Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η συγκριτική ανάγνωση των ομιλιών του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπε Ταγίπ Ερντογάν στην 81η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αναδεικνύει μια ουσιώδη διάσταση της παρούσας φάσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η βελτίωση του πολιτικού κλίματος και η αμοιβαία έμφαση στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας δεν συνεπάγονται αντίστοιχη σύγκλιση ως προς τον προσδιορισμό των διμερών διαφορών, το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο ή τις προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού. Παρά την κοινή επίκληση της ειρηνικής επίλυσης, της καλής γειτονίας και του διεθνούς δικαίου, οι δύο ομιλίες αποδίδουν διαφορετικό περιεχόμενο στις έννοιες αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, η αποκλιμάκωση συνιστά πρωτίστως μεταβολή του τρόπου διαχείρισης της διαφωνίας και όχι ένδειξη ουσιαστικής άμβλυνσής της.

Advertisement
Advertisement

Στην ομιλία του Έλληνα πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, η αναφορά στην Τουρκία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κανονιστικό σχήμα, στο οποίο το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως πλαίσιο οριοθέτησης της κρατικής συμπεριφοράς και επίλυσης διακρατικών διαφορών. Η αναφορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας και στην ειρηνική διευθέτηση των θαλάσσιων διαφορών προηγείται της ειδικότερης τοποθέτησης για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η σειρά αυτή έχει αναλυτική σημασία, καθώς τοποθετεί τον διμερή διάλογο εντός ενός ήδη προσδιορισμένου νομικού πλαισίου. Η ελληνική θέση συνδυάζει την αναγνώριση της γεωγραφικής συνύπαρξης και της αναγκαιότητας σταθερής επικοινωνίας με έναν σαφή περιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς: ως μόνη μακροχρόνια διμερής διαφορά προσδιορίζεται η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Παράλληλα, η περαιτέρω πρόοδος συναρτάται με την αποφυγή μονομερών ενεργειών και απειλών χρήσης βίας.

Διαφορετική είναι η εννοιολογική συγκρότηση της τουρκικής θέσης. Ο Ερντογάν αναφέρεται ευρύτερα στα «υφιστάμενα ζητήματα» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τα οποία, σύμφωνα με την τουρκική προσέγγιση, οφείλουν να αντιμετωπισθούν βάσει της καλής γειτονίας και του διεθνούς δικαίου. Στο ίδιο πλαίσιο επαναφέρει την πρόταση για περιφερειακή διάσκεψη της Ανατολικής Μεσογείου. Η διαφοροποίηση από την ελληνική προσέγγιση είναι ουσιαστική και αφορά ήδη το στάδιο της συγκρότησης του αντικειμένου της διαπραγμάτευσης. Η Αθήνα επιδιώκει τον περιορισμό και τη νομική εξειδίκευση της διαφοράς, ενώ η Άγκυρα διατηρεί ευρύτερο φάσμα ζητημάτων και εντάσσει την αντιμετώπισή τους σε μια περισσότερο πολιτική και περιφερειακή διαδικασία. Η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών, επομένως, δεν εξαντλείται στη μέθοδο επίλυσης· αφορά προηγουμένως τον ίδιο τον προσδιορισμό του τι συνιστά διμερή διαφορά.

Η απόκλιση καθίσταται σαφέστερη στην περίπτωση του Κυπριακού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το εντάσσει ρητά στο θεσμικό πλαίσιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, συνδέοντάς το συγχρόνως με την αξιοπιστία του ΟΗΕ ως φορέα διεθνούς νομιμότητας. Στην ελληνική επιχειρηματολογία, η συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο του προβλήματος, ενώ ως επιδιωκόμενη κατεύθυνση προβάλλεται η επανένωση της Κύπρου χωρίς δυνάμεις κατοχής και εντός του υφιστάμενου πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών. Πρόκειται για προσέγγιση που αντιμετωπίζει το ισχύον διεθνές πλαίσιο όχι ως αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, αλλά ως θεσμική βάση για την επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών.

Η τουρκική τοποθέτηση εκκινεί από διαφορετική κανονιστική αφετηρία. Ο Ερντογάν προτάσσει την «κυρίαρχη ισότητα και το ίσο διεθνές καθεστώς» των Τουρκοκυπρίων, ζητεί την άρση της απομόνωσής τους και καλεί τη διεθνή κοινότητα να αναπτύξει πολιτικές, διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με την αυτοαποκαλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Η θέση αυτή δεν αφορά απλώς μια εναλλακτική διαδικασία επίτευξης συμβιβασμού. Εισάγει διαφορετικές προϋποθέσεις για την ίδια την επανεκκίνηση της διαπραγμάτευσης. Ενώ η ελληνική προσέγγιση εδράζεται στη συνέχεια του υφιστάμενου διεθνούς πλαισίου, η τουρκική επιδιώκει προηγούμενη αναγνώριση διαφορετικού πολιτικού και διεθνούς καθεστώτος για την τουρκοκυπριακή πλευρά. Η διαφορά αφορά όχι μόνο το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αλλά και το κανονιστικό σημείο αφετηρίας της διαπραγματευτικής διαδικασίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρχιτεκτονική διάρθρωση των δύο ομιλιών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαχωρίζει αναλυτικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από το Κυπριακό⸱ προηγείται η οριοθέτηση του αντικειμένου της διμερούς θαλάσσιας διαφοράς και ακολουθεί η αυτοτελής εξέταση της Κύπρου ως διεθνούς ζητήματος. Αντίθετα, στην ομιλία Ερντογάν, το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η πρόταση περιφερειακής διάσκεψης και το καθεστώς των Τουρκοκυπρίων εντάσσονται στην ίδια θεματική ενότητα. Η παρατήρηση αυτή δεν αρκεί, ασφαλώς, για να τεκμηριώσει νομική σύνδεση μεταξύ των επιμέρους ζητημάτων. Είναι, ωστόσο, ενδεικτική δύο διαφορετικών τρόπων πλαισίωσης του περιφερειακού πεδίου⸱ η ελληνική προσέγγιση τείνει προς τη νομική εξειδίκευση και τον διαχωρισμό των ζητημάτων, ενώ η τουρκική προς την ενσωμάτωσή τους σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο.

Από την ανωτέρω σύγκριση προκύπτει ότι η διαδικαστική σύγκλιση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας είναι σαφώς μεγαλύτερη από την κανονιστική. Οι δύο πλευρές αποδίδουν αξία στη διατήρηση της επικοινωνίας, επιδιώκουν τον περιορισμό του κινδύνου ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και αναγνωρίζουν την ειρηνική διαχείριση ως αναγκαία συνθήκη της διμερούς σχέσης. Η βελτίωση, εντούτοις, των μηχανισμών επικοινωνίας και διαχείρισης κρίσεων δεν αίρει τις διαφορές ως προς το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης, τους εφαρμοστέους κανόνες και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Στο διμερές επίπεδο, η απόκλιση αφορά κυρίως το εύρος και τη νομική φύση των διαφορών. Στο Κυπριακό είναι βαθύτερη, καθώς εκτείνεται στις ίδιες τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επανεκκινήσει μια διαδικασία επίλυσης.

Οι ομιλίες του 2026 αποτυπώνουν, κατ’ επέκταση, ένα υπόδειγμα «διαχειριζόμενης διαφωνίας». Ο όρος δεν υποδηλώνει στασιμότητα ούτε αναιρεί την πολιτική σημασία της αποκλιμάκωσης. Περιγράφει, ακριβέστερα, μια κατάσταση στην οποία έχουν ενισχυθεί οι μηχανισμοί ελέγχου της έντασης χωρίς να έχει μεταβληθεί ουσιωδώς το κανονιστικό υπόβαθρο των διαφορών. Συνεπαγόμενα το αξονικό ζήτημα δεν είναι μόνο η διατήρηση του διαλόγου, αλλά η δυνατότητα των δύο πλευρών να διαμορφώσουν επαρκώς κοινές παραδοχές ως προς το αντικείμενο και τους κανόνες της διαπραγμάτευσης.

Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή ύφεση έχει αυτοτελή πολιτική αξία ως μηχανισμός σταθεροποίησης, δεν ισοδυναμεί όμως με πορεία επίλυσης. Η μετάβαση από τη διαχείριση στη διευθέτηση προϋποθέτει κάτι απαιτητικότερο από την απουσία κρίσεων⸱⸱ έναν ελάχιστο βαθμό σύγκλισης ως προς το τι αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ποιοι κανόνες το διέπουν και, ιδίως στην περίπτωση του Κυπριακού, ποια είναι η θεσμικά αποδεκτή βάση της διαδικασίας. Ελλείψει αυτής της σύγκλισης, ο διάλογος μπορεί να περιορίζει αποτελεσματικά την ένταση, χωρίς όμως να μεταβάλλει τις δομικές συνθήκες που αναπαράγουν τη διαφωνία.