Μεγάλωσα με την πεποίθηση ότι, σε αυτή τη χώρα, αν δουλέψεις, αν σπουδάσεις, αν προσπαθήσεις, μπορείς να ζήσεις μια αξιοπρεπή ζωή. Όχι πολυτελή -αλλά σταθερή. Να μπορείς να κάνεις ένα σπίτι, να δημιουργήσεις μια οικογένεια, να μην αγχώνεσαι κάθε μήνα για τα βασικά. Αυτή ήταν η λογική της μεσαίας τάξης. Και αυτή ήταν η υπόσχεση μιας ολόκληρης γενιάς.
Σήμερα, όμως, όλο και περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν περισσότερο από ποτέ, χωρίς να νιώθουν ότι προχωρούν. Όχι επειδή δεν προσπαθούν αρκετά, αλλά γιατί το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται έχει αλλάξει.
Για πολλά χρόνια, η μεσαία τάξη δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια. Ήταν η καθημερινότητα της πλειοψηφίας. Ένα εισόδημα -σε πολλές περιπτώσεις ένα και μόνο- μπορούσε να καλύψει τις βασικές ανάγκες, να αφήσει ένα περιθώριο για αποταμίευση και να στηρίξει έναν οικογενειακό προγραμματισμό. Δεν μιλάμε για πλούτο, αλλά για μια αίσθηση σταθερότητας.
Σήμερα, αυτή η ισορροπία έχει διαταραχθεί. Και αυτό δεν είναι απλώς μια γενική αίσθηση είναι μια πολύ συγκεκριμένη πραγματικότητα: το βασικό κόστος ζωής καταλαμβάνει πλέον πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.
Η στέγαση, που κάποτε απορροφούσε ένα περιορισμένο ποσοστό, σήμερα σε πολλές περιπτώσεις δεσμεύει ένα μεγάλο κομμάτι του μισθού. Τα βασικά αγαθά-το σούπερ μάρκετ, τα είδη πρώτης ανάγκης- έχουν αυξηθεί αισθητά. Η ενέργεια έχει γίνει ένας απρόβλεπτος και συχνά βαρύς παράγοντας κόστους.
Το αποτέλεσμα είναι απλό αλλά καθοριστικό: εκεί που κάποτε ένας μισθός μπορούσε να στηρίξει μια οικογένεια, σήμερα συχνά δύο εισοδήματα δυσκολεύονται να προσφέρουν το ίδιο επίπεδο ασφάλειας.
Ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της πίεσης αφορά και τη μικρομεσαία επιχείρηση, που αποτελεί βασικό πυλώνα της μεσαίας τάξης στη χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνεται συχνά η αίσθηση ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα δεν λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον που τη στηρίζει, αλλά σε ένα πλαίσιο που διαρκώς την επιβαρύνει και σπάνια τη διευκολύνει. Μέσα από ένα σύνολο υποχρεώσεων και επιβαρύνσεων, η καθημερινότητα γίνεται πιο σύνθετη και πιο δύσκολη.
Και όταν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της οικονομίας λειτουργεί με αυτή την αίσθηση, το πρόβλημα δεν είναι ατομικό — είναι συνολικό.
Το ερώτημα, όμως, είναι γιατί συμβαίνει όλο αυτό.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε μια σειρά εξελίξεων που λειτουργούν ταυτόχρονα. Από τη μία πλευρά, η οικονομική δραστηριότητα συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε μεγάλες επιχειρήσεις και πολυεθνικά σχήματα. Σε ορισμένους κλάδους, ο περιορισμένος ανταγωνισμός ενισχύει αυτή την τάση, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές και τις επιλογές των καταναλωτών.
Από την άλλη, η συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στη στέγαση. Παράλληλα, τα εισοδήματα δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό την αύξηση του κόστους ζωής, οδηγώντας σε σταδιακή αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης.
Ταυτόχρονα, η ίδια η μεσαία τάξη φαίνεται να έχει χάσει ένα μέρος της συλλογικής της ισχύος. Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφόρηση είναι πιο μαζική αλλά και πιο κατακερματισμένη, η δυνατότητα να διαμορφώνεται κοινή αντίληψη και να επηρεάζονται οι εξελίξεις γίνεται πιο περιορισμένη.
Παράλληλα, η αίσθηση του «συνόλου» και της κοινωνικής συνοχής φαίνεται να αποδυναμώνεται. Όταν η εμπειρία γίνεται ολοένα και πιο ατομική και λιγότερο συλλογική, μειώνεται και η δυνατότητα μιας κοινωνίας να εκφράσει συνολικά τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις της.
Έτσι, η μεσαία τάξη πιέζεται από πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος της πολιτείας γίνεται καθοριστικός.
Η έμφαση στη δημοσιονομική σταθερότητα και στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας ήταν, σε έναν βαθμό, αναγκαία μετά την κρίση. Όμως, αυτή η προσέγγιση δεν φαίνεται να μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο στην καθημερινότητα της μεσαίας τάξης.
Η αίσθηση που διαμορφώνεται είναι ότι, ενώ επιτυγχάνονται στόχοι σε επίπεδο αριθμών, η πίεση για μεγάλο μέρος της κοινωνίας παραμένει. Και όταν η προσαρμογή γίνεται κυρίως μέσα από τη συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος, το βάρος μεταφέρεται δυσανάλογα σε εκείνους που ήδη προσπαθούν να σταθούν οικονομικά.
Ταυτόχρονα, ζητήματα όπως η διαφάνεια, η εμπιστοσύνη στους κανόνες και η αίσθηση δίκαιης μεταχείρισης παίζουν καθοριστικό ρόλο. Όταν δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για όλους, η οικονομική πίεση μετατρέπεται και σε αίσθηση αδιεξόδου.
Οι χρόνιες παθογένειες συχνά επανέρχονται στο προσκήνιο με αφορμή γεγονότα που τις αναδεικνύουν και τότε παρουσιάζονται ως ζητήματα που «τώρα θα διορθωθούν», περισσότερο ως απάντηση στο αίσθημα αδικίας που έχει δημιουργηθεί, παρά ως αποτέλεσμα ενός σταθερού σχεδιασμού.
Σε αυτό το περιβάλλον, η απουσία μιας ισχυρής και πειστικής εναλλακτικής ενισχύει μια κατάσταση στασιμότητας. Οι πολίτες δεν κινούνται με βάση την προσδοκία βελτίωσης, αλλά με βάση την ανάγκη για σταθερότητα.
Πέρα από τους αριθμούς, υπάρχει και κάτι λιγότερο μετρήσιμο αλλά εξίσου σημαντικό: η ψυχολογία της καθημερινότητας.
Όλο και περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν με ένταση, με ρυθμούς που δεν αφήνουν περιθώριο και με συνεχείς απαιτήσεις.
Κι όμως, παρ’ όλη αυτή την προσπάθεια, η αίσθηση που μένει δεν είναι ότι προχωράς, αλλά ότι απλώς προσπαθείς να μείνεις στη θέση σου.
Η δυνατότητα να σχεδιάσει κανείς τη ζωή του να αποκτήσει ένα σπίτι, να δημιουργήσει μια οικογένειαδεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Αυτή η αβεβαιότητα δεν επηρεάζει μόνο το παρόν, αλλά και τις πιο βασικές επιλογές ζωής. Η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας μετατίθεται ή εγκαταλείπεται, όχι απαραίτητα από επιλογή, αλλά από αδυναμία προγραμματισμού. Και έτσι, ένα οικονομικό πρόβλημα μετατρέπεται σταδιακά και σε δημογραφικό.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν αντεπεξέρχεσαι σήμερα, αλλά αν αυτό που κάνεις έχει προοπτική και νόημα.
Αν το πρόβλημα είναι σύνθετο, δεν υπάρχει μία λύση. Υπάρχουν, όμως, κατευθύνσεις.
Η στέγαση χρειάζεται ενεργή πολιτική. Τα βασικά αγαθά δεν μπορούν να αφήνονται αποκλειστικά στη δυναμική της αγοράς σε περιόδους κρίσης. Η περιφέρεια πρέπει να ενισχυθεί, δημιουργώντας πιο βιώσιμες συνθήκες ζωής και οικογενειακού προγραμματισμού.
Ταυτόχρονα, απαιτείται μια ουσιαστική στροφή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Η υπερβολική εξάρτηση από υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας δεν μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμα μια ισχυρή μεσαία τάξη. Η ενίσχυση της παραγωγής και δραστηριοτήτων με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία μπορεί να δημιουργήσει πιο σταθερά και ποιοτικά εισοδήματα, ενισχύοντας παράλληλα την εξωστρέφεια της οικονομίας.
Η μικρομεσαία επιχείρηση χρειάζεται σταθερότητα και λειτουργικό περιβάλλον. Και οι θεσμοί χρειάζονται αξιοπιστία.
Γιατί ο στόχος είναι απλός: τα βασικά για μια αξιοπρεπή διαβίωση να μην απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.
Η μεσαία τάξη δεν είναι δεδομένη. Είναι αποτέλεσμα επιλογών.
Και μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο καλά τα πηγαίνουν οι λίγοι αλλά από το πόσο μπορούν οι πολλοί να ζουν με αξιοπρέπεια και προοπτική.