«Ketticè» είναι ο τίτλος της νέας -ιταλικής- ταινίας της Μόνικα Μπελούτσι, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα το Σάββατο 8 Αυγούστου, στο 79ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο.
Πρόκειται για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Τζοβάνι Τορτορίτσι, πρώην συνεργάτη του Λούκα Γκουαντανίνο -ο οποίος είναι μεταξύ των παραγωγών- μετά το Diciannove. Ο Τορτορίτσι υπογράφει τόσο το σενάριο όσο και τη σκηνοθεσία, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι νεαροί Σαλβατόρε Γκαλίνα και Ρακέλε Τεσταγκρόσα.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Παλέρμο το 2012, σε μια Ιταλία που εξακολουθεί να φέρει έντονα το αποτύπωμα της εποχής του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Κεντρικός ήρωας είναι ο Τζούλιο, ένας δεκαεξάχρονος χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το σχολείο και χωρίς σαφή προοπτική για το μέλλον, ο οποίος περνάει τις ημέρες του βυθισμένος στην απάθεια και τη ματαίωση.
Η γνωριμία του με την Κέτι, μια συνομήλική του με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, του προσφέρει διέξοδο από τη μονοτονία. Οι δυο τους αναπτύσσουν μια στενή, σχεδόν αποκλειστική φιλία, δημιουργώντας ένα κοινό καταφύγιο στην αναζήτησή τους για ελευθερία, μακριά από το επικριτικό βλέμμα των ενηλίκων
Ο τίτλος Ketticè παραπέμπει στο προσωνύμιο της Κέτι στη σικελική διάλεκτο. Η Μόνικα Μπελούτσι υποδύεται τη μητέρα του Τζούλιο, μια γυναίκα που ζει εγκλωβισμένη στους περιορισμούς μιας αριστοκρατικής οικογένειας της Σικελίας και ασφυκτιά μέσα στον κοινωνικό ρόλο που της έχει επιβληθεί.
Στη συνέντευξη Τύπου η Μπελούτσι εξήγησε ότι την ενδιέφερε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ενσαρκώνει έναν διαφορετικό χαρακτήρα: Μία σύζυγο και μητέρα, η προσωπική ματαίωση της οποίας κρύβεται πίσω από την εικόνα μιας φαινομενικά άψογης κοινωνικής ζωής. Όπως ανέφερε, η ηρωίδα είναι ουσιαστικά «θύμα ενός κοινωνικού ρόλου» και επιχειρεί να αντισταθμίσει τη δυσφορία και την απογοήτευσή της καταφεύγοντας διαρκώς στο φαγητό. «Υπάρχει μια σκηνή όπου έχει αποκοιμηθεί μπροστά στην τηλεόραση, έχοντας γύρω της ένα σωρό σνακ».
Ιδιαίτερη σημασία για την ηθοποιό είχαν επίσης η σωματική έκφραση και η φωνή του χαρακτήρα. Πρόκειται, όπως είπε, για «μια γυναίκα που έχει ξεχάσει τη θηλυκότητά της, έχει πάψει να φροντίζει τον εαυτό της και όταν μιλάει, φωνάζει».
Η συμπεριφορά αυτή τροφοδοτεί τη διαρκή ένταση στη σχέση της με τον γιο της. Σύμφωνα με την Μπελούτσι, ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια σχέση αμοιβαίας ταπείνωσης, η οποία αποτυπώνει την ουσιαστική αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ των γενεών. Η ταινία, όπως επισήμανε, παρουσιάζει «μια γενιά ενηλίκων που δεν μπορεί πλέον να κατανοήσει τους νέους». Και πρόσθεσε με νόημα ότι η ιστορία διαδραματίζεται το 2012: «Φανταστείτε πώς είναι τα πράγματα σήμερα».
Ο Τορτορίτσι αναφέρθηκε επίσης σε μια σκηνή κατά την οποία μια νεαρή κοπέλα εκφράζει τον θαυμασμό της για τον Μπενίτο Μουσολίνι. Όπως αποκάλυψε, το περιστατικό αντλεί στοιχεία από προσωπική του εμπειρία: είχε γνωρίσει μια μορφωμένη και καλλιεργημένη κοπέλα η οποία, παραδόξως, εξέφραζε θαυμασμό για τον Ιταλό φασίστα δικτάτορα. Για τον σκηνοθέτη, αυτή η φαινομενική αντίφαση ήταν χαρακτηριστική ενός μέρους της νεανικής κουλτούρας κατά την εποχή του Μπερλουσκόνι.
Η Μπελούτσι μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια τόσο για τον Τορτορίτσι όσο και για τους δύο νεαρούς πρωταγωνιστές, οι οποίοι επιλέχθηκαν μετά από εκτεταμένη διαδικασία αναζήτησης νέων προσώπων στους δρόμους, υπογραμμίζοντας τη φυσικότητα και τον αυθορμητισμό της ερμηνείας τους.
Με πληροφορίες από Hollywood Reporter