Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ο Κωνσταντίνος Τασούλας δηλώνει σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι ονειρεύεται «μια Ελλάδα με αυτοπεποίθηση». Είναι μια φράση που δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Όσο όμως προχωρά η ανάγνωση της συνέντευξης, γίνεται φανερό ότι η αυτοπεποίθηση που περιγράφει μοιάζει περισσότερο με συμβιβασμό παρά με φιλοδοξία.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μιλά για μια Ελλάδα που θα πρωταγωνιστεί στην Ευρώπη. Δεν μιλά για μια χώρα που θα καινοτομεί, θα παράγει τεχνολογία, θα προσελκύει τα μεγαλύτερα επιστημονικά και επιχειρηματικά μυαλά, θα διαμορφώνει εξελίξεις ή θα αποτελεί πρότυπο δημοκρατίας και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.

Advertisement
Advertisement

Αντίθετα, παρουσιάζει ως εθνική επιδίωξη ένα κράτος όπου τα νοσοκομεία, τα δικαστήρια, οι πολεοδομίες και η δημόσια διοίκηση θα λειτουργούν χωρίς πελατειακές παρεμβάσεις, «ψηφιακά και αποτελεσματικά», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Με συγχωρείτε, αλλά αυτό δεν είναι όραμα.

Είναι η στοιχειώδης υποχρέωση κάθε σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης ούτε τεχνοκράτης που παρουσιάζει ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης. Είναι ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας. Οφείλει να εκφράζει τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα της χώρας και να εμπνέει μια κοινωνία να κοιτάζει ψηλότερα.

Όταν λοιπόν ο ίδιος παρουσιάζει ως εθνική φιλοδοξία την αυτονόητη λειτουργία του κράτους, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε τα στοιχειώδη ως το ανώτατο σημείο των προσδοκιών μας.

Advertisement

Και αυτό είναι βαθιά προβληματικό.

Η Ελλάδα χρειάζεται πράγματι ένα κράτος χωρίς ρουσφέτια, με γρήγορη Δικαιοσύνη, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και ψηφιακές υπηρεσίες. Κανείς δεν αμφισβητεί αυτή την ανάγκη.

Αλλά αυτά δεν μπορούν να αποτελούν το εθνικό όραμα.

Advertisement

Είναι το πάτωμα, όχι το ταβάνι.

Είναι οι προϋποθέσεις πάνω στις οποίες χτίζεται μια χώρα με πραγματική αυτοπεποίθηση, όχι ο τελικός της προορισμός.

Κι εδώ εντοπίζεται ακόμη μία, ίσως πιο αποκαλυπτική, αντίφαση. Ο ίδιος ο Πρόεδρος αναφέρει, έστω και εν συντομία, την ενότητα και την παιδεία ως «την πραγματική μας δύναμη». Θα περίμενε λοιπόν κανείς εκεί να επενδύσει τον περισσότερο λόγο, την περισσότερη σαφήνεια, το πιο φιλόδοξο σχέδιο.

Advertisement

Δεν συμβαίνει αυτό.

Όταν μιλά για τη διοικητική κανονικότητα, ο λόγος του γίνεται αμέσως συγκεκριμένος: αναφέρει όρους, μεθόδους, ακόμη και ρητές διατυπώσεις όπως «ψηφιακά και αποτελεσματικά» ή «οριστική καταπολέμηση του πελατειακού συστήματος». Ξέρει τι θέλει να πετύχει, πώς, και γιατί.

Όταν όμως στρέφεται στην ενότητα και την παιδεία, ο λόγος αδειάζει από περιεχόμενο. Μένει σε ιστορικές αναφορές για την  Επανάσταση του ’21 ή τους  Βαλκανικούς Πολέμους,  χωρίς καμία «μετάφραση» σε σημερινούς όρους. Τι σημαίνει παιδεία ως εθνική προτεραιότητα το 2026; Ποιος πρέπει να είναι ο οδικός χάρτης της Παιδείας μας; Tι πρέπει να προσέξουμε; Με κάθε σεβασμό στον θεσμικό του ρόλο, δεν θα περίμενε κανείς να σχεδιάσει εκπαιδευτική πολιτική. Θα περίμενε όμως να υποδείξει μια κατεύθυνση.

Advertisement

Δεν ζητάμε από τον Πρόεδρο να σχεδιάσει ο ίδιος την εκπαιδευτική ή αναπτυξιακή πολιτική.  Αυτό είναι έργο της εκτελεστικής εξουσίας. Ζητάμε να δώσει την κατεύθυνση, τον ορίζοντα, το «γιατί» πάνω στο οποίο θα χτιστεί το «πώς» των άλλων.

Advertisement

Η ασυμμετρία αυτή είναι το πιο εύγλωττο σημείο της συνέντευξης. Δείχνει έναν πολιτειακό άρχοντα που ξέρει να περιγράφει με ακρίβεια το πάτωμα, αλλά αρκείται σε λόγια-σύμβολα όταν έρχεται η ώρα να περιγράψει το ταβάνι. Κι αυτό δεν είναι απλώς έλλειψη έμπνευσης· είναι ένδειξη ότι το πραγματικό, επεξεργασμένο όραμα της ηγεσίας σταματά ακριβώς εκεί όπου σταματά και η διοίκηση.

Μια χώρα που πριν από λίγες δεκαετίες έθετε ως εθνικούς στόχους την ένταξη στην ΕΟΚ, τη συμμετοχή στην ΟΝΕ και τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων δεν μπορεί σήμερα να παρουσιάζει ως ύψιστη φιλοδοξία το να λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες χωρίς πελατειακές παρεμβάσεις.

Η ελληνική κοινωνία πέρασε τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας της. Οι πολίτες πλήρωσαν βαρύ τίμημα, έκαναν θυσίες και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις. Δικαιούνται, λοιπόν, από την πολιτική και πολιτειακή ηγεσία κάτι περισσότερο από μια υπόσχεση στοιχειώδους κανονικότητας.

Advertisement

Δικαιούνται μια φιλοδοξία που να κοιτάζει μπροστά.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος ασκεί κριτική στην πολιτική επειδή αντικατέστησε το «πράττειν» με το «φαίνεσθαι», επειδή κυριαρχούν η επικοινωνία και η εύκολη καταγγελία. Είναι μια διαπίστωση με την οποία πολλοί θα συμφωνήσουν.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, θα περίμενε κανείς από τον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα να θέσει έναν υψηλότερο εθνικό πήχη.

Να μιλήσει για μια παραγωγική Ελλάδα που θα δημιουργεί πλούτο μέσα από την καινοτομία.

Για πανεπιστήμια που θα ανταγωνίζονται τα καλύτερα του κόσμου.

Για ελληνικές επιχειρήσεις που θα αναπτύσσουν τεχνολογία με διεθνή εμβέλεια.

Για μια σοβαρή δημογραφική στρατηγική.

Για πολιτιστική εξωστρέφεια.

Για γεωπολιτική αυτοπεποίθηση.

Για μια Ελλάδα που δεν θα περιορίζεται στο να διορθώνει τις χρόνιες παθογένειές της, αλλά θα διαμορφώνει το μέλλον της.

Αντί γι’ αυτό, διαβάσαμε έναν Πρόεδρο που φαίνεται να προσαρμόζει τις εθνικές φιλοδοξίες στο χαμηλότερο επίπεδο των προσδοκιών της κοινωνίας.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα ολόκληρης της συνέντευξης.

Διότι όταν ακόμη και ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας παρουσιάζει ως όραμα τα αυτονόητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη αυτοπεποίθησης της χώρας.

Είναι ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε κάτι ακόμη πιο σημαντικό:

Τη φιλοδοξία να γίνουμε πολύ περισσότερα από μια χώρα που απλώς λειτουργεί.