Για την εκλογή του Πέταρ Μαγιάρ στην Ουγγαρία, το καθοριστικό ζήτημα υπήρξε νομίζω το γεγονός ότι τα τελευταία 1-2 χρόνια, και πολύ πιο απροκάλυπτα απ’ ό,τι στο παρελθόν, γινόταν ξεκάθαρο ότι ο Βικτόρ Ορμπάν δορυφοριοποιούσε την χώρα στην Μόσχα. Το γεγονός αυτό άγγιξε πολύ ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας, και τις μνήμες για την πρόσφατη σοβιετική κατοχή της χώρας –εξ ου και η γενική κινητοποίηση εναντίον του.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η εξέλιξη αυτή είναι άκρως σημαντική και σε ό,τι αφορά στην Ενωμένη Ευρώπη. Γλυτώνει ο οργανισμός μια ρωσική σφήνα (και σε ό,τι αφορά εμάς κυρίως, και από μια χώρα που λειτουργούσε σε ευθυγράμμιση με την Τουρκία). Και αυτό ήδη σημαίνει πολλά για την ενότητα και την συνοχή του.
Επίσης σημαντικό, ότι το αποτέλεσμα λειτούργησε ως ένα ράπισμα προς τους Τραμπ και Βανς, και την τάση τους να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της Ευρώπης ώστε να προωθήσουν φωνές που ευνοούν την διάσπασή της. Να αξιολογηθεί πρέπει αυτό, τόσο σε σχέση με τον Τραμπισμό καθεαυτόν, όσο και για την εκ πρώτης όψεως περίεργη σύγκλισή με τον Πούτιν στο θέμα αυτό.
Από εκεί και πέρα, η υποδοχή των εξελίξεων αυτών από την ελληνική ψηφιακή δημόσια σφαίρα υπήρξε μάλλον απογοητευτική.
Εντελώς άτοπη, είναι η ταύτιση του Μητσοτάκη με τον Ορμπάν. Δεν χρειάζεται να την σχολιάσουμε παραπάνω. Ίσως, βέβαια, να χρειάζεται μια ανάλυση του γιατί αυτή η ταύτιση είναι τόσο επιδραστική στα ΜΚΔ.
Διάφοροι βρήκαν να τονίσουν ότι δεν υπήρχε «ιδεολογική μεταστροφή» επικαλούμενοι τους συντηρητικούς τόνους της ατζέντας του Μαγιάρ, για την μετανάστευση π.χ. Μα, οι πολιτικές σε αυτό το επίπεδο είναι κοινός τόπος για την Ανατολική Ευρώπη, και δεν είναι στοιχεία που θα πρέπει να χρεωθούν στην πολιτική ιδιοσυγκρασία του Ορμπάν. Το αποφασιστικό ιδεολογικό στοιχείο είναι το «Μακριά από την Μόσχα». Ότι ο φιλελευθερισμός της Ανατολικής Ευρώπης διαπλέκεται με ρεύματα προάσπισης πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας, και φέρει στην προμετωπίδα του το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας («εναντίον των αυτοκρατοριών») είναι ένα στοιχείο πάγιο από το… 1848, και βέβαια, ένα στοιχείο που αναζωπυρώθηκε στο πλαίσιο της αντίθεσης στην Σοβιετική Αυτοκρατορία.
Άλλοι επισήμαναν το γεγονός ότι στην Ουγγαρία εξαφανίστηκε η αριστερά. Σημαντική μεν η έκλειψη της κεντροαριστεράς, καταδεικνύει το υπαρξιακό στοιχείο της κρίσης της, και την ιδεολογική της εξάντληση. Εντούτοις υπάρχει ένα θέμα με αυτήν την οπτική στην Ελλάδα: ανάγει κάθε πολιτική εξέλιξη που συμβαίνει στον πλανήτη (στο Ιράν, ή στην Ουγγαρία) σε μια αντιπαράθεση με τον υπαρκτό και λανθάνοντα συριζαϊσμό μερίδων του ελληνικού διαδικτύου και άρα ετεροπροσδιορίζεται από τα φληναφήματά του. Αυτό μικραίνει κατά πολύ την αναλυτική της ευκρίνεια, γιατί στην ουσία συνομιλεί με ένα φάντασμα και όχι με την πραγματικότητα.
Να πούμε και κάτι, τέλος, για τα διάφορα δίπολα στα οποία γίνεται επίκληση για να κατανοήσει κανείς το τι συνέβη στην Ουγγαρία (παράδειγμα woke, και anti-woke ατζέντα, αριστερά – δεξιά κ.λπ.). Αν κάτι έπαιξε ρόλο στην Ουγγαρία, είναι η υπέρβασή τους.
Ένα πατριωτικό μέτωπο για την ανατροπή του εντολοδόχου της Μόσχας από το τιμόνι της χώρας, αναπόφευκτα περιέχει κόσμο από όλο το πολιτικό φάσμα, και τις ιδεολογικές αφετηρίες. Ότι μπορεί να υπάρξει μια συντηρητική πολιτική που δεν είναι αλλήθωρη προς την Μόσχα, ότι μπορεί να υπάρξει μια πολιτική που εναντιώνεται στον Τραμπ και τον Βανς, χωρίς κατ’ ανάγκην να υιοθετεί την αποδομητική ιδεολογία της αφύπνισης… τέτοιου τύπου συμπεράσματα ευνοούν οι εκλογές της Ουγγαρίας, οπότε, οι οπτικές που προσπαθούν να τις εντάξουν στις πολώσεις του διαδικτύου είναι εξ αρχής άστοχες.