Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει μια έντονη αντίφαση, καθώς η συνολική περιουσία των νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ, ενώ παράλληλα το διαθέσιμο εισόδημα αυξάνεται σταδιακά λόγω της ανόδου της απασχόλησης.
  • Ωστόσο, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει υψηλότερη από το τρέχον εισόδημα, οδηγώντας σε αρνητική αποταμίευση και αυξανόμενο καταναλωτικό δανεισμό.
  • Παρά την κατοχή σημαντικής ακίνητης περιουσίας που κατατάσσει τα νοικοκυριά σε ικανοποιητικό επίπεδο πλούτου, οι Έλληνες καταγράφουν χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
  • Οι προοπτικές παραμένουν θετικές λόγω των επενδύσεων και των εισοδηματικών παρεμβάσεων, αν και η καθημερινή οικονομική πίεση παραμένει μια βασική πρόκληση για τα νοικοκυριά.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η ελληνική οικονομία εμφανίζει δύο εντελώς διαφορετικά πρόσωπα. Από τη μία πλευρά, η συνολική περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών έχει ξεπεράσει πλέον το 1 τρισ. ευρώ, οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί, οι επενδύσεις σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια έχουν ενισχυθεί θεαματικά και το διαθέσιμο εισόδημα κινείται ανοδικά. Από την άλλη, όμως, οι Έλληνες εξακολουθούν να καταναλώνουν περισσότερα από όσα τους επιτρέπει το τρέχον εισόδημά τους, η αποταμίευση παραμένει αρνητική και ο καταναλωτικός δανεισμός αυξάνεται με ιδιαίτερα υψηλό ρυθμό.

Αυτή την αντίφαση καταγράφει η μελέτη «Εισόδημα και Πλούτος: Η Οικονομική Θέση των Ελληνικών Νοικοκυριών έναντι της Ευρωζώνης», που περιλαμβάνεται στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.

Advertisement
Advertisement

Το εισόδημα ανεβαίνει

Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών ακολουθεί ανοδική πορεία την τελευταία διετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%.

Η άνοδος συνεχίστηκε και στο πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση. Η αύξηση αυτή ήταν μεγαλύτερη από τον μέσο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, περίπου 3%, κάτι που, σύμφωνα με την Alpha Bank, επιτρέπει στα νοικοκυριά να ανακτήσουν σταδιακά μέρος των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών της διετίας 2022-2023.

Η βελτίωση προέρχεται κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης και των αποδοχών. Κατά τη διετία 2024-2025, βασική πηγή της αύξησης του εισοδήματος ήταν οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας, ενώ ακολούθησε το λειτουργικό πλεόνασμα και μικτό εισόδημα αυτοαπασχολουμένων και ατομικών επιχειρήσεων.

Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αυξήθηκαν κατά 4,3%, ενώ το μικτό εισόδημα αυτοαπασχολουμένων και ατομικών επιχειρήσεων κατά 6%. Θετική ήταν και η συμβολή των εισοδημάτων από περιουσία, ενώ αντίθετα οι άμεσοι φόροι περιόρισαν ένα μέρος της αύξησης.

Το μεγάλο καμπανάκι: αρνητική αποταμίευση

Advertisement

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έκθεσης.

Παρά την αύξηση των εισοδημάτων, η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει αρνητική, περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος.

Με απλά λόγια, η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη από το διαθέσιμο εισόδημα.

Advertisement

Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των καθημερινών δαπανών δεν καλύπτεται από τα τρέχοντα εισοδήματα, αλλά από άλλες πηγές: από αποταμιεύσεις που είχαν δημιουργηθεί παλαιότερα, ιδιαίτερα την περίοδο της πανδημίας ή από τραπεζικό δανεισμό.

Και εδώ έρχεται το δεύτερο καμπανάκι.

Ο δωδεκάμηνος ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα έφτασε τον Ιούνιο στο 6,9%. Πρόκειται για έντονα ανοδική πορεία, η οποία δείχνει ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης χρηματοδοτείται μέσω πίστωσης.

Advertisement

Περιουσία άνω του 1 τρισ. ευρώ

Την ίδια στιγμή, η εικόνα του πλούτου είναι εντυπωσιακά διαφορετική.

Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο του 2025.

Advertisement

Μέσα στη διετία 2024-2025 ο συνολικός πλούτος αυξήθηκε κατά 19%, δηλαδή κατά περίπου 161 δισ. ευρώ. Η άνοδος οφείλεται τόσο στην αύξηση της αξίας των ήδη υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων όσο και, σε μικρότερο βαθμό, στη δημιουργία νέου πλούτου.

Advertisement

Και οι αριθμοί ανά κατηγορία είναι αποκαλυπτικοί.

Τα αμοιβαία και επενδυτικά κεφάλαια κατέγραψαν μέσα σε δύο χρόνια αύξηση της αξίας τους κατά περίπου 101%. Ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος αυξήθηκε κατά 53%, οι εισηγμένες μετοχές κατά 42%, τα ομόλογα κατά 16%, οι ασφάλειες ζωής κατά 6% και οι καταθέσεις μόλις κατά 3%.

Παράλληλα, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16%, ενώ ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος κατά 13%.

Advertisement

Οι Έλληνες αλλάζουν και τον τρόπο που κρατούν τον πλούτο τους

Εντυπωσιακή είναι και η μεταβολή στη σύνθεση της περιουσίας.

Το 2018 ο χρηματοοικονομικός πλούτος αντιστοιχούσε μόλις στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών. Στο τέλος του 2025 το ποσοστό είχε φτάσει στο 37%.

Αντίστοιχα, το ποσοστό των ακινήτων στη συνολική περιουσία υποχώρησε από περίπου 65% το 2018 σε 55% το 2025. Δεν σημαίνει ότι μειώθηκε η αξία των ακινήτων – το αντίθετο. Σημαίνει ότι άλλες μορφές χρηματοοικονομικού πλούτου αυξήθηκαν ακόμη γρηγορότερα.

Πλούσιοι σε περιουσία, φτωχοί σε διαθέσιμο εισόδημα

Η σύγκριση με την Ευρωζώνη αποκαλύπτει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το ελληνικό παράδοξο.

Στη διάμεσο του καθαρού πλούτου ανά νοικοκυριό, δηλαδή αφού αφαιρεθούν τα χρέη, η Ελλάδα βρίσκεται στη 15η θέση μεταξύ 19 χωρών της Ευρωζώνης για τις οποίες υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία.

Ο διάμεσος καθαρός πλούτος ενός ελληνικού νοικοκυριού ανέρχεται περίπου στις 118.000 ευρώ.

Η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από την Κροατία, τη Λετονία, τη Λιθουανία και την Εσθονία. Στην κορυφή βρίσκεται το Λουξεμβούργο και ακολουθούν Μάλτα, Ιρλανδία και Βέλγιο.

Όταν όμως η σύγκριση γίνεται με βάση το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η εικόνα αντιστρέφεται.

Με τα στοιχεία του 2024 η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρωζώνης, πάνω μόνο από τη Λετονία. Για τη Βουλγαρία δεν υπάρχουν αντίστοιχα διαθέσιμα στοιχεία για το συγκεκριμένο έτος, ενώ το 2022 είχε χαμηλότερο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα.

Η Alpha Bank αποδίδει αυτή την απόκλιση κυρίως στη μεγάλη ακίνητη περιουσία των ελληνικών οικογενειών, στην άνοδο των τιμών των ακινήτων και στη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσίας από γονείς σε παιδιά.

Έτσι, ένα νοικοκυριό μπορεί να εμφανίζεται σχετικά εύπορο επειδή διαθέτει ένα ή περισσότερα ακίνητα, αλλά ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σημαντική πίεση στην καθημερινότητά του επειδή το τρέχον διαθέσιμο εισόδημά του παραμένει χαμηλό.

Πηγές: Eurostat, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Distributional Wealth Accounts)

Τι βλέπει η Alpha Bank για τα επόμενα χρόνια

Η τράπεζα εκτιμά ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για εισόδημα και περιουσία παραμένουν θετικές.

Αναφέρεται στις φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις, στην αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας με έμφαση στους νέους και στις οικογένειες με παιδιά, στην ενίσχυση των συνταξιούχων, στις αυξήσεις των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και στην περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού.

Παράλληλα, θεωρεί κρίσιμη την επενδυτική ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το Εθνικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά προγράμματα, καθώς μπορούν να αυξήσουν την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τελικά τα εισοδήματα.

Η έκθεση, όμως, αφήνει μπροστά μας ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: πόσο πραγματικά πλουσιότερο αισθάνεται ένα νοικοκυριό όταν το σπίτι του αξίζει περισσότερο, αλλά στο τέλος του μήνα αναγκάζεται να τραβά από τις αποταμιεύσεις του ή να δανείζεται για να καταναλώσει;

Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της σημερινής ελληνικής οικονομίας: περισσότερος πλούτος στην περιουσία, αλλά όχι ακόμη αντίστοιχη άνεση στο πορτοφόλι.