σε αυτή την αλλαγή, υπήρξαν γυναίκες που δεν περίμεναν να τους δοθεί χώρος.
Τον διεκδίκησαν.
Και ίσως γι’ αυτό τόσες δεκαετίες μετά η Μαργαρίτα Παπανδρέου δεν είναι απλώς ένα όνομα σε μια σελίδα της μεταπολιτευτικής ιστορίας.
Είναι μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας.
Της ιστορίας των γυναικών που αρνήθηκαν να παραμείνουν στη θέση που τους είχε ορίσει η εποχή τους.
Και κάθε φορά που μια κοινωνία θεωρεί κάποια κατάκτηση «αυτονόητη» αξίζει να θυμάται κάτι. Πριν γίνει αυτονόητη, κάποιος χρειάστηκε να παλέψει γι’ αυτήν.