Σε μια περίοδο κατά την οποία η Χριστιανοσύνη εορτάζει την Ανάσταση του Θεανθρώπου, σύμβολο ελπίδας και ζωής, για εκατομμύρια χριστιανούς, οι ημέρες αυτές επισκιάζονται από αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, εξαιτίας περιστατικών βίας αλλά και διαχρονικών διώξεων.
Στη Συρία, όπου οι χριστιανοί έχουν αδιάλειπτη παρουσία 2.000 χρόνων, στα τέλη Μαρτίου ένοπλες ομάδες ισλαμιστών εισέβαλαν στην πόλη Al-Suqaylibiyah της επαρχίας Hama, μια περιοχή με έντονη παρουσία ελληνορθοδόξων χριστιανών, προκαλώντας βανδαλισμούς σε κατοικίες, καταστήματα και οχήματα, ενώ πολίτες που επιχείρησαν να αντιδράσουν δέχθηκαν επίθεση. Στόχος έγινε ακόμη και άγαλμα της Παρθένου Μαρίας, το οποίο δέχθηκε πυροβολισμούς. Η επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας οδήγησε τελικά σε αποκλιμάκωση της έντασης.
Το Πατριαρχείο Αντιοχείας, όπως και οι τοπικές κοινότητες, καταδίκασαν έντονα το περιστατικό, ζητώντας την τιμωρία των δραστών, την αποζημίωση των θυμάτων και τη λήψη ουσιαστικών μέτρων προστασίας και πρόληψης. Παράλληλα, επισήμαναν ότι τέτοιες επιθέσεις συχνά παρουσιάζονται σαν μεμονωμένα περιστατικά, χωρίς αυτό να αντανακλά την πραγματικότητα.
Σε ένδειξη αλληλεγγύης αλλά και για λόγους ασφαλείας, οι κοινότητες όλων των χριστιανικών δογμάτων προχώρησαν στη ματαίωση των υπαίθριων δημόσιων εκδηλώσεων και στολισμών, περιορίζοντας τον εορτασμό αποκλειστικά εντός των ναών. Ιδιαίτερα συμβολική σημασία έχει το γεγονός ότι για πρώτη φορά ματαιώθηκε η καθιερωμένη παρέλαση της Κυριακής των Βαΐων, στην οποία συμμετέχουν και πολλά παιδιά. Η παρέλαση αυτή πραγματοποιείτο αδιαλείπτως στη χώρα, με εξαίρεση την περίοδο κατά την οποία η Συρία τελούσε υπό τον έλεγχο των τζιχαντιστών του ISIS και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.
Τα γεγονότα αυτά αναδεικνύουν το κλίμα ανασφάλειας και τη δυσχερή θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι χριστιανικές κοινότητες στη χώρα μετά την ανατροπή του Bashar al-Assad από τον ηγέτη της τζιχαντιστικής οργάνωσης HTS, Ahmed al-Sharaa. Ενώ μέχρι το Δεκέμβριο του 2024, οι Σύροι χριστιανοί ζούσαν με ασφάλεια σε ολόκληρη χώρα, πλην των υπό τουρκική κατοχή βορείων περιοχών και του Ιντλίμπ που βρισκόταν υπό τον έλεγχο της HTS, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον al-Sharaa, η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει, με τη Συρία να σημειώνει αλματώδη άνοδο στη λίστα των επικίνδυνων χωρών για τους χριστιανούς της μη κυβερνητικής οργάνωσης Open Doors, από τη 18η θέση το 2024, στην 6η το 2025.
Παρά τις εξαγγελίες της νέας μεταβατικής κυβέρνησης περί μετριοπάθειας και σεβασμού όλων των μειονοτήτων, αλλά και το σχετικό αίσθημα ασφάλειας που επικράτησε κατά τους περυσινούς εορτασμούς του Πάσχα, εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, η στοχοποίηση των μειονοτήτων της χώρας, Αλαουιτών, Χριστιανών και Δρούζων, από ισλαμιστές είναι εμφανής. Μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί αρκετές επιθέσεις, βανδαλισμοί και λεηλασίες χριστιανικών περιουσιών, καθώς και περιστατικά βίας, με αποκορύφωμα την τρομοκρατική επίθεση στην ελληνορθόδοξη εκκλησία του Προφήτη Ηλία στη Δαμασκό το προηγούμενο καλοκαίρι, η οποία στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 20 ανθρώπους. Η κατάσταση αυτή εγείρει ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των χριστιανών στη Συρία, ο αριθμός των οποίων έχει μειωθεί δραματικά (κατά 80% περίπου) από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 2011.
Ακόμη πιο δραματική είναι η κατάσταση στη Νιγηρία, η οποία καταγράφεται ως η πλέον θανατηφόρα χώρα για τους χριστιανούς παγκοσμίως. Το 2025, εκτιμάται ότι περίπου το 70% των χριστιανών θυμάτων διεθνώς ήταν Νιγηριανοί, με τις επιθέσεις σε χωριά, τις μαζικές εκτελέσεις και τις απαγωγές να συνθέτουν μια διαρκή ανθρωπιστική κρίση.
Το διάστημα από την Κυριακή των Βαΐων έως και την Κυριακή του Πάσχα των Καθολικών σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες επιθέσεις σε χωριά και εκκλησίες, με δεκάδες θύματα. Στις 29 Μαρτίου, δεκάδες πιστοί που επέστρεφαν στα σπίτια τους μετά τη λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων δολοφονήθηκαν από ενόπλους στην πόλη Jos. Τη Μεγάλη Δευτέρα, μέλη του Ισλαμικού Κράτους στη Δυτική Αφρική επιτέθηκαν σε χριστιανική κοινότητα στη βορειοανατολική Νιγηρία. Στην πολιτεία Nasarawa, τουλάχιστον 11 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή. Το Μεγάλο Σάββατο, ένοπλοι εισέβαλαν σε χριστιανικό χωριό της πολιτείας Borno, έκαψαν σπίτια και μια εκκλησία. Ανήμερα του Πάσχα, στην πολιτεία Benue, χριστιανικές περιουσίες πυρπολήθηκαν, ενώ τουλάχιστον 17 χριστιανοί σκοτώθηκαν και πολλοί άλλοι απήχθησαν. Παράλληλα, ένοπλοι άνοιξαν πυρ εναντίον πιστών κατά τη διάρκεια της λειτουργίας σε δύο εκκλησίες της πολιτείας Kaduna.
Όπως έχει τονιστεί και σε παλαιότερο κείμενό μας (https://www.huffingtonpost.gr/diethnes/i-agries-dioxis-ton-christianon-sti-nigiria/), οι χριστιανοί της Νιγηρίας υφίστανται εκτεταμένες επιθέσεις από την τζιχαντιστική οργάνωση Boko Haram, το παρακλάδι του Ισλαμικού Κράτους στη Δυτική Αφρική (ISWAP), καθώς και από μέλη της μουσουλμανικής φυλής Φουλάνι. Σύμφωνα με οργανώσεις και αναλυτές, οι επιθέσεις τείνουν να λάβουν χαρακτηριστικά εθνοκάθαρσης. Δεκάδες χιλιάδες χριστιανοί έχουν χάσει τη ζωή τους τα τελευταία χρόνια, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περισσότερους από 50.000 νεκρούς από το 2019 έως το 2023, ενώ χιλιάδες εκκλησίες και σχολεία έχουν καταστραφεί. Παράλληλα,περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους ενώ σε 12 βόρειες επαρχίες της χώρας εφαρμόζεται ισλαμικός νόμος, με τους χριστιανούς να καταγγέλλουν, μεταξύ άλλων, ότι αντιμετωπίζονται συχνά σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Το ζήτημα έχει λάβει και διεθνείς διαστάσεις. Το 2025, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήρισε τη Νιγηρία ως «χώρα ιδιαίτερης ανησυχίας», όπου ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή. Εντούτοις, τόσο η κυβέρνηση της Νιγηρίας όσο και αναλυτές απορρίπτουν τους χαρακτηρισμούς περί εθνοκάθαρσης, υποστηρίζοντας ότι η βία πλήττει διάφορες κοινότητες και οφείλεται σε σύνθετους παράγοντες, όπως η τρομοκρατία, η κλιματική αλλαγή και οι εθνοτικές συγκρούσεις.
Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ανήμερα της Μεγάλης Πέμπτης των καθολικών, μέλη της οργάνωσης ADF, που αποτελεί παρακλάδι του ISIS, εισέβαλαν και πυρπόλησαν χριστιανικό χωριό στην επαρχία Ituri. Δεκάδες κάτοικοι πυροβολήθηκαν εν ψυχρώ, αποκεφαλίστηκαν ή κάηκαν ζωντανοί, ενώ πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά, απήχθησαν.
Στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, η ισλαμιστική οργάνωση έχει στοχοποιήσει επανειλημμένως χριστιανικούς πληθυσμούς. Επιθέσεις σε χωριά και εκκλησίες, απαγωγές και μαζικές δολοφονίες αμάχων αποτελούν συχνό φαινόμενο, με εκατοντάδες νεκρούς κάθε χρόνο, αναγκάζοντας πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η δράση της ADF χαρακτηρίζεται από ακραία βία και εκφοβισμό, με στόχο την τρομοκράτηση των τοπικών πληθυσμών, την εξασφάλιση του ελέγχου εδαφών και τοπικών πόρων, καθώς και την αποσταθεροποίηση της κεντρικής εξουσίας.
Στο Πακιστάν, τα ξημερώματα του καθολικού Πάσχα, διερχόμενο όχημα έπεσε πάνω σε πομπή πιστών που κατευθυνόταν προς την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης στην πόλη Gujranwala, με αποτέλεσμα τον θάνατο δύο ατόμων και τον τραυματισμό περίπου εξήντα. Μολονότι τα αίτια του δυστυχήματος παραμένουν υπό διερεύνηση καθώς ο δράστης, αν και ταυτοποιημένος, παραμένει ασύλληπτος, ορισμένες οργανώσεις και πιστοί κάνουν λόγο για περιστατικό με θρησκευτικά χαρακτηριστικά και ζητούν να ενισχυθούν τα μέτρα προστασίας των χριστιανών και των εκκλησιών.
Παρότι το συγκεκριμένο συμβάν δεν μπορεί προς το παρόν να ενταχθεί στις επιθέσεις με σαφές θρησκευτικό κίνητρο, γεγονός παραμένει ότι η χριστιανική μειονότητα του Πακιστάν, η οποία αποτελεί περίπου το 1,6% του πληθυσμού, έχει δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις στο παρελθόν, ακόμη και κατά τη διάρκεια των ημερών του Πάσχα. Ενδεικτικά, το 2016 σημειώθηκε πολύνεκρη επίθεση από τους Ταλιμπάν εναντίον χριστιανών που γιόρταζαν το Πάσχα σε πάρκο στη Λαχώρη. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί πολλά περιστατικά βεβήλωσης εκκλησιών, καύσης Βίβλων, επιθέσεων σε χριστιανικές συνοικίες, καθώς και δολοφονιών, συχνά με αφορμή κατασκευασμένες κατηγορίες περί βλασφημίας.
Όλα αυτά τα περιστατικά καταδεικνύουν ότι για εκατομμύρια χριστιανούς σε όλο τον κόσμο, η ελευθερία της πίστης και η ασφαλής διαβίωση παραμένουν ακόμη ζητούμενα. Όπως υπογραμμίζεται και στην ετήσια έκθεση της οργάνωσης Open Doors, πάνω από 380 εκατομμύρια χριστιανοί παγκοσμίως, υφίστανται διαφόρων ειδών διώξεις εξαιτίας της πίστης τους. Ακόμα και σε μια περίοδο όπως το Πάσχα, που θα έπρεπε να είναι συνυφασμένη με συναισθήματα βαθιάς ευλάβειας, ψυχικής ανάτασης, ελπίδας και χαράς, η πραγματικότητα σε πολλές χώρες υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο τον αγώνα επιβίωσης και τις δυσκολίες που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πλήθος χριστιανών ανά την υφήλιο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, καθίσταται σαφές ότι η συνέχιση των διώξεων με θρησκευτικά κίνητρα είναι ανεπίτρεπτη και αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Προς τούτο, η ανάγκη για ουσιαστική κινητοποίηση της διεθνούς κοινότητας, και κυρίως της χριστιανικής Δύσης, καθίσταται επιτακτική. Η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και των Χριστιανών δεν μπορεί να εξαντλείται σε επίπεδο διακηρύξεων ή δηλώσεων λύπης και ανησυχίας για τις εκάστοτε επιθέσεις, αλλά οφείλει να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες πολιτικές.
Η αδράνεια ή η, ενίοτε, συγκρατημένη αντίδραση της Δύσης, σε συνδυασμό με την ατιμωρησία των δραστών, δημιουργούν συνθήκες που επιτρέπουν τη διαιώνιση των εγκλημάτων, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο βίας και αδικίας. Η αντιμετώπιση της κατάστασης απαιτεί δραστικά μέτρα, έμπρακτη δέσμευση και ενίσχυση των μηχανισμών διεθνούς προστασίας. Σε διαφορετική περίπτωση, το μέλλον των χριστιανικών κοινοτήτων σε πολλές χώρες θα καταστεί εξαιρετικά αμφίβολο.