Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η συγκαιρινή παρέμβαση του Αμερικανού καθηγητή Δικαίου της Θάλασσας Τζέιμς Κράσκα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των εξελίξεων που αφορούν την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Οι τουρκικές αντι-NAVTEX, η προετοιμασία επανέναρξης υποθαλάσσιων ερευνών και η διευρυνόμενη γαλλική συμμετοχή αναδεικνύουν τη διαλεκτική σχέση μεταξύ της κανονιστικής ισχύος του διεθνούς δικαίου, της επιχειρησιακής δυνατότητας και των γεωπολιτικών συσχετισμών. Το ουσιώδες ερώτημα αφορά όχι μόνον τη θεμελίωση θαλάσσιων δικαιωμάτων, αλλά και τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής άσκησής τους υπό συνθήκες ανταγωνιστικών αξιώσεων δικαιοδοσίας.
Η συλλογιστική Κράσκα παραπέμπει στην αμερικανική παράδοση πραγματιστικής διαχείρισης διεθνών διαφορών μέσω λειτουργικών διευθετήσεων, ακόμη και χωρίς προηγούμενη συνολική επίλυση των νομικών εκκρεμοτήτων. Η προσέγγιση αυτή φωτίζει τα όρια της νομικής επιχειρηματολογίας όταν απουσιάζουν οι αναγκαίες πολιτικές και επιχειρησιακές προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ωστόσο, η δυσχέρεια πραγμάτωσης ενός δικαιώματος αποτελεί ζήτημα αποτελεσματικότητας και όχι, αυτομάτως, ένδειξη αβεβαιότητας ως προς το κανονιστικό περιεχόμενο ή τη δεσμευτικότητά του. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την αποφυγή σύγχυσης μεταξύ ισχύοντος δικαίου και πραγματικών συσχετισμών ισχύος.
Η μη προσχώρηση της Τουρκίας στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) δεν την εξαιρεί από τους εφαρμοστέους εθιμικούς κανόνες. Η Άγκυρα δεν δεσμεύεται συμβατικά από τη Σύμβαση ούτε υπάγεται αυτοδικαίως στους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς της. Εντούτοις, βασικές αρχές της θαλάσσιας οριοθέτησης και του νομικού καθεστώτος των νησιών έχουν αναγνωριστεί νομολογιακά ως εκφάνσεις εθιμικού διεθνούς δικαίου. Συνεπώς, η απουσία συμβατικής ιδιότητας διαφοροποιεί τη διαδικαστική θέση της Τουρκίας, χωρίς να συνεπάγεται γενικευμένη απαλλαγή από ουσιαστικές διεθνείς υποχρεώσεις.
Ανάλογη ακρίβεια επιβάλλεται στη διάκριση μεταξύ της γένεσης θαλάσσιων δικαιωμάτων και της επήρειας κατά την οριοθέτηση. Υπό την επιφύλαξη της ειδικής εξαίρεσης του άρθρου 121 παράγραφος 3, της UNCLOS τα νησιά διαθέτουν καταρχήν ικανότητα παραγωγής θαλάσσιων ζωνών. Η ενδεχόμενη μειωμένη επήρεια συγκεκριμένου νησιού, κατόπιν συνεκτίμησης των γεωγραφικών περιστάσεων, δεν αναιρεί την πρωτογενή ύπαρξη του δικαιώματός του. Επομένως, η συρρίκνωση της συζήτησης στην αιγιαλίτιδα ζώνη ή στο καθεστώς των στενών διεθνούς ναυσιπλοΐας παρακάμπτει ουσιώδεις διακρίσεις του Δικαίου της Θάλασσας.
Η προβληματική αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο στην περίπτωση του Great Sea Interconnector. Η συμμετοχή της Nexans και η ενίσχυση γαλλικών επενδυτικών συμφερόντων προσδίδουν στο εγχείρημα ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση. Παράλληλα, οι προετοιμασίες για επανέναρξη ερευνών με εξειδικευμένο πλοίο γαλλικής σημαίας καταδεικνύουν επιχειρησιακή κινητοποίηση, χωρίς να αποδεικνύουν αφ’ εαυτών ότι οι δραστηριότητες έχουν ήδη αρχίσει. Η διαφοροποίηση μεταξύ σχεδιασμού, ετοιμότητας και πραγματικής εκτέλεσης αποτελεί αναγκαία μεθοδολογική προϋπόθεση για την αποτίμηση των εξελίξεων και την αποφυγή πρόωρων συμπερασμάτων.
Οι τουρκικές αντι-NAVTEX καταδεικνύουν, επιπροσθέτως, πώς ένας μηχανισμός ναυτιλιακής ενημέρωσης μπορεί να αξιοποιείται για την πολιτική προβολή δικαιοδοτικών αξιώσεων. Οι ναυτιλιακές αναγγελίες υπηρετούν πρωτίστως την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και δεν συνιστούν αυτοτελείς τίτλους κυριαρχίας ή θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Η πολιτική λειτουργία τους, εντούτοις, καθίσταται σημαντική όταν εντάσσονται σε συστηματική πρακτική αμφισβήτησης αρμοδιοτήτων. Απαιτείται συγχρόνως διάκριση μεταξύ αναγγελιών σχετικών με ερευνητικές εργασίες, στρατιωτικές ασκήσεις ή άλλες δραστηριότητες –η χρονική σύμπτωση δεν αποδεικνύει ταυτότητα αντικειμένου, σκοπού ή νομικής βάσης.
Συναφώς, αποφασιστική είναι η διαφοροποίηση μεταξύ τεχνικής ενημέρωσης και προηγούμενης συναίνεσης. Μηχανισμοί επικοινωνίας για την αποτροπή επεισοδίων δύνανται να εξυπηρετούν θεμιτούς σκοπούς ασφάλειας, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούνται διακριτοί από διαδικασίες αναγνώρισης αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Η ασάφεια ενδέχεται να μετατρέψει τον επιχειρησιακό συντονισμό σε πρόσχημα έμμεσης αποδοχής μονομερών αξιώσεων. Κατά συνέπεια, οι επίσημες ελληνικές δηλώσεις περί συντονισμού με τη Γαλλία και την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως και οι εταιρικές διευκρινίσεις για τις σχετικές επαφές, χρειάζονται αυτοτελή αξιολόγηση, ανεξάρτητη από ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες περί παρασκηνιακών συνεννοήσεων.
Το άρθρο 79 της UNCLOS αναγνωρίζει σε όλα τα κράτη δικαίωμα τοποθέτησης υποβρύχιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα, υπό τους προβλεπόμενους όρους. Η πόντιση καλωδίων, ωστόσο, διακρίνεται νομικά από ορισμένες προκαταρκτικές έρευνες, των οποίων ο χαρακτήρας αξιολογείται με βάση τον σκοπό, τις τεχνικές μεθόδους και την έκτασή τους. Επιπλέον, το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν καθιστά, χωρίς ελληνική συναίνεση, αντιτάξιμη στην Ελλάδα οριοθέτηση που θίγει τα δικαιώματά της. Η αρχή pacta tertiis nec nocent nec prosunt διασφαλίζει ότι οι συμφωνίες τρίτων δεν δημιουργούν υποχρεώσεις ή δικαιώματα για μη συμβαλλόμενα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους.
Η γαλλική συμμετοχή αναβαθμίζει την πολιτική σημασία του έργου, χωρίς να θεμελιώνει αυτομάτως στρατιωτική εγγύηση. Αντιστοίχως, η αμερικανική υποστήριξη της περιφερειακής ενεργειακής συνδεσιμότητας δεν ισοδυναμεί με ανεπιφύλακτη αποδοχή όλων των ελληνικών νομικών θέσεων. Οι διεθνείς συμπράξεις ενισχύουν την ανθεκτικότητα ενός έργου κρίσιμης υποδομής, αλλά παραμένουν ενταγμένες σε διαφοροποιημένες στρατηγικές προτεραιότητες. Η πολιτική υποστήριξη, η οικονομική εμπλοκή και η στρατιωτική δέσμευση αποτελούν διακριτές κατηγορίες, οι οποίες απαιτούν αυτοτελή τεκμηρίωση.
Η συμβολή της παρέμβασης Κράσκα έγκειται τελικά στην ανάδειξη της απόστασης μεταξύ νομικού τίτλου και πολιτικοστρατηγικού αποτελέσματος. Η γένεση δικαιώματος, η οριοθέτηση, η άσκησή του και η δικαιοδοτική προστασία συνιστούν αλληλένδετα, αλλά διακριτά επίπεδα. Λειτουργικές διευθετήσεις μπορούν να περιορίσουν την ένταση, εφόσον διατηρούν προσωρινό, διαφανή και μη προδικαστικό χαρακτήρα. Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η πρόκληση συνίσταται στη μετατροπή της νομικής θεμελίωσης σε αποτελεσματική δράση, με σαφείς επιφυλάξεις και διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους.
Η προστασία υποθαλάσσιων υποδομών προϋποθέτει τεχνικό συντονισμό, διπλωματική ετοιμότητα και αξιόπιστη αποτροπή, χωρίς να εξαρτάται κατ’ ανάγκην από προηγούμενη οριστική οριοθέτηση. Η ναυτιλιακή ενημέρωση δεν παρέχει, καθαυτή, εξουσία μονομερούς αδειοδότησης. Εξίσου σημαντική είναι η αποφυγή διευθετήσεων που αναβαθμίζουν την παρεμπόδιση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Μια συνεκτική στρατηγική συνδυάζει επιχειρησιακή ασφάλεια, αναλογικότητα και θεσμική συνέπεια, αποφεύγοντας τόσο την αδράνεια όσο και την αδικαιολόγητη κλιμάκωση. Η ουσιαστική αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου κρίνεται, εν τέλει, από τη δυνατότητα πραγμάτωσης των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων ακόμη και υπό συνθήκες έντονης γεωπολιτικής αμφισβήτησης.
Η αξιολόγηση των επιμέρους πρωτοβουλιών απαιτεί, επιπλέον, σαφή διαχωρισμό μεταξύ νομικής επιχειρηματολογίας, διπλωματικής επικοινωνίας και επιχειρησιακής συμπεριφοράς. Η πρώτη προσδιορίζει το περιεχόμενο των δικαιωμάτων, η δεύτερη διαμορφώνει τις συνθήκες συνεννόησης και η τρίτη αποκαλύπτει τις πραγματικές δυνατότητες εφαρμογής τους. Καμία από αυτές τις διαστάσεις δεν επαρκεί αυτοτελώς για την εξασφάλιση βιώσιμης σταθερότητας. Αντιθέτως, η μεταξύ τους συνεκτική σύνδεση περιορίζει τον κίνδυνο εσφαλμένων προσδοκιών, αποτρέπει την κανονικοποίηση αμφισβητούμενων πρακτικών και ενισχύει την αξιοπιστία των θεσμικών επιλογών. Ειδικότερα, κάθε προσωρινή συνεννόηση χρειάζεται να συνοδεύεται από σαφή προσδιορισμό του αντικειμένου της, καταγραφή των νομικών επιφυλάξεων και αποφυγή συμπεριφορών που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως σιωπηρή αποδοχή ξένων αρμοδιοτήτων. Έτσι, η συνεργασία αποκτά λειτουργική αξία χωρίς να υπονομεύει τη σταθερότητα των κανόνων που τη θεμελιώνουν.