Γράφουν οι Κώστας Θεολόγου – Δημήτριος Καρακούλας
*
Μια κοινωνία που μάλλον απαξιώνει τη γνώση ας μην εκπλήσσεται από τις επιδόσεις της στο εκπαιδευτικό σύστημά της, δηλαδή όταν πατώνει.Βάσει των αποτελεσμάτων της φετινής έκθεσης της PISA μείναμε «ενεοί» διαπιστώνοντας πως στο ελληνικό σχολείο υπάρχουν δομικές και μάλλον θεμελιακές δυσλειτουργίες. Στο παρελθόν είχαν ακουστεί δηλώσεις προβληματισμού, βαρύγδουπες εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων, ο γνωστός καβγάς περί την αξιολόγηση και, λίγο αργότερα, η σιωπή και η λήθη. Παλιότερα χλευάζαμε όταν μαθαίναμε για τα σχολεία στις ΗΠΑ, πόσο αγράμματα παιδιά αποφοιτούσαν και πόσο ανύπαρκτες ήταν οι εγκύκλιες γνώσεις των αμερικανοπαίδων στην Ιστορία, στη Γεωγραφία, στα γράμματα εν γένει. Εμείς οι αετοί Ευρωπαίοι, όμως, διολισθήσαμε χαζοχαρούμενα στην άγνοια, στην ανοησία, στην ισοπέδωση αξιών και συμβόλων, προσαρμόζοντας χρησιμοθηρικά τις επιδιώξεις μας για μια άνετη σχολική ζωή και μια περιορισμένη σχέση αγάπης για τη μάθηση, από το νηπιαγωγείο μέχρι το διδακτορικό. Και όλη αυτή η διαδικασία έγινε ασμένως αποδεκτή από όλες και όλους.
Η PISA 2025 είναι αμείλικτη. Οι δεκαπεντάχρονοι/ες Έλληνες/ίδες συγκέντρωσαν κατά μέσο όρο 424 μονάδες στα Μαθηματικά, έναντι 463 στον ΟΟΣΑ, 423 στην κατανόηση κειμένου, έναντι 461, και 434 στις φυσικές επιστήμες, έναντι 482. Στη μαθηματική σκέψη, μόλις οι μισοί/ές μαθητές/ήτριες εγγίζουν, ασθμαίνοντας, το βασικό επίπεδο επάρκειας. Στην κατανόηση κειμένου, το καταφέρνει το 56% του συνόλου και στις Φυσικές Επιστήμες το 59%. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι κατά προσέγγιση οι μισοί γυμνασιόπαιδες ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτουν στα Μαθηματικά ούτε το επίπεδο που ο ΟΟΣΑ θεωρεί στοιχειώδες, για να αξιοποιήσουν τη γνώση τους αυτήν σε καθημερινές, πραγματικές καταστάσεις.
Βεβαίως, υπάρχει ένα στοιχείο που πρέπει να αναγνωριστεί. Από το 2022 έως το 2025 η ελληνική επίδοση μειώθηκε κατά 6 μονάδες στα Μαθηματικά και κατά 7 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, χωρίς όμως οι μεταβολές αυτές να είναι στατιστικά σημαντικές. Στην κειμενική κατανόηση, η πτώση έφτασε τις 15 μονάδες περίπου. Σε ένα διεθνές περιβάλλον γενικευμένης υποχώρησης των μαθητικών επιδόσεων, η Ελλάδα φαίνεται να ανακόπτει -έστω και μερικώς- την προγενέστερη πορεία απόκλισης. Σε κάθε περίπτωση, η μερική αναχαίτιση της ταχείας πτωτικής πορείας ασφαλώς δεν συνιστά περίβλεπτο εκπαιδευτικό θρίαμβο.
Πίσω από τους απογοητευτικούς βαθμούς λανθάνει ένα σχολείο που εξακολουθεί να λειτουργεί με σοβαρά συστημικά προβλήματα. Η PISA καθαυτήν καταγράφει πως το 47% των Ελλήνων μαθητών φοιτά σε σχολικές μονάδες των οποίων οι διευθυντές και διευθύντριες δηλώνουν ευθαρσώς ότι η διδασκαλία (παρ)εμποδίζεται από ελλείψεις ή ανεπάρκειες στις φυσικές υποδομές, ήτοι στα κτήρια, στους αύλειους χώρους, στον κλιματισμό, στον φωτισμό και στην ακουστική. Το 39% βρίσκεται σε σχολικά συγκροτήματα όπου η έλλειψη εκπαιδευτικού υλικού, από εργαστηριακό εξοπλισμό μέχρι τεχνολογικές υποδομές, δυσχεραίνει ουσιωδώς τη διδασκαλία. Συν τοις άλλοις, υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν «θεραπεύεται» με την εθνική πανάκεια της «εργολαβίας»: η σχολική κουλτούρα. Το 37% των Ελλήνων/ίδων μαθητών/τριών δηλώνει ότι δεν δύναται να μελετήσει ικανοποιητικά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι μόλις 19% στον ΟΟΣΑ. Το 46% επισημαίνει θόρυβο και αταξία, σε επίπεδο χουλιγκανισμού θα λέγαμε, ενώ το 45% πως οι διδασκόμενοι/ες δεν ακούν καν τον εκπαιδευτικό. Στην Ελλάδα, μάλιστα, τόσο το πειθαρχικό κλίμα, όσο και η υποστήριξη του μαθητικού δυναμικού από τους εκπαιδευτικούς έχουν επιδεινωθεί σε ανήκεστο βαθμό από το 2015 κι έπειτα.
Ίσως, λοιπόν, πρέπει κάποτε να θέσουμε επί τάπητος εκείνο το ζήτημα που καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν τολμά εύκολα να κατονομάσει: το πνεύμα της ήσσονος προσπάθειας και της γενικευμένης ηκιστοκρατίας που έχει διαποτίσει σχεδόν καθολικά την ελληνική κοινωνία. Τις παράλογες απαιτήσεις για επιτυχία χωρίς κόπο, πτυχίο χωρίς προαπαιτούμενα, προαγωγή χωρίς επαρκή γνώση, δικαιώματα χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις. Το σχολείο δεν ίσταται έξωθεν της κοινωνίας· συνιστά τον καθρέφτη της και το βιολογικό υλικό για την επιβίωσή της.
Υπάρχει ένας ακόμα «ελέφαντας» στη σχολική αίθουσα: οι γονείς/κηδεμόνες· όχι όλοι, προφανώς. Αναντίρρητα, πάντως, μια κακή νοοτροπία υπερπροστατευτικού γονεϊκού παρεμβατισμού έχει συμβάλει καταλυτικά στην αποδυνάμωση του ρόλου των δασκάλων. Ο χαμηλός βαθμός μεταφράζεται ως «αδικία», η παρατήρηση ως «στοχοποίηση», η πειθαρχία ως «αυταρχισμός» και η απαίτηση ως «πίεση». Όταν ο/η δάσκαλος/δασκάλα (πειθ)αναγκάζεται να απολογείται, επειδή απαίτησε, αξιολόγησε ή απλώς είπε «όχι», ο/η μαθητής/ήτρια εσωτερικεύει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μάθημα: για την αποτυχία του/της ευθύνεται πάντοτε κάποιος άλλος.
Η PISA ασφαλώς δεν μετρά ολόκληρη την παιδεία. Δεν μετρά την καλλιέργεια, τη δημοκρατική συνείδηση ή την ποιότητα του ανθρώπου που διαμορφώνεται από το σχολείο. Μετρά, όμως, κατά πόσο ένα γυμνασιόπαιδο μπορεί να κατανοήσει ένα κείμενο, να σκεφτεί με μαθηματικό τρόπο, να εφαρμόσει την επιστημονική γνώση και, για πρώτη φορά το 2025, να επιλύσει προβλήματα σε ψηφιακά περιβάλλοντα. Δυστυχώς, σε αυτό το τελευταίο πεδίο, η Ελλάδα συγκέντρωσε 461 μονάδες έναντι 500 του ΟΟΣΑ.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι ότι τα παιδιά μας παίρνουν χαμηλούς βαθμούς στην PISA, αλλά ότι έχουμε συγκροτήσει μια κοινωνία που ζητά καλύτερη παιδεία, ενώ δυσφορεί συχνά με όλα όσα η καλύτερη παιδεία προϋποθέτει: υψηλές απαιτήσεις, αξιολόγηση, πειθαρχία, προσπάθεια, αξιοκρατία, σεβασμό στον/στην εκπαιδευτικό και προσωπική ευθύνη. Η PISA 2025, μαζί με τα παιδιά μας, αξιολόγησε το σχολείο μας, την οικογένειά μας, τις προτεραιότητές μας, την ανοχή μας στη μετριότητα. Και μάλλον όλοι μαζί αποτύχαμε. Οι υπογραφόμενοι ντρεπόμαστε κιόλας.
*
Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής στο ΕΜΠ και στο ΕΑΠ. Ο Δημήτριος Καρακούλας είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής του Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου του ΕΜΠ.