Για δεκαετίες, η Ευρώπη οικοδόμησε την ευημερία της πάνω σε μια ιστορική εξαίρεση: η αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα παρείχε ασφάλεια, η Ρωσία φθηνή ενέργεια και η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε την πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα περιόριζε τις γεωπολιτικές συγκρούσεις. Η Γερμανία υπήρξε ο βασικός ωφελημένος αυτού του μοντέλου.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση, η αβεβαιότητα γύρω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η άνοδος της Κίνας ωθούν πλέον την Ευρώπη σε μια βαθιά στρατηγική μετάβαση: από την «οικονομία της ειρήνης» στην «οικονομία της ετοιμότητας».

Advertisement
Advertisement

Στο κέντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται η Γερμανία.

Η γερμανική στροφή

Η περίφημη Zeitenwende του Olaf Scholz το 2022 δεν ήταν μια προσωρινή αντίδραση στη ρωσική εισβολή, αλλά η αρχή εγκατάλειψης ολόκληρου του μεταψυχροπολεμικού γερμανικού μοντέλου.

Η κυβέρνηση του Φρίντιχ Μερτς επιταχύνει πλέον αυτή τη στροφή αυξάνοντας τις αμυντικές δαπάνες, χαλαρώνοντας το συνταγματικό «φρένο χρέους» και επενδύοντας σε άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, ψηφιακές υποδομές και βιομηχανική ανθεκτικότητα.

Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τον στρατό. Το Βερολίνο αντιμετωπίζει πλέον την ασφάλεια ως θεμέλιο της οικονομικής ισχύος. Αυτό εξηγεί γιατί οι επενδύσεις επεκτείνονται από τα εξοπλιστικά προγράμματα έως τα σιδηροδρομικά δίκτυα, την κυβερνοασφάλεια, τα logistics και τις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.

Το ειδικό ταμείο των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό της Bundeswehr συμβολίζει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: την επιστροφή της γεωπολιτικής στον πυρήνα της γερμανικής στρατηγικής σκέψης.

Η οικονομία της ετοιμότητας

Η ΕΕ εισέρχεται σταδιακά σε μια νέα στρατηγική εποχή. Η βασική παραδοχή είναι ότι οι σύγχρονες κοινωνίες είναι τόσο διασυνδεδεμένες ώστε η αποτυχία ενός κρίσιμου συστήματος — ενός ηλεκτρικού δικτύου, ενός λιμανιού, ενός υποθαλάσσιου καλωδίου ή μιας cloud υποδομής — μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρα κράτη.

Advertisement

Η πανδημία αποκάλυψε τις αδυναμίες των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε τις ενεργειακές και βιομηχανικές εξαρτήσεις της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του μοντέλου που στηριζόταν στο ρωσικό φυσικό αέριο και στους αγωγούς Nord Stream.

Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη απομακρύνεται σταδιακά από το μοντέλο just in time και στρέφεται σε στρατηγικά αποθέματα, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού. Η ανθεκτικότητα μετατρέπεται έτσι σε κεντρικό στοιχείο ισχύος.

Από την Ευρώπη των αγορών στην Ευρώπη της ασφάλειας

Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βασίστηκε κυρίως στις αγορές, το εμπόριο και το κοινό νόμισμα. Σήμερα όμως η ΕΕ αρχίζει να ενοποιεί κρίσιμους τομείς ασφάλειας: άμυνα, κυβερνοασφάλεια, ενεργειακή προστασία και στρατιωτική κινητικότητα.

Advertisement

Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034, οι συζητήσεις για κοινή αμυντική βιομηχανία και οι επενδύσεις σε υποδομές διττής χρήσης δείχνουν ότι η Ένωση μετασχηματίζεται σταδιακά σε γεωπολιτικό οργανισμό και όχι μόνο σε οικονομική ένωση.

Η μετατόπιση αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη θεσμική αλλαγή στην Ευρώπη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η επιστροφή της αμυντικής βιομηχανίας

Η Γερμανία εξελίσσεται ταχύτατα σε κεντρική στρατιωτική και βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης, επενδύοντας σε πυραυλικά συστήματα, παραγωγική ικανότητα και δυνατότητες μακρού πλήγματος. Παράλληλα, εταιρείες όπως η Rheinmetall επεκτείνονται με ρυθμούς που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητοι.

Advertisement

Ήδη οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες προσεγγίζουν εκείνες της Γαλλίας και της Βρετανίας μαζί, ενώ το Βερολίνο δηλώνει ανοιχτά ότι επιδιώκει τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Γερμανία θα αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά πώς αυτή η ισχύς θα ενσωματωθεί σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο χωρίς να δημιουργήσει νέες ανισορροπίες.

Η Γαλλία ανησυχεί για γερμανική κυριαρχία στην αμυντική βιομηχανία. Η Πολωνία φοβάται ένα νέο ευρωπαϊκό «διευθυντήριο». Μικρότερα κράτη ανησυχούν ότι οι μεγάλες χώρες θα καθορίζουν de facto τις στρατηγικές αποφάσεις της Ένωσης.

Advertisement

Η Ευρώπη των γεωπολιτικών πυρήνων

Η ομάδα E6 — Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία, Ισπανία και Ολλανδία — αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα: η ευρωπαϊκή άμυνα οικοδομείται ολοένα και περισσότερο μέσω ευέλικτων συνεργασιών μεταξύ πρόθυμων κρατών και όχι αποκλειστικά μέσα από τους αργούς μηχανισμούς των 27.

Advertisement

Αυτό επιτρέπει ταχύτερες αποφάσεις και μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, αλλά αυξάνει ταυτόχρονα τον κίνδυνο μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, όπου οι γεωπολιτικοί πυρήνες θα αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή από τους κοινούς θεσμούς.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες ταχύτερα από όσο αναπτύσσει κοινή στρατηγική κουλτούρα  και πιο αργά από όσο μειώνεται η αμερικανική δέσμευση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η νέα έννοια της ισχύος

Στον 20ό αιώνα η ισχύς μετριόταν κυρίως σε στρατούς, βιομηχανική παραγωγή και πυρηνικά οπλοστάσια. Στον 21ο αιώνα μετριέται όλο και περισσότερο στην ενεργειακή ασφάλεια, στην κυβερνοάμυνα, στην προστασία κρίσιμων υποδομών και στην κοινωνική συνοχή.

Advertisement

Η Σουηδία επενδύει στην ψυχολογική άμυνα απέναντι στην παραπληροφόρηση. Η Φινλανδία διατηρεί μοντέλα ολικής άμυνας. Η Γερμανία αναπτύσσει υποδομές διττής χρήσης. Η Ευρώπη προσπαθεί πλέον να οικοδομήσει μια μορφή ισχύος που βασίζεται όχι μόνο στη στρατιωτική αποτροπή αλλά και στην ικανότητα διατήρησης της πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας υπό πίεση.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα επανεξοπλιστεί. Αυτό έχει ήδη ξεκινήσει.

Η πρόκληση είναι πρωτίστως πολιτική και θεσμική. Μια Ένωση που επιδιώκει στρατηγική αυτονομία και ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί αποκλειστικά με εργαλεία μιας μεταψυχροπολεμικής εποχής, ούτε να παραμένει εγκλωβισμένη σε μηχανισμούς ομοφωνίας που συχνά παραλύουν τη συλλογική δράση. Η μετάβαση από μια οικονομική ένωση σε μια πραγματική γεωπολιτική δύναμη προϋποθέτει βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση, ενίσχυση της κοινής άμυνας και σταδιακή μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο.

Αυτό σημαίνει ισχυρότερη κοινή εξωτερική πολιτική, δυνατότητα ταχείας λήψης αποφάσεων μέσω ειδικής πλειοψηφίας στην ΚΕΠΠΑ, ουσιαστική ενίσχυση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 42§7 ΣΕΕ και, μακροπρόθεσμα, τη συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας ικανής όχι μόνο να προστατεύει αλλά και να εγγυάται τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.

Το πραγματικό ευρωπαϊκό δίλημμα, επομένως, δεν αφορά μόνο το ύψος των αμυντικών δαπανών ή την ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος. Αφορά το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι έτοιμη να μετασχηματιστεί σε μια δημοκρατική πολιτική ένωση νέου τύπου — μια δύναμη ικανή να συνδυάζει οικονομική, τεχνολογική, διπλωματική και στρατηγική ισχύ, υπερασπιζόμενη παράλληλα τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ατομικών ελευθεριών σε έναν απρόβλεπτο και ασταθή κόσμο.