Κατά τη συστημική κοινωνιολογική θεώρηση, η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη που συντελέστηκε στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια είχε ως αποτέλεσμα και την αύξηση της «εντροπίας» του κάθε εντόπιου κοινωνικού συστήματος. Η κατάσταση αυτή, λόγω της αύξησης της «ενεργειακοκοινωνικής αταξίας» του συστήματος, είχε ως επακόλουθο την αναστάτωση της κοινωνικής ισορροπίας, που με τη σειρά της ήταν και είναι γενεσιουργός αιτία της αύξησης της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας.
Η έξαρση των τελευταίων χρόνων
Τους τελευταίους μήνες στα δελτία ειδήσεων γίνεται πολύ συχνά αναφορά σε περιστατικά παραβατικότητας και εγκληματικότητας στη χώρα μας. Η συχνότητα αυτή δεν είναι η συνήθης των τελευταίων δεκαετιών. Βέβαια, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι και στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, όταν συντελείται κοινωνική και οικονομική πρόοδος, σχεδόν πάντα αυτή συνοδεύεται από μια ευρύτερη κοινωνική αναστάτωση, στην οποία παρατηρείται και αύξηση της εγκληματικότητας.
Η προκαλούμενη «κοινωνική αταξία»
Τα φαινόμενα αυτά, σε περιόδους κοινωνικών εξελίξεων, αναφύονται σχεδόν νομοτελειακά και η ερμηνεία τους βασίζεται στις αυξημένες δυναμικές που αναπτύσσονται στους κοινωνικούς χώρους.
Για να τεκμηριώσουμε μια εξήγηση, μπορούμε να δανειστούμε μια θεώρηση από την επιστήμη της φυσικής και, πιο συγκεκριμένα, από το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα. Σε έναν κοινωνικό χώρο που λειτουργεί ως σύστημα με συγκεκριμένο κοινωνικοενεργειακό status, προκαλούνται δυναμικές αλλαγές όταν εισάγονται νέες πληροφορίες και γνώσεις. Το status αυτό μεταβάλλεται εξαιτίας της νέας δυναμικής κατάστασης που αποκτούν τα μέλη του συστήματος και, κατά συνέπεια, μεταβάλλεται και η εντροπία του.
Ως εντροπία ενός συστήματος, φυσικού ή κοινωνικού, ορίζουμε εδώ το «επίπεδο αταξίας» των μελών ή των στοιχείων που το συνθέτουν. Για να επανακτήσει το κοινωνικό σύστημα την ισορροπία του στη νέα κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, απαιτούνται επιπλέον ενέργειες και δράσεις, ώστε να διαφυλαχθεί η ενότητα και η οντότητά του.
Η αιτιολόγηση
Αν μεταφέρουμε τις παραπάνω θεωρήσεις στον σημερινό κοινωνικό χώρο της Ελλάδας, θα παρατηρήσουμε τα εξής:
i. Στη χώρα μας, τις τελευταίες δεκαετίες και, πιο συγκεκριμένα, από τη δεκαετία του 1980, έχει συντελεστεί μεγάλη κοινωνικοοικονομική πρόοδος. Αυτή οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της τουριστικής κίνησης, στην πρόοδο των σύγχρονων καλλιεργειών και στις εφαρμογές της σύγχρονης τεχνολογίας.
ii. Το νέο αυτό κοινωνικοοικονομικό status επηρέασε αυξητικά την «εντροπία» του κοινωνικού συστήματος, μέσω των νέων συνθηκών διαβίωσης, της αυξημένης κοινωνικής κινητικότητας, των νέων πολιτισμικών συνηθειών, της βελτίωσης της οικονομικής θέσης των κατοίκων, των μεικτών διεθνικών γάμων και των επακόλουθων οικογενειακών αλληλεπιδράσεων.
Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, η αύξηση της «ενεργειακοκοινωνικής αταξίας» είχε ως επακόλουθο τη διατάραξη της κοινωνικής ισορροπίας σε όλη την επικράτεια, αλλού εντονότερα και αλλού ηπιότερα.
Οι επιπτώσεις
Ως κύριο σύμπτωμα της διατάραξης αυτής θεωρούμε την αισθητή αύξηση της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας. Η εξέλιξη αυτή δεν παρουσιάστηκε αίφνης και ως διά μαγείας, αλλά οι λόγοι εμφάνισής της ανάγονται σε βάθος χρόνου και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κοινωνιολογικής ερμηνείας.
Ο φαύλος κύκλος και η ανυπαρξία πολιτικών αντιμετώπισης
Έως σήμερα δεν έχει διατυπωθεί κάποιο ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του φαινομένου ούτε, ακόμη χειρότερα, έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς από την πολιτεία ως κοινωνικό φαινόμενο.
Η κρατική διοίκηση περιορίζεται κατά καιρούς σε κατασταλτικές κινήσεις και αστυνομικές επιχειρήσεις. Η κοινή γνώμη συχνά ικανοποιείται από αυτές, καθώς επικρατεί η αντίληψη ότι η παραβατικότητα αποτελεί κυρίως ζήτημα ισχυρής αστυνόμευσης και δίκαιης τιμωρίας των παραβατών.
Ωστόσο, μόλις κοπάσει ένα σοβαρό περιστατικό, εμφανίζεται ένα άλλο σε διαφορετική ή ακόμη και στην ίδια περιοχή της χώρας. Οι πολίτες παρακολουθούν την αστυνομική έρευνα και, εφόσον αυτή αποβεί επιτυχής, δημιουργείται προσωρινά η εντύπωση ότι το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε.
Έτσι διαιωνίζεται ένας φαύλος κύκλος εμφάνισης παραβατικών συμπεριφορών και καταστολής τους. Αυτό όμως δεν οδηγεί σε επίλυση του προβλήματος, αλλά μόνο σε περιστασιακή αντιμετώπισή του.
Η διόρθωση και οι «Αμφικτυονίες Σεβασμού»
Είμαστε πεπεισμένοι ότι το φαινόμενο, λόγω των ιδιαίτερων κοινωνιολογικών χαρακτηριστικών του, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ευρύτερες παρεμβάσεις στον κοινωνικό χώρο. Θα χρειαστούν παρεμβάσεις σχεδιασμένες με προσοχή και με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων, οι οποίες θα μπορούν να εφαρμόζονται ανά Περιφέρεια, σε ενότητες Περιφερειών ή και σε ολόκληρη την επικράτεια.
Οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να κινηθούν σε τέσσερις τουλάχιστον άξονες:
i. Στην πληρέστερη οργάνωση των φορέων Εκπαίδευσης.
ii. Στην ενδυνάμωση των θεσμικών υπηρεσιών αστυνόμευσης και Δικαιοσύνης.
iii. Στις παρεμβάσεις των ίδιων των τοπικών κοινωνιών, με πρωτεργάτες τους δημάρχους και τους πρυτάνεις των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων κάθε Περιφέρειας, δημιουργώντας τις «Περιφερειακές Αμφικτυονίες Σεβασμού».
iv. Στην ίδρυση ειδικού κρατικού φορέα κοινωνικής έρευνας, διαπίστωσης και σχεδιασμού της αντιμετώπισης των φαινομένων αυτών.
Στην ελληνική δημόσια διοίκηση δεν υπάρχει σήμερα ανώτατη αρχή που να διαθέτει ταυτόχρονα την αρμοδιότητα και τη στελέχωση με ειδικούς επιστήμονες, όπως ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, νομικούς, εγκληματολόγους και ιστορικούς, ώστε να μελετά τέτοια φαινόμενα και να σχεδιάζει μακροχρόνιες πολιτικές αντιμετώπισής τους.
Πρόταση για μια στρατηγική επιλογή
Καταλήγοντας, θα καταθέσουμε μια πρόταση την οποία θεωρούμε στρατηγικής σημασίας για τον περιορισμό της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας στη χώρα μας.
Ίσως βρισκόμαστε σε ένα χρονικά κομβικό σημείο, κατά το οποίο τα φαινόμενα αυτά εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα, χωρίς ωστόσο να έχουν ακόμη παγιωθεί ως de facto καταστάσεις γενικευμένης παρανομίας και υψηλής εγκληματικότητας.
Τέτοιες αρνητικές καταστάσεις παρατηρούνται, δυστυχώς, σε περιοχές χωρών όπως η Ιταλία και ειδικότερα η νότια Ιταλία, οι ΗΠΑ, το Μεξικό, το Μαυροβούνιο, η Αλβανία, η Βραζιλία και πολλές άλλες.
Η πρότασή μας είναι να δημιουργηθεί κυβερνητικός φορέας, τουλάχιστον σε επίπεδο υφυπουργείου, με αποκλειστική αρμοδιότητα τη μελέτη των φαινομένων παραβατικότητας και εγκληματικότητας, δίνοντας προτεραιότητα στις περιοχές όπου παρατηρείται έξαρσή τους.
Θα ήταν επίσης χρήσιμο να αντληθούν πληροφορίες και εμπειρία από χώρες όπου έχουν εφαρμοστεί αντίστοιχες πολιτικές και έχουν αποδώσει, όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία και οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης.
Οι αρμοδιότητες του φορέα θα μπορούσαν να αντληθούν και από τα υπουργεία Δικαιοσύνης, Παιδείας, Προστασίας του Πολίτη και Εσωτερικών. Με μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας οδικός χάρτης για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου και τον σοβαρό περιορισμό του.