Γράφει ο Γιώργος Στείρης Καθηγητής Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ
Μέρος Ι: η κατάσταση
Μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα δημόσια ΑΕΙ της χώρας συνεχίστηκε η ιερεμιάδα περί της κατάστασης των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα, η οποία επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι. Χρήσιμο θα ήταν να απομονώσουμε τα γεγονότα από ενδεχόμενες συναισθηματικές αντιδράσεις προς αυτά και ύστερα να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα αίτια των γεγονότων. Τέλος, επιβάλλεται η θαρραλέα και ειλικρινής συζήτηση για την αναζήτηση προτάσεων επίλυσης των προβλημάτων που έχουν ανακύψει, καθώς η έναρξη λειτουργίας 11 ιδιωτικών πανεπιστημίων έρχεται να περιπλέξει την κατάσταση και να επιτείνει τις παθογένειες του δημοσίου πανεπιστημίου, δυσχεραίνοντας παράλληλα τη θεραπεία τους, καθώς η Πολιτεία και τα ΑΕΙ μοιάζουν άτολμα να βάλουν το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων.
Αρχικά, όσον αφορά τα γεγονότα, στη μεγάλη πλειοψηφία των τμημάτων ανθρωπιστικών σπουδών παρατηρείται επί χρόνια πτώση των βάσεων εισαγωγής. Ακόμα και η επίζηλη Νομική Σχολή έχει γνωρίσει κάμψη, καθώς σταθερά πια η βάση εισαγωγής στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ κινείται στο φάσμα των 16.000 μορίων. Το σχετικά νέο δεδομένο είναι πως έχουμε πολλές κενές θέσεις, ακόμα και σε ΑΕΙ της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, τα οποία τα προηγούμενα χρόνια επεδείκνυαν αξιοσημείωτη αντοχή, μετά την καθιέρωση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Και λέω αξιοσημείωτη αντοχή, διότι σχεδόν παντού στο δυτικό κόσμο οι ανθρωπιστικές σπουδές γνωρίζουν κάμψη, τόσο στη χρηματοδότησή τους όσο και στην προσέλκυση νέων φοιτητών. Μάλιστα, οι ανθρωπιστικές σπουδές σε πολλές προηγμένες χώρες θεωρούνται σπουδές ελίτ -για πολλούς λόγους- και απευθύνονται ούτως ή άλλως σε περιορισμένο κοινό.
Επιστρέφοντας όμως στην ελλαδική πραγματικότητα, ας προσέξουμε ότι το πρόβλημα των πολλών κενών θέσεων εμφανίζεται πια και σε τμήματα Μαθηματικών και Φυσικής στη χώρα, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης συμπεριλαμβανομένης. Επίσης, οι βάσεις εισαγωγής τμημάτων μαθηματικών και φυσικής στην επαρχία είναι αντίστοιχες εκείνων στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών, κινούμενες κοντά στη σφαίρα των 10.000 μορίων. Συνεπώς, το πρόβλημα των κενών θέσεων και των χαμηλών βάσεων εισαγωγής επεκτείνεται σε τμήματα που παραδοσιακά συνδέονται με την εκπαίδευση, έστω στην κοινή αντίληψη.
Ένα παρεπόμενο πρόβλημα, το οποίο συχνά αποσιωπάται, είναι ότι αρκετοί από τους επιτυχόντες στα τμήματα αυτά στην πραγματικότητα δεν φοιτούν. Είτε εγγράφονται και δεν παρακολουθούν, είτε εγκαταλείπουν γρήγορα τις σπουδές. Αρκετοί μάλιστα δεν νοικιάζουν καν σπίτι στην πόλη που βρίσκεται το τμήμα που εισήχθησαν και φυσικά είναι φοιτητές μόνο τύποις. Είτε δεν παρακολουθούν κανένα μάθημα και ίσως εμφανίζονται σε κάποιες εξετάσεις (γεγονός που συνιστά στρέβλωση και παραλογισμό στο ότι επιτρέπεται), είτε μετακινούνται με λεωφορείο ή τρένο για να παρακολουθήσουν ορισμένες παραδόσεις στη διάρκεια του εξαμήνου. Το ποσοστό των φοιτητών αυτών των κατηγοριών συχνά αγγίζει ή υπερβαίνει πια το 50% των εισαχθέντων. Αυτή είναι η αποτύπωση της πραγματικότητας, σε γενικές γραμμές. Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει κρίση στις λεγόμενες «καθηγητικές σχολές» και όχι αποκλειστικά στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ακόμα και τα τμήματα παιδαγωγικής και νηπιαγωγών άρχισαν να εμφανίζουν κάμψη στη βάση εισαγωγής, μετά την έκρηξη που σημειώθηκε τα προηγούμενα έτη.
Διαβάστε στο επόμενο μέρος: γιατί αδειάζουν οι «καθηγητικές σχολές»: Τα αίτια της κρίσης