Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Ο πόλεμος του Ιράν έχει εισέλθει σε μια φάση στρατηγικής αμφισημίας, όπου η παύση των μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν ισοδυναμεί με πραγματική ειρήνευση. Η εύθραυστη εκεχειρία λειτουργεί περισσότερο ως προσωρινή αναστολή της σύγκρουσης παρά ως προοίμιο σταθερής διευθέτησης. Η αποστολή της τροποποιημένης ιρανικής πρότασης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω Πακιστάν καταδεικνύει ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να επενδύει στη διπλωματία, όχι όμως υπό όρους άνευ όρων υποχώρησης. Αντιθέτως, επιχειρεί να μεταφέρει τη σύγκρουση από το πεδίο της στρατιωτικής φθοράς στο πεδίο της διαπραγματευτικής ανταλλαγής, διατηρώντας παράλληλα το κύρος, την αποτρεπτική της αξιοπιστία και την εικόνα της εσωτερικής αντοχής.
Η στασιμότητα των συνομιλιών δεν οφείλεται μόνο στη δυσκολία των τεχνικών ζητημάτων, αλλά κυρίως στο δομικό έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η ιστορική μνήμη της Ισλαμικής Επανάστασης, η κρίση των ομήρων, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015, οι επαναλαμβανόμενες κυρώσεις και οι πρόσφατες επιθέσεις σε ιρανικές πυρηνικές υποδομές έχουν παγιώσει στην ιρανική στρατηγική κουλτούρα την αντίληψη ότι η αμερικανική διαπραγμάτευση αποτελεί προέκταση του καταναγκασμού. Από την αμερικανική πλευρά, αντιθέτως, το Ιράν εκλαμβάνεται ως δρών που χρησιμοποιεί τη διπλωματία για να κερδίσει χρόνο, να προστατεύσει τις υποδομές του και να διευρύνει τα περιθώρια αποτροπής. Έτσι, οι συνομιλίες διεξάγονται μέσα σε ένα περιβάλλον αμοιβαίας καχυποψίας, όπου κάθε παραχώρηση κινδυνεύει να ερμηνευθεί ως αδυναμία.
Η αμερικανική στρατηγική υπό τον Ντόναλντ Τραμπ παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική της μέγιστης πίεσης. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την απειλή νέων πληγμάτων ως διαπραγματευτικό εργαλείο, θεωρώντας ότι η στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της μπορεί να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε συμμόρφωση. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει ότι η εξαναγκαστική διπλωματία δεν παράγει πάντοτε συμβιβασμό· συχνά σκληραίνει τις θέσεις του αντιπάλου, ενισχύει τις αδιάλλακτες εσωτερικές δυνάμεις και αποδυναμώνει όσους υποστηρίζουν την εμπλοκή με τη Δύση. Στην ιρανική περίπτωση, η εξωτερική πίεση δεν μεταφράζεται μηχανικά σε πολιτική υποχώρηση, αλλά συχνά ενσωματώνεται σε μια αφήγηση εθνικής αντοχής και κυριαρχικής αντίστασης.
Για τον λόγο αυτό, μια βιώσιμη διευθέτηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην ταπείνωση του Ιράν. Θα πρέπει να προσφέρει σε όλες τις πλευρές μια «χρυσή γέφυρα» απεμπλοκής: έναν μηχανισμό που θα επιτρέπει την απομάκρυνση από τις μέγιστες θέσεις χωρίς πολιτική ή συμβολική συντριβή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται μια συμφωνία που θα πιστοποιεί ότι απέτρεψαν την πυρηνική στρατιωτικοποίηση του Ιράν. Η Τεχεράνη χρειάζεται μια συμφωνία που θα αναγνωρίζει το δικαίωμά της στην ειρηνική πυρηνική τεχνολογία και θα συνοδεύεται από ουσιαστική άρση κυρώσεων. Το Ισραήλ χρειάζεται αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας, ενώ τα κράτη του Κόλπου χρειάζονται σταθερότητα στις ενεργειακές ροές και στη ναυσιπλοΐα.
Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει το αξονικό σημείο της αντιπαράθεσης. Η Ουάσιγκτον απαιτεί αυστηρούς περιορισμούς στον εμπλουτισμό ουρανίου, έλεγχο των φυγοκεντρητών και εντατικές επιθεωρήσεις, ώστε να αποκλειστεί η δυνατότητα κατασκευής πυρηνικού όπλου. Το Ιράν, από την άλλη, δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα πλαίσιο που θα ακυρώνει πλήρως το δικαίωμά του στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Η λύση, επομένως, δεν βρίσκεται στην πλήρη εγκατάλειψη του εμπλουτισμού, αλλά σε ένα αυστηρά επιτηρούμενο πολυμερές σχήμα, με διεθνείς εγγυήσεις, περιφερειακή συμμετοχή και σαφείς μηχανισμούς επαλήθευσης. Μια τέτοια αρχιτεκτονική δεν θα βασιζόταν στην εμπιστοσύνη, αλλά στη θεσμοποίηση της δυσπιστίας.
Εξίσου κρίσιμο είναι το Στενό του Ορμούζ, το οποίο έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό μοχλό πίεσης της Τεχεράνης. Η γεωγραφική θέση του Ιράν του επιτρέπει να απειλεί έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους της παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί θεμέλιο της διεθνούς τάξης· για το Ιράν, το Ορμούζ αποτελεί αντιστάθμισμα απέναντι στην αμερικανική και ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή. Η αντιπαράθεση αυτή δεν μπορεί να λυθεί με μονομερείς αξιώσεις ελέγχου. Απαιτεί έναν δημιουργικό θεσμικό συμβιβασμό, ο οποίος θα αποτρέπει την ιρανική μονοπώληση του στενού, αλλά θα αναγνωρίζει ότι η περιφερειακή σταθερότητα έχει οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ενός πολυμερούς μηχανισμού επιβαρύνσεων στα ενεργειακά προϊόντα που εξάγονται από τον Κόλπο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ενδιάμεση λύση. Δεν θα επρόκειτο για ιρανικά «διόδια» στη διέλευση πλοίων, αλλά για περιφερειακό σχήμα χρηματοδότησης της ανοικοδόμησης υπό διεθνή εποπτεία. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να κατευθύνει πόρους στην αποκατάσταση των ζημιών στο Ιράν και σε άλλα πληγέντα κράτη, χωρίς να υπονομεύει την αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Παράλληλα, θα προσέφερε στην Τεχεράνη οικονομικό κίνητρο για αποκλιμάκωση και στις Ηνωμένες Πολιτείες θεσμική διασφάλιση ότι το Ορμούζ δεν θα μετατραπεί σε εργαλείο μονομερούς εκβιασμού.
Ωστόσο, η διευθέτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο διμερές επίπεδο ΗΠΑ–Ιράν. Η περιφερειακή διάσταση της σύγκρουσης είναι οργανική. Οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, ο ρόλος της Χεζμπολάχ, η ιρανική επιρροή σε μη κρατικούς δρώντες και η πιθανότητα νέων ισραηλινών πληγμάτων κατά ιρανικών στόχων συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα ασφάλειας. Κάθε συμφωνία που παρακάμπτει το Ισραήλ, τον Λίβανο και την παλαιστινιακή διάσταση θα παραμείνει ευάλωτη. Η Χεζμπολάχ, ιδίως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απομονωμένο λιβανικό πρόβλημα, διότι αποτελεί βασικό στοιχείο της ιρανικής αποτρεπτικής αρχιτεκτονικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ρεαλιστική μια άμεση ειρήνη Ιράν–Ισραήλ. Σημαίνει, όμως, ότι απαιτείται μια μορφή πειθαρχημένης εχθρικής συνύπαρξης. Ένα άτυπο σύμφωνο μη επίθεσης, έμμεσοι δίαυλοι επικοινωνίας, μηχανισμοί αποκλιμάκωσης και διακριτοί κανόνες αποτροπής θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Σε αυτό το σχήμα, κράτη όπως το Ομάν και η Αίγυπτος θα μπορούσαν να αναλάβουν ρόλο μεσολαβητή, ενώ η μείωση της εξοντωτικής ρητορικής και από τις δύο πλευρές θα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για οποιαδήποτε σταθεροποίηση.
Το παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει, επίσης, κρίσιμη παράμετρος της περιφερειακής εξίσωσης. Η επίλυσή του δεν θα εξάλειφε αυτομάτως την ιρανοϊσραηλινή αντιπαλότητα, αλλά θα αποδυνάμωνε ένα από τα βασικά ιδεολογικά θεμέλια της ιρανικής περιφερειακής αφήγησης. Μια αξιόπιστη προοπτική παλαιστινιακής κρατικότητας θα περιόριζε τη δυνατότητα της Τεχεράνης να παρουσιάζει την αντιπαράθεση με το Ισραήλ ως αποκλειστικά ηθικοπολιτική υποχρέωση. Συνεπώς, η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να προκύψει από τεχνικές διευθετήσεις ασφαλείας που αγνοούν τα βαθύτερα ζητήματα πολιτικής νομιμοποίησης.
Η οικονομική διάσταση συμπληρώνει αυτή τη στρατηγική εικόνα. Το Ιράν διαθέτει μηχανισμούς αντοχής: εσωτερικά αποθέματα, χερσαίες εμπορικές διαδρομές, εμπειρία παράκαμψης κυρώσεων και δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου. Ωστόσο, η «οικονομία της αντίστασης» δεν είναι ισοδύναμη με βιώσιμη ανάπτυξη. Η νομισματική αποδυνάμωση, η ακρίβεια, οι διαταραχές στην αγορά, η ανεργία και ο φόβος κοινωνικών εκρήξεων περιορίζουν το βάθος της ιρανικής ανθεκτικότητας. Το καθεστώς μπορεί να αντέξει βραχυπρόθεσμα, αλλά η μακροπρόθεσμη σταθερότητα απαιτεί πρόσβαση σε ξένο συνάλλαγμα, αύξηση εξαγωγών και κάποια μορφή επανένταξης στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Επομένως, η παρούσα κρίση δεν είναι απλώς σύγκρουση γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα. Είναι διαπραγμάτευση για τους όρους της περιφερειακής τάξης μετά τον πόλεμο. Αφορά την ισορροπία ανάμεσα στην κυριαρχία και την επιτήρηση, στην αποτροπή και την αποκλιμάκωση, στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα και τη γεωγραφική ισχύ, στην ασφάλεια του Ισραήλ και τη νομιμοποίηση του Ιράν ως περιφερειακού δρώντος. Η αποτυχία μιας τέτοιας διευθέτησης θα μπορούσε να οδηγήσει την Τεχεράνη στο συμπέρασμα ότι μόνο μια πραγματική πυρηνική αποτροπή μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωσή της. Αυτό θα καθιστούσε τη Μέση Ανατολή πολύ πιο επικίνδυνη, εισάγοντας μια μόνιμη πυρηνική αβεβαιότητα σε ένα ήδη ασταθές περιφερειακό σύστημα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η στρατιωτική ισχύς έχει αποδείξει τα όριά της. Μπορεί να καταστρέψει υποδομές, να αυξήσει το κόστος και να επιβάλει προσωρινές αναδιπλώσεις, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να παραγάγει σταθερή πολιτική τάξη. Αντίθετα, μια βιώσιμη διπλωματική λύση απαιτεί θεσμική φαντασία, αμοιβαία επώδυνες παραχωρήσεις και μηχανισμούς που θα επιτρέπουν στους αντιπάλους να υποχωρήσουν χωρίς να ηττηθούν συμβολικά. Η επιλογή, συνεπώς, δεν βρίσκεται ανάμεσα στη νίκη και την ήττα, αλλά ανάμεσα σε μια ατελή συμβιβαστική αρχιτεκτονική και σε μια παρατεταμένη σύγκρουση με ολοένα υψηλότερο κόστος για την περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια.