Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Για μεγάλο διάστημα το βασικό πολιτικό πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν η αίσθηση της κυριαρχίας. Δεν ήταν απλώς ο πρωθυπουργός του ισχυρότερου κόμματος. Ήταν ο πολιτικός που έδειχνε να καθορίζει τα διλήμματα και τους όρους της δημόσιας συζήτησης.

Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική.

Advertisement
Advertisement

Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί (στις δημοσκοπήσεις) να προηγείται καθαρά, αλλά πλέον αγωνίζεται να σταθεροποιηθεί στην περιοχή του 30%. Σε πρόσφατη εκτίμηση ψήφου της Marc καταγράφηκε στο 30,8%, ποσοστό που διατηρεί μεν την πολιτική πρωτιά, απέχει όμως σημαντικά από την αυτοδυναμία.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Νέα Δημοκρατία θα παραμείνει πρώτο κόμμα. Είναι με ποιο ποσοστό, με πόσες έδρες, με ποιες πολιτικές εφεδρείες και, κυρίως, με ποιον θα μπορούσε να κυβερνήσει.

Η πιθανή ίδρυση κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά καθιστά την εξίσωση ακόμη δυσκολότερη. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση, υπάρχει όμως μια εμφανής και κλιμακούμενη πολιτική σύγκρουση του πρώην πρωθυπουργού με τη σημερινή ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Παράλληλα, δημοσκοπικά ευρήματα καταγράφουν υπαρκτή δεξαμενή δυνητικών ψηφοφόρων για ένα τέτοιο εγχείρημα.

Ένα κόμμα Σαμαρά δεν χρειάζεται να αποκτήσει ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό για να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στον κ. Μητσοτάκη. Αρκεί να αφαιρέσει ένα τμήμα του παραδοσιακού και συντηρητικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας.

Αν η σημερινή περιοχή του 30% συμπιεστεί περαιτέρω, η Νέα Δημοκρατία μπορεί να βρεθεί να αγωνίζεται για ένα ποσοστό κοντά στο 25% ή στο 27%. Τότε η συζήτηση δεν θα αφορά πλέον την πολιτική κυριαρχία του πρωθυπουργού, αλλά τη δυνατότητα πολιτικής του επιβίωσης.

Με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, το πρώτο κόμμα λαμβάνει μπόνους 20 εδρών όταν φτάσει το 25%, ενώ το μπόνους αυξάνεται σταδιακά όσο ανεβαίνει το ποσοστό του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ένα κόμμα στην περιοχή του 25% ή του 30% μπορεί να σχηματίσει μόνο του κυβέρνηση. Αντίθετα, καθιστά αναγκαία την αναζήτηση ενός ή περισσότερων κυβερνητικών εταίρων.

Advertisement

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σοβαρότερο πολιτικό πρόβλημα του κ. Μητσοτάκη.

Δεν αρκεί να υπάρχουν κόμματα των οποίων οι έδρες θα μπορούσαν αριθμητικά να προστεθούν σε εκείνες της Νέας Δημοκρατίας. Πρέπει να υπάρχει και κάποιο κόμμα πολιτικά διατεθειμένο να αναλάβει το κόστος αυτής της συνεργασίας.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως εναλλακτική δύναμη διακυβέρνησης και όχι ως συμπληρωματικός εταίρος της Νέας Δημοκρατίας. Η συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση υπό τον σημερινό πρωθυπουργό θα αποδυνάμωνε το αίτημά του για πολιτική αλλαγή, θα άφηνε ελεύθερο τον χώρο της αντιπολίτευσης σε ανταγωνιστικές δυνάμεις και θα ενίσχυε την κατηγορία ότι τα δύο κόμματα αποτελούν τελικά μέρη του ίδιου συστήματος εξουσίας.

Advertisement

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επιμένει ότι πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εκλογική ήττα της Νέας Δημοκρατίας και νίκη του ΠΑΣΟΚ. 

Υπάρχει, ωστόσο, μία ακόμη και λιγότερο προβλέψιμη μεταβλητή: νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Η πρώτη στρατηγική του επιδίωξη φαίνεται να είναι η εδραίωσή του ως βασικού εναλλακτικού πόλου διακυβέρνησης στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Για να το πετύχει, επιδιώκει να προσελκύσει σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων, των στελεχών και της πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ. Υπό αυτή την έννοια, στην παρούσα φάση ο αμεσότερος πολιτικός ανταγωνιστής του δεν είναι μόνο η Νέα Δημοκρατία, αλλά κυρίως το ΠΑΣΟΚ.

Advertisement

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μια μετεκλογική συνεργασία του με τη Νέα Δημοκρατία διαφαίνεται σήμερα ως πιθανή. Μια τέτοια επιλογή θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως εναλλακτική κυβερνητική πρόταση απέναντι στον κ. Μητσοτάκη. Η τελική του στάση, όμως, σε περίπτωση που οι εκλογές δεν παράγουν βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία, παραμένει μία από τις άγνωστες μεταβλητές της επόμενης ημέρας.

Ιδίως εάν το ΠΑΣΟΚ έχει προηγουμένως αποδυναμωθεί σημαντικά, το κόμμα Τσίπρα θα κληθεί να αποφασίσει αν θα επιμείνει στην πλήρη πολιτική αντιπαράθεση, αν θα οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές ή αν θα συμμετάσχει σε κάποια ευρύτερη κυβερνητική διευθέτηση.

Στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας τα πράγματα δεν είναι ευκολότερα.

Advertisement

Ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να παρουσιάζει μεγαλύτερη ιδεολογική συγγένεια με τη Νέα Δημοκρατία. Η ίδια η δημιουργία του, όμως, θα βασιζόταν στη σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και στην απόρριψη της σημερινής φυσιογνωμίας της κυβερνώσας παράταξης.  Μια άμεση μετεκλογική συνεργασία υπό την πρωθυπουργία του κ. Μητσοτάκη θα ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό τον λόγο για τον οποίο θα είχε δημιουργηθεί το νέο κόμμα. Θα ήταν δύσκολο να πείσει τους πολίτες ότι αποχώρησε για λόγους αρχών και, αμέσως μετά τις εκλογές, επέστρεψε για να στηρίξει την ίδια ηγεσία.

Advertisement

Παρόμοιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και τα υπόλοιπα κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας. Έχουν οικοδομήσει μεγάλο μέρος της εκλογικής τους επιρροής στην καταγγελία της κυβέρνησης και στην προσέλκυση απογοητευμένων ψηφοφόρων της. Αν τη στηρίξουν, κινδυνεύουν να χάσουν την πολιτική τους ταυτότητα. Αν, πάλι, η Νέα Δημοκρατία υιοθετήσει μεγάλο μέρος της δικής τους ατζέντας για να εξασφαλίσει τη συνεργασία τους, κινδυνεύει να απομακρύνει το κεντρώο και μετριοπαθές ακροατήριο πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι εκλογικές νίκες του 2019 και του 2023.

Τα κόμματα της Αριστεράς βρίσκονται σε τόσο μεγάλη προγραμματική και ιδεολογική απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία ώστε μια συνεργασία να μοιάζει πολιτικά αδιανόητη. Τα μικρότερα κόμματα, ακόμη και εάν ήταν διαθέσιμα, ενδέχεται να μην εξασφαλίζουν τον απαιτούμενο αριθμό εδρών. Θα χρειαζόταν τότε μια κυβέρνηση τριών ή περισσότερων κομμάτων, με διαφορετικές αφετηρίες, αντιφατικές επιδιώξεις και περιορισμένη εσωτερική συνοχή.

Η ουσία, συνεπώς, δεν είναι μόνο ποιος μπορεί να προσθέσει τις απαιτούμενες έδρες. Είναι ποιος μπορεί να επιβιώσει πολιτικά αφού τις προσθέσει.

Advertisement

Ο κ. Μητσοτάκης βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με μια διπλή παγίδα. Από τη μία πλευρά, η Νέα Δημοκρατία δεν φαίνεται σήμερα να διαθέτει το εκλογικό ποσοστό που απαιτείται για να κυβερνήσει μόνη της.

Από την άλλη, κανένας από τους ορατούς σήμερα κυβερνητικούς εταίρους δεν φαίνεται να έχει ισχυρό πολιτικό κίνητρο να διατηρήσει τον ίδιο στην πρωθυπουργία.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξεταστεί και η επίμονη επιλογή του να εξαντλήσει την τετραετία. Ο πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα τοποθετήσει τις επόμενες εκλογές την άνοιξη του 2027, απορρίπτοντας τα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Η απόφαση αυτή παρουσιάζεται ως απόδειξη θεσμικής συνέπειας και πολιτικής σταθερότητας. Πιθανότατα, όμως, υπαγορεύεται και από έναν πιο πιεστικό πολιτικό υπολογισμό: οι πρόωρες εκλογές θα μετέτρεπαν τη σημερινή κυβερνητική φθορά σε άμεσο εκλογικό αποτέλεσμα, χωρίς καμία εγγύηση αυτοδυναμίας ή εξεύρεσης κυβερνητικού εταίρου.

Η παραμονή στην εξουσία μέχρι την άνοιξη του 2027 προσφέρει χρόνο. Και ο χρόνος, όταν κάποιος δεν μπορεί πλέον να επιβάλει τις εξελίξεις, γίνεται το τελευταίο διαθέσιμο πολιτικό του κεφάλαιο.

Ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να προσδοκά ότι μέχρι τις εκλογές τα νέα πολιτικά εγχειρήματα θα δοκιμαστούν, οι αντιφάσεις της αντιπολίτευσης θα γίνουν εμφανέστερες και ένα μέρος των ψηφοφόρων, μπροστά στον κατακερματισμό και την αβεβαιότητα, θα επιστρέψει στη Νέα Δημοκρατία.

Υπάρχει, τέλος, και η ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα διαρκέσει από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2027.

Καθώς οι εθνικές εκλογές τοποθετούνται λίγες εβδομάδες νωρίτερα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιχειρήσει να θέσει στο εκλογικό σώμα ένα έντονο δίλημμα σταθερότητας: ποιος θα εκπροσωπήσει τη χώρα και θα αναλάβει την ευθύνη της ευρωπαϊκής Προεδρίας;

Θα ήταν ένα θεσμικά σημαντικό, αλλά πολιτικά οριακό επιχείρημα. Η ευρωπαϊκή θέση της χώρας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό κομματικής ανανέωσης της εντολής ούτε η θεσμική συνέχεια να ταυτίζεται με την παραμονή ενός συγκεκριμένου πρωθυπουργού στην εξουσία.

Η εξάντληση της τετραετίας συνεπώς εμπεριέχει μια κρίσιμη αντίφαση: ο χρόνος μπορεί να προσφέρει στην κυβέρνηση ευκαιρίες ανάκαμψης, μπορεί όμως και να εντείνει τη φθορά της, επιτρέποντας παράλληλα στους αντιπάλους της να οργανωθούν αποτελεσματικότερα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον πρωθυπουργό είναι ότι δεν ελέγχει πλέον όλες τις μεταβλητές. Δεν ελέγχει τις αποφάσεις του Αντώνη Σαμαρά, τις εξελίξεις στα υπόλοιπα κόμματα, τις κοινωνικές αντιδράσεις ή τη διεθνή συγκυρία. Κυρίως, δεν ελέγχει την κόπωση που δημιουργεί σε ένα μέρος της κοινωνίας η μακρά παραμονή της ίδιας κυβέρνησης στην εξουσία.

Για τον λόγο αυτό, η επιλογή της άνοιξης του 2027 δεν μοιάζει σήμερα με τη στρατηγική ενός πολιτικά κυρίαρχου πρωθυπουργού. Μοιάζει περισσότερο με ένα στοίχημα ότι, μέχρι τότε, κάτι θα έχει αλλάξει προς όφελός του.

Ο κ. Μητσοτάκης δεν περιμένει απλώς ένα καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα. Περιμένει να δημιουργηθεί μια κυβερνητική λύση που σήμερα δεν υπάρχει.

Με απλά λόγια, φαίνεται να παίζει τα ρέστα του στον χρόνο.

Στην πολιτική, όμως, όπως και στη ζωή, όποιος ποντάρει τα πάντα στον χρόνο και στην τύχη μπορεί να δικαιωθεί. Μπορεί, όμως, και να ανακαλύψει ότι το παιχνίδι έχει αλλάξει πριν προλάβει να κάνει την τελευταία του κίνηση.