Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο διαφημίσεις μάς παρέδωσαν ένα μικρό αλλά διδακτικό μάθημα για τη νέα, επιλεκτική εκδοχή της «συμπερίληψης». Στην πρώτη, αλυσίδα σούπερ μάρκετ γερμανικών συμφερόντων παρουσιάζει μια νέα εργαζόμενη, με όνομα δυσπρόφερτο για τους συναδέλφους της, η οποία φορά μαύρο χιτζάμπ και μακρύ ισλαμικό χιτώνα.

Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες συνάδελφοί της δυσκολεύονται, ή παρουσιάζονται να μη θέλουν πραγματικά, να προφέρουν το όνομά της και προτείνουν ένα εξελληνισμένο υποκοριστικό. Εκείνη υποχωρεί απογοητευμένη. Στο τελευταίο πλάνο, απομονωμένη στην αποθήκη, την πλησιάζει Ελληνίδα συνάδελφος με σημειωματάριο και της ζητά να συλλαβίσει το όνομά της. «Πού θα πάει, θα το μάθω». Η Ελληνίδα κατάλαβε το λάθος της και πέρασε επιτυχώς το μάθημα της νέας εταιρικής ηθικής.

Advertisement
Advertisement

Το ζήτημα δεν είναι η παρουσία μιας μουσουλμάνας εργαζόμενης σε μια διαφήμιση ούτε το δικαίωμά της να φορά τη μαντίλα. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο στήνεται η αφήγηση. Η ισλαμική ενδυμασία παρουσιάζεται ως στοιχείο μιας ταυτότητας απολύτως αδιαπραγμάτευτης, απέναντι στην οποία ακόμη και η αμηχανία με ένα ξένο όνομα διαβάζεται ως προκατάληψη. Οι Έλληνες εργαζόμενοι μετατρέπονται σε αρνητικό στερεότυπο, καχύποπτοι, αγενείς, στο όριο του ρατσισμού.

Είναι αφέλεια να πιστεύει κάποιος ότι οι εταιρικές «ευαισθησίες» αναπτύσσονται σε οικονομικό και πολιτικό κενό. Στη Γερμανία ζουν πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι με τουρκικές ρίζες, το γερμανοτουρκικό εμπόριο αγαθών κινήθηκε το 2025 κοντά στα 55 δισ. ευρώ και το Βερολίνο άνοιξε τον δρόμο για την παράδοση Eurofighter στην Άγκυρα. Η πολιτική ορθότητα συναντά συχνά την εμπορική σκοπιμότητα.

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά. Το 2017 η ίδια αλυσίδα είχε αφαιρέσει με ψηφιακή επεξεργασία τους σταυρούς από φωτογραφίες εκκλησιών της Σαντορίνης στις συσκευασίες σειράς ελληνικών προϊόντων της. Μετά τις αντιδράσεις παραδέχθηκε το λάθος και ζήτησε συγγνώμη.

Και όπως η πρόθυμη συνάδελφος της διαφήμισης, έτσι κι εμείς, φαίνεται, μαθαίνουμε γρήγορα.

Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η συζήτηση για το πρώτο σποτ, εμφανίστηκε ένα δεύτερο, αυτή τη φορά ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας. Το αθώο γιαούρτι της ταξιδεύει μέσα σε ένα ειδυλλιακό νησιωτικό τοπίο με λευκά σπίτια, γαλάζιους τρούλους και καμπαναριά και όλη την αναγνωρίσιμη εικόνα των ορθόδοθοξων εκκλησιών του Αιγαίου. Οι εκκλησίες είναι εκεί, οι τρούλοι είναι εκεί, το κωδωνοστάσιο είναι εκεί. Οι σταυροί, όμως, απουσιάζουν. Και επειδή το τοπίο δεν είναι γύρισμα σε πραγματικό τόπο αλλά σκηνικό σχεδιασμένο εξ ολοκλήρου, ό,τι λείπει δεν λείπει τυχαία. Λείπει επειδή κάποιος αποφάσισε να μην το βάλει.

Η ελληνικότητα είναι προφανώς χρήσιμη για να πουληθεί το προϊόν. Το λευκό και το γαλάζιο είναι εμπορικά ελκυστικά, το νησιωτικό τοπίο ιδανικό για εξαγωγές. Το θρησκευτικό σύμβολο, όμως, που εξηγεί τι ακριβώς είναι αυτά τα κτίρια, θεωρείται περιττό ή ίσως ενοχλητικό. Κρατάμε την παράδοση ως αισθητικό περίβλημα, αφού προηγουμένως την απογυμνώσουμε από το περιεχόμενό της.

Advertisement

Αυτή η ασυμμετρία έχει σημασία. Το χιτζάμπ όχι μόνο δεν πρέπει να αφαιρεθεί από την εικόνα, αλλά προβάλλεται σε πρώτο πλάνο και μετατρέπεται σε κριτήριο ηθικής επάρκειας για ολόκληρη την κοινωνία. Ο σταυρός, αντιθέτως, μπορεί να εξαφανιστεί από την κορυφή μιας εκκλησίας χωρίς να θεωρείται ότι αλλοιώνεται η ταυτότητα κανενός.

Η Ευρώπη έχει ξαναδοκιμάσει αυτή τη συνταγή. Το 2021, καμπάνια του Συμβουλίου της Ευρώπης με συγχρηματοδότηση της ΕΕ χρησιμοποίησε το σύνθημα “η ελευθερία βρίσκεται στο χιτζάμπ” και αποσύρθηκε μετά τις έντονες αντιδράσεις στη Γαλλία. Η γαλλική κυβερνητική έκθεση του 2025 για τη Μουσουλμανική Αδελφότητα περιγράφει στρατηγική ισλαμοποίησης «από τα κάτω», ενώ πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος προειδοποιεί για τη διείσδυση του πολιτικού Ισλάμ σε θεσμούς και ενώσεις, διαχωρίζοντάς το ρητά από την ειρηνική άσκηση της πίστης. Καμία από τις δύο εταιρείες δεν κατηγορείται, προφανώς, για συμμετοχή σε οποιαδήποτε στρατηγική. Το ζήτημα είναι το κλίμα μέσα στο οποίο διαμορφώνονται πλέον οι εταιρικές «ευαισθησίες».

Και ο διαχωρισμός αυτός είναι απαραίτητος. Ελευθερία είναι το δικαίωμα μιας γυναίκας να φορά το χιτζάμπ, εφόσον αποτελεί δική της επιλογή. Ελευθερία, όμως, είναι και το δικαίωμά της να το αφαιρέσει και να ζήσει χωρίς τον έλεγχο της κοινότητάς της. Την ώρα που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εγκαλούνται επειδή δήθεν δεν αποδέχονται αρκετά τη μαντίλα, πολύ λιγότερα ακούγονται για τις γυναίκες που σε κλειστές κοινότητες ευρωπαϊκών πόλεων αντιμετωπίζουν εξαναγκαστικούς γάμους, βία στο όνομα της «τιμής» ή άτυπα συμβούλια της Σαρίας. Θα είχε ενδιαφέρον η ίδια ευαισθησία να στραφεί και προς την Τουρκία, όπου έχουν απομείνει λιγότεροι από 2.500 ελληνικής καταγωγής ορθόδοξοι και όπου η Αγία Σοφία μετατράπηκε από μουσείο σε τζαμί.

Advertisement

Το χιτζάμπ, λοιπόν, δεν πρέπει απλώς να φαίνεται, πρέπει να προβάλλεται και να γίνεται τεστ ηθικής επάρκειας για ολόκληρη την κοινωνία. Ο σταυρός, αντιθέτως, μπορεί να λείπει από τις εκκλησίες χωρίς να χαλάει το «ελληνικό» τοπίο. Αυτή δεν είναι συμπερίληψη. Είναι μια νέα ιεράρχηση ταυτοτήτων, στην οποία ορισμένες απαιτούν απόλυτο σεβασμό και άλλες οφείλουν να εξαφανίζονται αθόρυβα.

Και κάπως έτσι, στο όνομα μιας εισαγόμενης και επιλεκτικής ουδετερότητας, η Ελλάδα κινδυνεύει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως χώρα με ιστορία, μνήμη και διακριτή ταυτότητα και να μετατραπεί απλώς σε χώρο, σε ένα ουδέτερο εμπορικό σκηνικό χωρίς σύμβολα και συνέχεια, αρκεί να υπάρχουν αρκετά χρήματα που να το δικαιολογούν.

Ύστερα απορούν γιατί οι πολίτες οργίζονται, γιατί η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς μεγαλώνει και γιατί τα άκρα βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Την οργή αυτή δεν χρειάζεται να την επικροτήσει κανείς. Οφείλει όμως, επιτέλους, να την εξηγήσει.

Advertisement