Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Στάθης Κυριακίδης, Υποναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.

*

Advertisement
Advertisement

Η υπογραφή, στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα, της αμυντικής συμφωνίας Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν δημιουργεί αναπόφευκτα ένα ερώτημα για την Αθήνα: μπορεί η Ελλάδα να συνεχίζει να διαθέτει ελληνικό προσωπικό και μία πολύτιμη – για την εθνική άμυνα –  συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, όταν η χώρα «δεσμεύεται» πλέον με μία συμφωνία συλλογικής άμυνας με την Τουρκία; Η απάντηση δεν πρέπει να είναι βιαστική και να δοθεί με βάση το συναίσθημα.

Η ελληνική παρουσία στη Σαουδική Αραβία βασίζεται στη διμερή αμυντική συμφωνία του 2021 και εντάχθηκε στο πλαίσιο της προστασίας κρίσιμων ενεργειακών υποδομών του Βασιλείου. Άνοιξε έτσι, έναν στρατηγικό δίαυλο, ενίσχυσε την ελληνο-σαουδαραβική αμυντική συνεργασία και, κυρίως, προσέφερε στις Ένοπλες Δυνάμεις πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία. Η ελληνική συστοιχία έχει ήδη πραγματοποιήσει αρκετές αναχαιτίσεις ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και πρόσφατα κατέρριψε drones προερχόμενα από τους Χουθι της Υεμένης. Παράλληλα, η αποστολή έχει παραταθεί μέχρι τον Νοέμβριο του 2026.

Τι άλλαξε λοιπόν; Η συμφωνία της Μέκκας προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Η Τουρκία έσπευσε, για λόγους επικοινωνιακούς, να την παρουσιάσει ως ένα «ισλαμικό Άρθρο 5», αν και παραδέχθηκε ότι δεν πρόκειται για πραγματική συλλογική άμυνα, μια και ο τρόπος συνδρομής θα αποφασίζεται ad hoc και κατά περίπτωση. Εδώ βρίσκεται και η πρώτη σημαντική επιφύλαξη: Δεν δημιουργήθηκε ακόμη ένα «σουνιτικό ΝΑΤΟ» με ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή διοίκησης και ελέγχου, κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό και αυτόματο μηχανισμό αντίδρασης. Δημιουργήθηκε όμως ο πυρήνας μιας νέας διάστασης της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.

Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι τρείς χώρες δεν έχουν κοινή αντίληψη περί απειλής. Για το Πακιστάν, η υπαρξιακή απειλή παραμένει η Ινδία, μαζί με την αστάθεια στα σύνορα με το Αφγανιστάν. Για τη Σαουδική Αραβία, η απειλή προέρχεται πρωτίστως από το Ιράν, τους Χούθι και τα δίκτυα που μπορούν να πλήξουν πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και θαλάσσιες οδούς. Για την Τουρκία, η βασική αντίληψη ασφαλείας περιλαμβάνει το στρατηγικό ανταγωνισμό με το Ισραήλ και τις εξελίξεις στη Συρία, την αναβίωση του κουρδικού ζητήματος (PKK/SDF κλπ), ενώ στην Ανατολική Μεσόγειο επιμένει στις αναθεωρητικές διεκδικήσεις της έναντι Ελλάδας και Κύπρου. Επομένως, είναι σαφές ότι η συμφωνία είναι περισσότερο μια συμμαχία αλληλοϋποστήριξης θέσεων, παρά μια συμμαχία εναντίον ενός κοινού αντιπάλου.

Το τρίτο σημαντικό στοιχείο είναι η έλλειψη διαλειτουργικότητας των Ενόπλων Δυνάμεων των τριών χωρών. Η Τουρκία και το Πακιστάν, λόγω της μακροχρόνιας στενής αμυντικής συνεργασίας είναι πιο κοντά, αλλά η απόσταση με τη Σαουδική Αραβία είναι μεγάλη. Πρακτικά δεν υφίσταται ουσιαστική διαλειτουργικότητα  στο Δόγμα, στο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου, στις διαδικασίες, στα πυρομαχικά, στη συντήρηση των συστημάτων και στα logistics. Το γεγονός αυτό καθιστά την στρατιωτική συνέργεια στο πεδίο ιδιαίτερα περίπλοκη και με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Πολιτικά και θρησκευτικά, το σουνιτικό στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία και δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική δύναμη και θρησκευτική «νομιμοποίηση», η Τουρκία στρατιωτική ισχύ και ισχυρή αμυντική βιομηχανία και το Πακιστάν την πυρηνική διάσταση, έστω και με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και αστερίσκους. Η ενδεχόμενη είσοδος, δε, της Αιγύπτου αλλάζει αισθητά την κατάσταση. ΟΙ τέσσερις χώρες έχουν ήδη συναντηθεί σε υπουργικό επίπεδο στο Κάιρο, και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι επίκειται και η ένταξη της Αιγύπτου στο εν λόγω σχήμα. Αν πραγματοποιηθεί, στη συμμαχία προστίθεται ο μεγαλύτερος αραβικός στρατός, ο έλεγχος του Σουέζ και το συμβολικό βάρος της Al-Azhar, του κορυφαίο κέντρο σουνιτικής ισλαμικής παράδοσης. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο όρος «σουνιτικός άξονας» θα αποκτούσε πιο ουσιαστικότερο περιεχόμενο.

Advertisement

Όμως, δεν θα πρέπει όμως να αντιμετωπίζουμε τις αραβικές συμμαχίες με δυτικοευρωπαική λογική. Στον Κόλπο η συμμαχία λειτουργεί συχνά ως επιπρόσθετη ασφάλεια και όχι ως αποκλειστική στρατηγική δέσμευση. Το παράδειγμα του Κατάρ είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Το 2017 βρέθηκε αποκλεισμένο από τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Μπαχρέιν και την Αίγυπτο, παρά την κοινή συμμετοχή τους στο Συμβούλιο Συνεργασίας του κόλπου (GCC). Το 2025 δέχθηκε ισραηλινή επίθεση στη Ντόχα παρά τη στενή σχέση του με τις ΗΠΑ και την παρουσία της μεγαλύτερης αμερικανικής βάσης στον Κόλπο (Al Udeid), κάτι που ανάγκασε τις ΗΠΑ να παρέχουν «ειδική εγγύηση ασφαλείας» στη χώρα. Το μάθημα για τις μοναρχίες του Κόλπου είναι σαφές: ποτέ μία μόνο εγγύηση, ποτέ ένας μόνο προστάτης.

Αυτό εξηγεί και τη στάση των ΗΠΑ. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει δημόσια αμερικανική επιδοκιμασία της συμφωνίας της Μέκκας. Υπάρχει όμως μεγάλη απόσταση μεταξύ ανοχής και έγκρισης. Η Ουάσιγκτον θα επιθυμούσε μεγαλύτερη ισοκατανομή των βαρών ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Οι τρεις χώρες παραμένουν σημαντικοί εταίροι της, με την Τουρκία μάλιστα να είναι και μέλος του ΝΑΤΟ. Δεν θα επιθυμούσε όμως έναν αυτόνομο αμυντικό συνασπισμό που θα αμφισβητούσε την πρωτοκαθεδρία του Ισραήλ, θα περιέπλεκε την αμερικανική πολιτική έναντι της Ινδίας ή θα δημιουργούσε πυρηνικές ασάφειες γύρω από το Πακιστάν. Και φυσικά οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία της Μέκκα για την Τουρκία, δεν εντάσσονται ασφαλώς στη λογική επέκτασης του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ στη Σαουδική Αραβία ή στο Πακιστάν.

Όσον αφορά το Ιράν, η αντίδραση ήταν σαφής και έντονη, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία «χάρτινη» και υπογραμμίζοντας προς τη Σαουδική Αραβία ότι δεν της παρέχει καμία προστασία. Παράλληλα, η επίσημη διπλωματία ενέταξε την συμφωνία στο πλαίσιο μίας περιφερειακής συνεργασίας. Η Τεχεράνη βλέπει έναν πυρήνα τριών μεγάλων σουνιτικών δυνάμεων να συγκροτείται γύρω της, παρότι η Άγκυρα επιμένει ότι το σχήμα δεν στρέφεται εναντίον του Ιράν.

Advertisement

Για το Ισραήλ το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Δεν έχει ακόμη υπάρξει επίσημη συνολική αντίδραση, αλλά η Τουρκία θεωρείται η πρωτεύουσα απειλή στο εν λόγω σχήμα. Ακόμη μεγαλύτερη μεταβολή θα προκαλούσε, ασφαλώς, μία μελλοντική ένταξη της Συρίας, που θα συνδεόταν πλέον θεσμικά με Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε σοβαρό περιορισμό στην ισραηλινή ελευθερία δράσης βόρεια των συνόρων του.

Όσον αφορά τη χώρα μας, η όποια παρορμητική και σπασμωδική κίνηση απόσυρσης των Patriot, θα κατέστρεφε κεφάλαιο πέντε ετών και θα άφηνε χώρο στην Τουρκία να εμφανιστεί ως ο αποκλειστικός αμυντικός εταίρος της Σαουδικής Αραβίας. Η Αθήνα ασφαλώς, δικαιούται να ζητήσει σαφείς πολιτικές διαβεβαιώσεις ότι η νέα συμφωνία δεν επηρεάζει τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα, και να επιδιώξει τη διατήρηση και αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία. Συνεπώς, πριν δοθεί η οποιαδήποτε παράταση στην παραμονή της συστοιχίας, θα πρέπει να γίνει μία ειλικρινής διμερής συζήτηση, ώστε να ξεκαθαρίσουν απολύτως οι προθέσεις της Σαουδικής Αραβίας.

 Παράλληλα, Ελλάδα και Κύπρος χρειάζονται μια νέα στρατηγική προσέγγιση των δεδομένων με όχημα την αναβάθμιση του σχήματος 3+1 (Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ +ΗΠΑ) από απλή συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, σε ουσιαστικό μηχανισμό ασφαλείας. Ένα πρώτο βήμα μπορεί να είναι η ανάπτυξη της στενότερης συνεργασίας στους τομείς θαλάσσιας ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας.

Advertisement

Οι Patriot, λοιπόν, δεν πρέπει να φύγουν σήμερα από τη Σαουδική Αραβία. Θα ήταν το λάθος μήνυμα, τη λάθος στιγμή. Αλλά η παρουσία τους δεν μπορεί πλέον να συνεχίζεται με αμφιβολίες. Η Ελλάδα οφείλει να γνωρίζει τι ακριβώς υπερασπίζεται και τι παίρνει σε αντάλλαγμα και συνεπώς η Σαουδική Αραβία θα πρέπει να ξεκαθαρίσει εάν επιθυμεί (και) την Ελλάδα ως πραγματικό στρατηγικό εταίρο.