Γράφει ο Δρ Νίκος Δενιόζος, Υποναύαρχος Λιμενικού Σώματος ε.α., Διδάκτωρ Οικονομικής Γεωγραφίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, με μεταδιδακτορική εξειδίκευση στη Γεωπολιτική και Γεωοικονομία της Θαλάσσιας Ασφάλειας.
Η θαλάσσια ασφάλεια αποτελεί ένα σύνθετο πεδίο της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής, καθώς συνδέει νομικές, θεσμικές, στρατηγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις. Η ιδιαιτερότητά της απορρέει από τη φύση του θαλάσσιου χώρου, όπου η άσκηση κρατικής εξουσίας διαφοροποιείται ανάλογα με τη θαλάσσια ζώνη, ενώ η αντιμετώπιση των απειλών προϋποθέτει συχνά τη συνεργασία κρατικών και μη κρατικών δρώντων. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί, επομένως, την αξιοποίηση τεσσάρων βασικών αναλυτικών πλαισίων: του διεθνονομικό, του κρατοκεντρικού ή γεωπολιτικού, του ερμηνευτικού ή κοινωνικοπολιτισμικού και του αιτιοκρατικού ή αναπτυξιακού.
Το διεθνονομικό πλαίσιο
Το διεθνονομικό πλαίσιο στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ειδικότερα στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Η θαλάσσια ασφάλεια προσεγγίζεται μέσα από τους κανόνες που καθορίζουν τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες των κρατών. Βασικό ερώτημα είναι ποιος έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει σε κάθε θαλάσσια ζώνη και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αντιμετωπίζει παράνομες δραστηριότητες. Η UNCLOS διακρίνει διαφορετικά καθεστώτα, όπως τη χωρική θάλασσα, η οποία εκτείνεται έως τα 12 ναυτικά μίλια, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), έως τα 200 ναυτικά μίλια, την υφαλοκρηπίδα και την ανοικτή θάλασσα. Κάθε ζώνη διέπεται από διαφορετικούς κανόνες κυριαρχίας και δικαιοδοσίας, γεγονός που καθιστά την εφαρμογή του νόμου ιδιαίτερα απαιτητική.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διάκριση μεταξύ πειρατείας και ένοπλης ληστείας κατά πλοίων. Η πειρατεία, σύμφωνα με το άρθρο 101 της UNCLOS, αφορά συγκεκριμένες παράνομες πράξεις που διαπράττονται, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, στην ανοικτή θάλασσα ή σε τόπους εκτός της δικαιοδοσίας οποιουδήποτε κράτους. Αντίθετα, η ένοπλη ληστεία στα χωρικά ύδατα υπάγεται κατά κανόνα στη δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους. Αντίστοιχα, η παράνομη αλιεία, η θαλάσσια ρύπανση και η διακίνηση ναρκωτικών αντιμετωπίζονται μέσω συνδυασμού διεθνών συμβάσεων και εθνικών νομοθεσιών. Συνεπώς, η αποτελεσματική θαλάσσια ασφάλεια προϋποθέτει τόσο την επιχειρησιακή ικανότητα όσο και τη συνεπή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Το κρατοκεντρικό ή γεωπολιτικό πλαίσιο
Το κρατοκεντρικό πλαίσιο αντλεί από τις θεωρίες των διεθνών σχέσεων, κυρίως τον πολιτικό ρεαλισμό και τον φιλελεύθερο θεσμισμό. Αντιμετωπίζει τη θάλασσα ως χώρο ανταγωνισμού, άσκησης ισχύος και προάσπισης εθνικών συμφερόντων. Τα κράτη αποτελούν τους βασικούς δρώντες, καθώς διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους, οργανώνουν τις ναυτικές δυνάμεις και τις ακτοφυλακές τους και επιδιώκουν να εξασφαλίσουν τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων περιοχών. Η ναυτική ισχύς δεν αποτελεί αποκλειστικά στρατιωτικό εργαλείο, αλλά και μέσο αποτροπής, προβολής ισχύος και άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, συνδέεται με την προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας (SLOCs), την ασφαλή μεταφορά ενεργειακών πόρων και τη διατήρηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας.
Η στρατηγική σημασία περιοχών όπως τα Στενά του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και το Στενό της Μαλάκκας καταδεικνύει τη σύνδεση της θαλάσσιας ασφάλειας με τη γεωπολιτική και την παγκόσμια οικονομία. Οι διαταραχές σε αυτούς τους θαλάσσιους διαδρόμους μπορούν να επηρεάσουν τις ενεργειακές ροές, το διεθνές εμπόριο και το κόστος μεταφοράς. Ωστόσο, η συγκεκριμένη προσέγγιση αναγνωρίζει και τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας. Η ανταλλαγή πληροφοριών, οι κοινές ναυτικές επιχειρήσεις και οι πολυμερείς θεσμοί μπορούν να ενισχύσουν τη συλλογική ασφάλεια και να περιορίσουν τις συνέπειες του στρατηγικού ανταγωνισμού.
Το ερμηνευτικό ή κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο
Το ερμηνευτικό πλαίσιο εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι απειλές προσδιορίζονται και αποκτούν πολιτική σημασία. Η βασική του παραδοχή είναι ότι, παρότι οι κίνδυνοι μπορεί να είναι αντικειμενικά υπαρκτοί, η αξιολόγηση και η αντιμετώπισή τους επηρεάζονται από κοινωνικές αντιλήψεις, πολιτικές προτεραιότητες και κυρίαρχα αφηγήματα. Κεντρική έννοια αποτελεί η «ασφαλειοποίηση» (securitization), η οποία αναπτύχθηκε από τη Σχολή της Κοπεγχάγης. Πρόκειται για τη διαδικασία μέσω της οποίας ένα ζήτημα παρουσιάζεται ως υπαρξιακή απειλή, αποκτώντας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, νομιμοποίηση για την υιοθέτηση έκτακτων μέτρων.
Για παράδειγμα, η λαθρομετανάστευση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απειλή για την εθνική ασφάλεια, οδηγώντας σε αυξημένους συνοριακούς ελέγχους και ενισχυμένη επιτήρηση. Εναλλακτικά, μπορεί να προσεγγιστεί ως ανθρωπιστικό και αναπτυξιακό ζήτημα, με έμφαση στη διάσωση ανθρώπων, στην προστασία των δικαιωμάτων και στη διεθνή συνεργασία. Αντίστοιχα, η πειρατεία μπορεί να οδηγήσει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά η αποκλειστική έμφαση στην καταστολή ενδέχεται να παραβλέψει τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που ευνοούν την εμφάνισή της. Το πλαίσιο αυτό επιτρέπει, επομένως, την κριτική αξιολόγηση των πολιτικών ασφαλείας και των παραδοχών στις οποίες στηρίζονται.
Το αιτιοκρατικό ή αναπτυξιακό πλαίσιο
Το αιτιοκρατικό ή αναπτυξιακό πλαίσιο εστιάζει στα βαθύτερα αίτια της θαλάσσιας ανασφάλειας, αντλώντας από τις αναπτυξιακές σπουδές, την ανθρώπινη ασφάλεια και την πολιτική οικονομία. Υποστηρίζει ότι πολλές απειλές που εκδηλώνονται στη θάλασσα συνδέονται με συνθήκες στην ξηρά, όπως η φτώχεια, η ανεργία, η διαφθορά, η πολιτική αστάθεια και η αδυναμία των κρατικών θεσμών. Η πειρατεία, το λαθρεμπόριο και η παράνομη αλιεία δεν αποτελούν πάντοτε μεμονωμένα φαινόμενα, αλλά μπορεί να συνδέονται με την οικονομική περιθωριοποίηση, την έλλειψη νόμιμων ευκαιριών απασχόλησης και την ανεπαρκή προστασία των θαλάσσιων πόρων. Κατά συνέπεια, η αντιμετώπιση της ανασφάλειας δεν μπορεί να περιορίζεται σε στρατιωτικά και αστυνομικά μέτρα. Απαιτείται ενίσχυση των θεσμών, δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας, εκπαίδευση, υποστήριξη των παράκτιων κοινοτήτων και αποτελεσματική διαχείριση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Η προσέγγιση αυτή προωθεί τη σύνδεση της ασφάλειας με τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη δεν εξαλείφει αυτομάτως την ανασφάλεια, καθώς καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η ποιότητα των θεσμών, η πολιτική διακυβέρνηση και οι ευρύτερες γεωπολιτικές συνθήκες.
Συμπέρασμα
Τα τέσσερα πλαίσια προσφέρουν συμπληρωματικές οπτικές για την κατανόηση της θαλάσσιας ασφάλειας. Το διεθνονομικό προσδιορίζει τους κανόνες και τις αρμοδιότητες, το γεωπολιτικό αναδεικνύει την ισχύ και τον ανταγωνισμό, το ερμηνευτικό εξετάζει την κοινωνική κατασκευή των απειλών και το αναπτυξιακό διερευνά τα βαθύτερα αίτια της ανασφάλειας. Η συνδυαστική αξιοποίησή τους επιτρέπει τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων πολιτικών που συνδέουν τη νομική νομιμότητα, τη στρατηγική αποτελεσματικότητα, την κοινωνική προστασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Βιβλιογραφία
1. Bueger, C. and Edmunds, T. (2024). Understanding Maritime Security. Oxford: Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/oso/9780197767146.001.0001.
2. Bueger, C. (2015). ‘What is maritime security?’, Marine Policy, 53, pp. 159–164. https://doi.org/10.1016/j.marpol.2014.12.005.
3. Bueger, C., Edmunds, T. and Stockbruegger, J. (2025). ‘UNCLOS under Fire: Recalibrating Maritime Security Governance’, International and Comparative Law Quarterly, 74(S1), pp. 85–102. https://doi.org/10.1017/S0020589325101218.
4. Buzan, B., Wæver, O. and de Wilde, J. (1998). Security: A New Framework for Analysis. Boulder, CO: Lynne Rienner Publishers.
5. Till, G. (2018). Seapower: A Guide for the Twenty-First Century. 4th edn. Abingdon: Routledge.
6. United Nations (1982). United Nations Convention on the Law of the Sea. Montego Bay, 10 December 1982. Διαθέσιμο στον επίσημο ιστότοπο του ΟΗΕ: UNCLOS – United Nations.
7. United Nations Office on Drugs and Crime (UNODC) (2013). Transnational Organized Crime in Eastern Africa: A Threat Assessment. Vienna: UNODC.
8. United Nations Development Programme (UNDP) (1994). Human Development Report 1994: New Dimensions of Human Security. New York: Oxford University Press.