Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ), Γιάννης Αληγιζάκης, πουυ εκπροσωπεί πρακτικά τον κλάδο των διϋλιστηρίων και των μεγάλων εταιρειών που εμπορεύονται τα καύσιμα απάντησε για πρώτη φορά σε συνέντευξη στο ERTNEWS (εκπομπή “10′ με Τόνο”) αναλυτικά σχετικά με το άκρως επίκαιρο ζήτημα των υπέρογκων αυξήσεων στο ντίζελ, στην βενζίνη και στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Ο ίδιος τάσσεται κατηγορηματικά υπέρ της μείωσης στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Μία απόφαση που “κρέμεται” από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η Αθήνα έχει ήδη προτείνει μία κοινή απόφαση στην ΕΕ σε αυτή την κατεύθυνση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται να θέσει το θέμα στη σύνοδο κορυφής που θα γίνει στις αρχές Οκτωβρίου.
Τα δύο “εργαλεία” της κυβέρνησης
Ο κ. Αληγιζάκης υπενθύμισε ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο εφαρμόζονται κυρίως δύο πολιτικές αντιμετώπισης της ακρίβειας στα καύσιμα: η μείωση της φορολογίας —την οποία έχουν ακολουθήσει χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Σλοβενία, η Σουηδία, το Λουξεμβούργο, η Κύπρος και η Μάλτα— και η επιδότηση, μέτρο που έχει επιλέξει η ελληνική κυβέρνηση.
Ο ίδιος σημειώνει, ότι η κρατική επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης ανέρχεται σήμερα σε 5 λεπτά, ενώ τα διυλιστήρια προσθέτουν επιπλέον 10 λεπτά, διαμορφώνοντας συνολική στήριξη 15 λεπτών στο ντίζελ και 10 λεπτών στη βενζίνη. Στόχος του μέτρου όπως είχε τεθεί το καλοκαίρι, σημειώνει χαρακτηριστικά, ήταν η τιμή του λίτρου να παραμείνει γύρω στα 2 ευρώ, όμως ο στόχος αυτός πλέον απειλείται από τα νέα δεδομένα.
Ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ εκτίμησε ότι οι εξελίξεις καθιστούν αναγκαίο ένα νέο πακέτο στήριξης, με τον πρωθυπουργό να έχει ήδη τοποθετηθεί σχετικά. Εξέφρασε την προσδοκία ότι, όπως έγινε το καλοκαίρι, τόσο η πολιτεία όσο και τα διυλιστήρια θα δείξουν ανάλογη «κοινωνική ευαισθησία», σημειώνοντας ότι μέχρι στιγμής και οι δύο πλευρές έχουν επιδείξει την υπευθυνότητα που απαιτεί η δύσκολη συγκυρία.
Γιατί δεν μειώνεται “εδώ και τώρα” ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης
Σε ερώτηση για τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ), ο κ. Αληγιζάκης εξήγησε ότι η κυβέρνηση αποφεύγει το μέτρο επειδή θα δημιουργούσε μόνιμο δημοσιονομικό κενό. Ανέφερε ότι ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται στα 420 λεπτά, με το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο στα 430, αφήνοντας περιθώριο μόλις 9 λεπτών. Δηλαδή, δηλώνει, το περιθώριο μείωσης ήδη «υπερκαλύπτεται» από τις υφιστάμενες επιδοτήσεις.
Ωστόσο, εκτίμησε πως η λύση μπορεί να έρθει από την Ευρώπη: το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας προβλέπει ρήτρα διαφυγής από τις δημοσιονομικές οροφές, κάτι που ο πρωθυπουργός φέρεται να ζήτησε προσφάτως από τις Βρυξέλλες. Αν εγκριθεί, θα ανοίξει ο δρόμος για μείωση του ΕΦΚ κάτω από τα ευρωπαϊκά κατώτατα όρια.
«Η μεγάλη ευθύνη είναι στην Ευρώπη»
Ο κ. Αληγιζάκης απέδωσε μεγάλο μέρος του προβλήματος στον ενεργειακό σχεδιασμό της ΕΕ από το 2010, ο οποίος επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην απανθρακοποίηση χωρίς εναλλακτικές πέρα από τον ηλεκτρισμό. Αποτέλεσμα, όπως είπε, ήταν το κλείσιμο πολλών ευρωπαϊκών διυλιστηρίων: από 100 μονάδες που λειτουργούσαν παλαιότερα, σήμερα απομένουν 70, εκ των οποίων τα περισσότερα δεν έχουν εκσυγχρονιστεί. Το πρόβλημα, τόνισε χαρακτηριστικά, δεν είναι πλέον η εξεύρεση αργού πετρελαίου αλλά η διαθέσιμη διυλιστική ικανότητα για να μετατραπεί σε τελικά προϊόντα.
Παρά τις υψηλές τιμές, ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα επάρκειας καυσίμων, σε αντίθεση με άλλα σημεία της Ευρώπης όπου καταγράφονται ελλείψεις σε ντίζελ και αεροπορικό καύσιμο (αναφέρθηκε στους περιορισμούς πτήσεων που ανακοίνωσαν τον Ιούνιο η Lufthansa και η Γαλλία). Αντίθετα, τα δύο ελληνικά διυλιστήρια, επενδύοντας και εκσυγχρονίζοντας εγκαίρως τις μονάδες τους, όχι μόνο καλύπτουν την εγχώρια ζήτηση αλλά εξάγουν το 70-75% της παραγωγής τους, με θετική επίδραση στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, υπογραμμίζει.
Στο ερώτημα αν θα έπρεπε να φορολογηθούν περισσότερο οι εξαγωγές προκειμένου να μειωθεί το εγχώριο κόστος, απάντησε αρνητικά, χαρακτηρίζοντας τις εξαγωγές «υγιή κατάσταση» για την ελληνική οικονομία.
Το ερώτημα των «υπερκερδών»
Κληθείς να ορίσει τι θεωρεί «υπερκέρδος», ο κ. Αληγιζάκης απάντησε με ένα άλλο ερώτημα: “Τι θα χαρακτήριζε κανείς υπερζημία;” διερωτήθηκε, αναφερόμενος στις σημαντικές απώλειες που κατέγραψαν οι εταιρείες κατά την περίοδο του Covid, όταν η κατανάλωση είχε μειωθεί κατά 60%.