Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η αναβολή της επίσημης τελετής υπογραφής του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στην Ελβετία, σε συνδυασμό με την απόφαση τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης να μην αποστείλουν άμεσα υψηλόβαθμες αντιπροσωπείες, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη αποσταθεροποίησης ή κατάρρευσης της εν εξελίξει διπλωματικής διαδικασίας. Αντιθέτως, η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη βαθιά δομική αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει επί δεκαετίες τις αμερικανοϊρανικές σχέσεις και υπογραμμίζει τη σύνθετη φύση μιας διαπραγμάτευσης η οποία διεξάγεται υπό συνθήκες παρατεταμένης στρατηγικής αντιπαλότητας, αμοιβαίας δυσπιστίας και ενεργών περιφερειακών συγκρούσεων.
Η εξ αποστάσεως επικύρωση του μνημονίου από τους προέδρους Ντόναλντ Τραμπ και Μασούντ Πεζεσκιάν αποτυπώνει εύγλωττα το παράδοξο που διέπει τη σημερινή συγκυρία. Αφενός, οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι το κόστος της συνέχισης της στρατιωτικής αντιπαράθεσης καθίσταται ολοένα και περισσότερο δυσβάστακτο· αφετέρου, εξακολουθούν να στερούνται του αναγκαίου επιπέδου πολιτικής εμπιστοσύνης ώστε να μετασχηματίσουν την προσωρινή αποκλιμάκωση σε ένα σταθερό και θεσμοποιημένο πλαίσιο συνεννόησης. Υπό αυτή την έννοια, η διαπραγμάτευση δεν συνιστά εναλλακτική της σύγκρουσης, αλλά συνέχεια της αντιπαράθεσης με άλλα μέσα, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική κλαουζεβιτσιανή λογική της στρατηγικής αλληλεπίδρασης.
Στην πραγματικότητα, το υπό διαμόρφωση Μνημόνιο Κατανόησης δεν συνιστά μια ειρηνευτική συμφωνία με την κλασική έννοια του όρου. Πρόκειται περισσότερο για την πολιτική και θεσμική αποτύπωση ενός στρατηγικού αδιεξόδου. Από την οπτική του πολιτικού ρεαλισμού, το αποτέλεσμα της πρόσφατης σύγκρουσης επιβεβαιώνει ότι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε το Ιράν, κατόρθωσαν να επιτύχουν τους μαξιμαλιστικούς στρατηγικούς τους στόχους. Η Ουάσιγκτον εισήλθε στη σύγκρουση επιδιώκοντας όχι μόνο την ουσιαστική εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αλλά και τη συνολική αποδόμηση της στρατιωτικής ισχύος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων του πυραυλικού της οπλοστασίου και του δικτύου περιφερειακών της συμμάχων. Παρά την εκτεταμένη φθορά που υπέστη η ιρανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, το καθεστώς επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, διατηρώντας ακέραιη τη θεσμική του συνοχή και κατορθώνοντας να επιβιώσει μιας συντονισμένης αμερικανοϊσραηλινής εκστρατείας.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η κρίση ανέδειξε ένα νέο και εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο της ιρανικής αποτροπής –τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Εάν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες τα κύρια διαπραγματευτικά ερείσματα της Τεχεράνης ήταν το πυρηνικό της πρόγραμμα και το δίκτυο των περιφερειακών της συμμάχων, σήμερα προστίθεται μία νέα γεωστρατηγική διάσταση⸱ η δυνατότητα άσκησης άμεσης επιρροής επί της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας.
Η προσωρινή αναστολή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ κατέδειξε ότι ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του διεθνούς συστήματος αδυνατεί να εξουδετερώσει πλήρως έναν περιφερειακό δρώντα, όταν αυτός διαθέτει τη δυνατότητα να επιβάλει δυσανάλογο οικονομικό κόστος στην παγκόσμια οικονομία. Υπό αυτό το πρίσμα, το Ιράν κατόρθωσε να μετατρέψει τη γεωγραφία σε στρατηγικό πλεονέκτημα, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική θέση της κλασικής γεωπολιτικής σκέψης ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων διαύλων επικοινωνίας εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ισχύος στη διεθνή πολιτική.
Η ίδια η αμερικανική ηγεσία αναγκάστηκε τελικώς να αναγνωρίσει τα όρια της στρατιωτικής ισχύος σε συνθήκες σύνθετης οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η παραδοχή του προέδρου Τραμπ ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένο αποκλεισμό των Στενών, με συνέπεια ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ και πιθανή διεθνή ύφεση, συνιστά ουσιαστικά αναγνώριση των περιορισμών της αμερικανικής στρατηγικής υπεροχής. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διατηρούν αδιαμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή, η κρίση κατέδειξε ότι η υλική ισχύς δεν αρκεί πάντοτε για την επιβολή μονομερών πολιτικών αποτελεσμάτων.
Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης εκτείνονται, ωστόσο, πολύ πέραν των διμερών σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν. Η κρίση φαίνεται να επιταχύνει μία ευρύτερη διαδικασία αποδιάρθρωσης της μεταψυχροπολεμικής περιφερειακής τάξης που οικοδομήθηκε υπό την αμερικανική ηγεμονία. Η σταδιακή αποδυνάμωση της ικανότητας της Ουάσιγκτον να λειτουργεί ως αποκλειστικός εγγυητής της περιφερειακής ασφάλειας ενισχύει τις τάσεις στρατηγικής αυτονόμησης των μεσαίων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής.
Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται η διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών συνασπισμών με διακριτές στρατηγικές αντιλήψεις. Από τη μία πλευρά, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Πακιστάν και, σε μικρότερο βαθμό, η Αίγυπτος επιδιώκουν τη συγκρότηση ευρύτερων σχημάτων περιφερειακής συνεργασίας, τα οποία δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την αμερικανική στρατηγική ομπρέλα. Από την άλλη, το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμβαθύνουν τη στρατηγική τους σύμπραξη, συγκροτώντας έναν διακριτό άξονα ασφάλειας και ισχύος. Η σταδιακή ανάδυση αυτών των ανταγωνιστικών γεωπολιτικών σχηματισμών υποδηλώνει ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μία νέα φάση περιφερειακής πολυπολικότητας.
Η μετάβαση αυτή δημιουργεί παράλληλα νέες ευκαιρίες για εξωπεριφερειακούς δρώντες, με κυριότερη την Κίνα. Χωρίς να επωμίζεται το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος της ηγεμονικής διαχείρισης της περιφέρειας, το Πεκίνο διευρύνει σταδιακά τη διπλωματική και οικονομική του επιρροή, προβάλλοντας ως περισσότερο προβλέψιμος και λιγότερο ιδεολογικός εταίρος σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αυξανόμενη κινεζική παρουσία, σε συνδυασμό με την αναζήτηση μεγαλύτερης στρατηγικής αυτονομίας από τα κράτη της περιοχής, ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η Μέση Ανατολή μεταβαίνει προς ένα σύστημα «G-Zero», στο οποίο καμία εξωτερική δύναμη δεν διαθέτει πλέον ούτε την πολιτική βούληση, ούτε τους αναγκαίους πόρους για να επιβάλει μονομερώς την περιφερειακή τάξη.
Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, οι επικείμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αποκτούν κομβική σημασία. Το ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου, η σταδιακή άρση των κυρώσεων, οι μηχανισμοί επιτήρησης του πυρηνικού προγράμματος, αλλά και το μελλοντικό καθεστώς των Στενών του Ορμούζ συνιστούν ζητήματα εξαιρετικά υψηλής στρατηγικής ευαισθησίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόθεση της Τεχεράνης να μην επαναφέρει πλήρως τα Στενά στο προπολεμικό καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας, αλλά να θεσμοποιήσει έναν νέο μηχανισμό ελέγχου και διαχείρισης, διατηρώντας έτσι ένα κρίσιμο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Μία τέτοια εξέλιξη, είναι πιθανό να προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, αλλά και από τα κράτη του Κόλπου και τις μεγάλες ασιατικές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την απρόσκοπτη διέλευση ενεργειακών φορτίων μέσω του Ορμούζ.
Την ίδια στιγμή, το μέτωπο του Λιβάνου αναδεικνύεται στον πλέον κρίσιμο παράγοντα αβεβαιότητας για τη βιωσιμότητα του μνημονίου. Οι συνεχιζόμενες ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νότιο Λίβανο υπονομεύουν το εύθραυστο κλίμα εμπιστοσύνης και ενισχύουν τις υποψίες της Τεχεράνης ότι η Ουάσιγκτον είτε αδυνατεί, είτε δεν επιθυμεί να περιορίσει τις κινήσεις του βασικού της περιφερειακού συμμάχου. Η ισραηλινή ηγεσία, εξάλλου, αντιμετωπίζει με έντονη επιφύλαξη το υπό διαμόρφωση πλαίσιο συνεννόησης, εκτιμώντας ότι η σταδιακή άρση των κυρώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεσοπρόθεσμη αποκατάσταση της ιρανικής ισχύος. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ανάληψης πολιτικών ή ακόμη και στρατιωτικών πρωτοβουλιών που θα αποσκοπούν στην ανατροπή ή στην επιβράδυνση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Συμπερασματικά, το Μνημόνιο Κατανόησης δεν σηματοδοτεί το τέλος της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης, αλλά τη μετάβασή της σε μία νέα ιστορική φάση. Η σύγκρουση μετατοπίζεται από το πεδίο των άμεσων στρατιωτικών επιχειρήσεων στο πεδίο της θεσμοποιημένης στρατηγικής διαπραγμάτευσης. Η επιτυχία ή η αποτυχία της διαδικασίας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο οι δύο πλευρές είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τις μαξιμαλιστικές επιδιώξεις τους και να αποδεχθούν μια μορφή ανταγωνιστικής συνύπαρξης.
Η ιστορική εμπειρία των αμερικανοϊρανικών σχέσεων δεν επιτρέπει υπερβολική αισιοδοξία. Ωστόσο, η εμπειρία της πρόσφατης κρίσης κατέδειξε ότι ακόμη και οι πλέον οξείες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις διαθέτουν αντικειμενικά όρια, όταν το οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό κόστος της συνέχισής τους καθίσταται δυσανάλογο για όλους τους εμπλεκόμενους δρώντες. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα ισορροπία μπορεί να μην συνιστά ειρήνη· συνιστά, όμως, μια εύθραυστη αλλά αναγκαία μορφή στρατηγικής σταθερότητας στη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής.