Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

*

Advertisement
Advertisement

Η επαναλαμβανόμενη απειλή ή  εφαρμογή του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, ως απάντηση στον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμένων, δεν συνιστά απλώς μια συγκυριακή αντίδραση σε εξωτερική πίεση, αλλά εντάσσεται σε ένα συνεκτικό και ιστορικά εδραιωμένο στρατηγικό υπόδειγμα. Πρόκειται για μια μορφή γεωστρατηγικού εξαναγκασμού που αντλεί από τη μακραίωνη θεωρητική παράδοση της θαλάσσιας ισχύος, αλλά ταυτόχρονα προσαρμόζεται στις συνθήκες της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης αλληλεξάρτησης. Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς δεν εκφράζεται πλέον αποκλειστικά μέσω της άμεσης στρατιωτικής επικράτησης, αλλά μέσω της ικανότητας ελέγχου των δικτύων και των ροών, το Ορμούζ μετατρέπεται σε κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην ηγεμονική ναυτική κυριαρχία και στις στρατηγικές άρνησης πρόσβασης (anti-access/area denial) που υιοθετούν αναθεωρητικοί ή περιφερειακοί δρώντες.

Η γεωστρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο που αναδεικνύει τη λειτουργία των «σημείων συμφόρησης» (chokepoints) ως κόμβων συγκέντρωσης ισχύος. Από τον Mahan έως τον Spykman και τον Brzezinski, η ναυτική ισχύς δεν περιορίζεται στον έλεγχο του στόλου ή των θαλασσών με τη στενή επιχειρησιακή έννοια, αλλά επεκτείνεται στη δυνατότητα ρύθμισης της πρόσβασης σε ζωτικές ροές εμπορίου και ενέργειας. Τα στενά, οι δίοδοι και οι θαλάσσιοι διάδρομοι λειτουργούν ως αρτηρίες του διεθνούς συστήματος, και όποιος δύναται να παρεμβαίνει σε αυτούς, αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει τον ίδιο τον «μεταβολισμό» της παγκόσμιας οικονομίας. Υπό αυτή την έννοια, το Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς ένα περιφερειακό πέρασμα, αλλά έναν γεωοικονομικό πολλαπλασιαστή ισχύος, όπου η γεωγραφία μετασχηματίζεται σε πολιτική επιρροή και στρατηγική μόχλευση.

Η επιλογή της Τεχεράνης να επανενεργοποιεί περιοδικά την απειλή ή εφαρμογή αποκλεισμού του στενού καταδεικνύει ότι η στρατηγική της δεν ακολουθεί μια γραμμική λογική κλιμάκωσης, αλλά μια πιο σύνθετη προσέγγιση ελεγχόμενης αστάθειας. Η εναλλαγή μεταξύ περιορισμένης διέλευσης και απειλής διακοπής της ναυσιπλοΐας λειτουργεί ως μηχανισμός διαπραγματευτικής πίεσης, επιτρέποντας στο Ιράν να διαμορφώνει το επίπεδο έντασης χωρίς να οδηγείται κατ’ ανάγκην σε γενικευμένη σύγκρουση. Πρόκειται για μια μορφή στρατηγικής «βαθμιαίας κλιμάκωσης», όπου το ζητούμενο δεν είναι η άμεση νίκη, αλλά η διαρκής μεταβολή του κόστους και των προσδοκιών των αντιπάλων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιρανική στρατηγική μπορεί να ερμηνευθεί ως χαρακτηριστική περίπτωση «ασύμμετρης εξισορρόπησης» (asymmetric balancing). Αντιμέτωπο με έναν δυσμενή συσχετισμό ισχύος έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους, το Ιράν αποφεύγει τη συμμετρική αναμέτρηση και επενδύει στην εργαλειοποίηση της γεωγραφίας και της αβεβαιότητας. Το Ορμούζ λειτουργεί ως στρατηγικός μοχλός που επιτρέπει στην Τεχεράνη να μεταφέρει το πεδίο της αντιπαράθεσης από το καθαρά στρατιωτικό επίπεδο στο επίπεδο των παγκόσμιων ροών. Με αυτόν τον τρόπο, το κόστος της σύγκρουσης δεν περιορίζεται στους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά διαχέεται στο σύνολο του διεθνούς συστήματος.

Η δυναμική αυτή συνδέεται άμεσα με τη θεωρητική έννοια της «εργαλειοποίησης» της αλληλεξάρτησης (weaponization of interdependence). Η αλληλεξάρτηση, αντί να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός ειρήνευσης, μετατρέπεται σε πεδίο άσκησης εξαναγκασμού. Τα δίκτυα της παγκόσμιας οικονομίας δεν είναι ουδέτερα· διαθέτουν κόμβους και σημεία ελέγχου που μπορούν να αξιοποιηθούν στρατηγικά. Το Ιράν, μέσω της απειλής διακοπής της ροής ενέργειας από το Ορμούζ, επιχειρεί να μετασχηματίσει τη δομική του αδυναμία σε συγκριτικό πλεονέκτημα, επιβάλλοντας κόστος όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά κυρίως σε τρίτους δρώντες – ιδίως στις μεγάλες ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται από την ενεργειακή σταθερότητα του Περσικού Κόλπου.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ιρανική στρατηγική αποκτά έναν έντονα διεθνοποιημένο χαρακτήρα. Δεν αποσκοπεί απλώς στην αντιστάθμιση της αμερικανικής πίεσης, αλλά στη δημιουργία συλλογικού κόστους, το οποίο θα ενεργοποιήσει την παρέμβαση τρίτων δρώντων υπέρ μιας αποκλιμάκωσης ή μιας πιο ευνοϊκής για την Τεχεράνη ισορροπίας. Πρόκειται για μια μορφή στρατηγικής διασύνδεσης (issue linkage), όπου η ασφάλεια, η ενέργεια και η παγκόσμια οικονομία συνδέονται σε ένα ενιαίο πεδίο διαπραγμάτευσης.

Advertisement

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να ανακτήσουν την πρωτοβουλία μέσω μιας πολυεπίπεδης καταναγκαστικής προσέγγισης. Ο ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμένων, σε συνδυασμό με τη διακηρυγμένη δέσμευση για διατήρηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας, συνιστά μια προσπάθεια αντιστροφής της ασύμμετρης λογικής της Τεχεράνης. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να παρουσιάσει τη δική της στρατηγική όχι ως μονομερή επιβολή, αλλά ως παροχή ενός παγκόσμιου δημόσιου αγαθού: της ασφάλειας των θαλάσσιων οδών. Με τον τρόπο αυτό, μετασχηματίζει το Ορμούζ από πεδίο διμερούς αντιπαράθεσης σε ζήτημα συλλογικής ασφάλειας, επιδιώκοντας τη νομιμοποίηση της παρουσίας της και τη συμμετοχή συμμάχων στο κόστος επιτήρησης και προστασίας.

Ωστόσο, η εφαρμογή ενός επιλεκτικού ναυτικού αποκλεισμού σε ένα τόσο πυκνό και ευαίσθητο επιχειρησιακό περιβάλλον ενέχει σημαντικούς κινδύνους. Η ανάγκη συνεχούς επιτήρησης, ελέγχου πλοίων και διαχείρισης περιστατικών αυξάνει την πιθανότητα ακούσιας κλιμάκωσης. Ταυτόχρονα, το Ιράν διαθέτει ένα ευρύ φάσμα ασύμμετρων δυνατοτήτων – από παράκτια πυραυλικά συστήματα και ναρκοθέτηση έως ταχέα σκάφη και μη επανδρωμένα μέσα – που του επιτρέπουν να διατηρεί υψηλό επίπεδο απειλής ακόμη και υπό συνθήκες πίεσης.

Η αντιπαράθεση στο Ορμούζ αναδεικνύει έτσι ένα βαθύτερο δομικό πρόβλημα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τα όρια της ηγεμονικής ισχύος σε ένα σύστημα υψηλής αλληλεξάρτησης. Ακόμη και μια ναυτική υπερδύναμη δεν μπορεί να αποσυνδέσει πλήρως τη στρατιωτική της δράση από τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες που αυτή επιφέρει σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ελευθερία ναυσιπλοΐας αποτελεί ταυτόχρονα θεμέλιο της διεθνούς τάξης και πηγή στρατηγικής ευαλωτότητας. Το Ιράν, χωρίς να μπορεί να αμφισβητήσει άμεσα την αμερικανική υπεροχή, επιδιώκει να διαταράξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή ασκείται, μετατρέποντας το κόστος της σύγκρουσης σε συστημικό πρόβλημα.

Advertisement

Εν κατακλείδι, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα εμβληματικό παράδειγμα της μετάβασης από μια γεωπολιτική του εδάφους σε μια γεωπολιτική των ροών. Η σύγκρουση δεν αφορά απλώς τον έλεγχο ενός γεωγραφικού σημείου, αλλά τον καθορισμό των όρων πρόσβασης, τη διαχείριση της αλληλεξάρτησης και την ικανότητα επιβολής κόστους σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα. Το Ιράν αξιοποιεί το Ορμούζ ως εργαλείο υπέρβασης των δομικών του περιορισμών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν την ηγεμονική τους θέση μέσω της θεσμοποίησης και διεθνοποίησης της ασφάλειας. Η έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης δεν θα καθορίσει μόνο την περιφερειακή ισορροπία ισχύος, αλλά και τους όρους υπό τους οποίους θα λειτουργεί η διεθνής τάξη σε μια εποχή όπου ο έλεγχος των δικτύων και των ροών καθίσταται καθοριστικός παράγοντας ισχύος.