Σημαντικά προβλήματα στις βασικές δεξιότητες των μαθητών, αλλά και ενδείξεις ότι η πολυετής επιδείνωση ανακόπτεται, καταγράφει η Ελλάδα στα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025, τα οποία ανακοινώθηκαν σήμερα (8/9). Παρά τη βελτίωση σε ορισμένους δείκτες, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό μαθητών ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχει κατακτήσει το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού.
Συγκεκριμένα, το 40,9% των μαθητών στην Ελλάδα στις Φυσικές Επιστήμες, το 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και το 49,5% στα Μαθηματικά δεν διαθέτει τις βασικές γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούνται για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Πρόκειται για μαθητές που δυσκολεύονται να κατανοήσουν απλά φαινόμενα και κείμενα, καθώς και να πραγματοποιήσουν βασικούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα για τη χώρα χαρακτηρίζεται μεικτή, καθώς καταγράφονται σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ανακόπτεται η πολυετής διεύρυνση της απόστασης της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27, ενώ ιδιαίτερα στα Μαθηματικά διαπιστώνεται σαφής τάση σύγκλισης.
Παράλληλα, βελτιώνονται οι ψηφιακές υποδομές των σχολείων, το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν των μαθητών, ενώ ενισχύεται και διευρύνεται η κουλτούρα αξιολόγησης και λογοδοσίας στο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι μαθητές, την ίδια ώρα, εμφανίζονται να διατηρούν υψηλές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον τους.
Στην PISA 2025 συμμετείχαν συνολικά 765.000 μαθητές από 91 χώρες, εκπροσωπώντας περίπου 33 εκατομμύρια μαθητές παγκοσμίως. Η φετινή έρευνα περιλάμβανε δέκα περισσότερες χώρες σε σχέση με τον προηγούμενο κύκλο, το 2022.
Οι μαθητές αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες, που αποτέλεσαν το αντικείμενο εστίασης της φετινής έρευνας, στην Κατανόηση Κειμένου και στα Μαθηματικά, ενώ για πρώτη φορά αξιολογήθηκαν και στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα (Computational Problem Solving).
Παράλληλα, σε 22 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, εξετάστηκε η ικανότητα των μαθητών στα Αγγλικά. Τα αποτελέσματα για το συγκεκριμένο πεδίο αναμένεται να ανακοινωθούν τον Μάιο του 2027.
Η ελληνική συμμετοχή
Στην Ελλάδα έλαβαν μέρος 6.858 μαθητές και μαθήτριες από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου, ο οποίος ανέρχεται σε 101.850 μαθητές. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό κάλυψης που έχει καταγραφεί στη χώρα από την έναρξη της συμμετοχής της στην PISA, το 2000.
Η Ελλάδα συμμετείχε στον φετινό κύκλο με καλύτερους όρους σε σχέση με το παρελθόν, ενώ, σύμφωνα με την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, τόσο η ευρύτερη εκπαιδευτική πολιτική των τελευταίων ετών όσο και η προσπάθεια αναβάθμισης των όρων συμμετοχής στην έρευνα φαίνεται να έχουν πλέον ορατό αποτέλεσμα.
Ωστόσο, τα βασικά ζητήματα/προκλήσεις αφορούν πλέον λιγότερο την αριθμητική επάρκεια πόρων και περισσότερο την αποτελεσματική αξιοποίησή τους: καλύτερη κατανομή του προσωπικού, ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας και της γνωστικής ενεργοποίησης των μαθητών, ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της ΤΝ, βελτίωση της πειθαρχίας και της μαθητικής εμπλοκής, καθώς και στοχευμένη στήριξη μεταναστευτικών και κοινωνικά ευάλωτων ομάδων. Κεντρική πρόκληση, συνεπώς, είναι η μετατροπή των διαθέσιμων ανθρώπινων και υλικών πόρων σε καλύτερες μαθησιακές εμπειρίες, υψηλότερες επιδόσεις και μικρότερες ανισότητες.
Αναλυτικά τα αποτελέσματα
Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA (2000), με σημαντική πτώση, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου, ακόμη και σε παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. Φινλανδία, Εσθονία και Ιρλανδία στην Ευρώπη, Κορέα, Σιγκαπούρη και Χόνγκ-Κόνγκ στην Ασία).
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά, και παραπλήσια πτώση στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια η χώρα ανακόπτει μια διαρκή πορεία απόκλισής της από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Στα Μαθηματικά μάλιστα φαίνεται να υπάρχει μια σαφής τάσης σύγκλισης.
Ειδικότερα οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά (έναντι πτώσης 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 12 μονάδων στην ΕΕ27), 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι πτώσης 5 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 5 μονάδων στην ΕΕ27) και 16 μονάδων (έναντι πτώσης 16 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 18 μονάδων στην ΕΕ27). Γενικότερα, οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση από ό,τι παραδοσιακά πολύ ισχυρές εκπαιδευτικά χώρες όπως (ενδεικτικά) η Φιλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ, το Χόνγκ-Κόνγκ, κ.ά.
- Αναφορικά με το αντικείμενο της Επίλυσης Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, το οποίο εξετάστηκε για πρώτη φορά το 2025, οι μαθητές στην Ελλάδα είχαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες.
- Καταγράφονται μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ σχολείων. Στα επιμέρους αντικείμενα περίπου 38 σχολεία, εκ των οποίων 32 δημόσια (περίπου 1 στα 6 σχολεία του δείγματος), πέτυχαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
- Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων στις επιδόσεις είναι στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη, κυρίως επειδή οι επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιδόσεις επιβαρύνονται από το γεγονός ότι οι μαθητές/τριες μεταναστευτικού υπόβαθρου προέρχονται συχνά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
- Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Αντίθετα, διαθέτουν σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής (growth mindset), καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους. Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και σε μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, με τις σχετικές διαφορές να είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Τέλος οι μαθητές/τριες εκφράζουν μεικτές απόψεις για την αξία και τη συνεισφορά του σχολείου στη μελλοντική τους προοπτική.
- Στην Ελλάδα οι μαθητές/τριες περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ: αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους/τις εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών γνωστικής τους ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και ΤΝ στο σχολείο.
- Σε σχέση με τον ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το σχολικό κλίμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συχνότερες συμπεριφορές χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία.
- Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται σε παρόμοια επίπεδα με τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, γενικότερα και σε σχέση με το 2022, στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί το αίσθημα ασφάλειας των μαθητών και το αίσθημα του ανήκειν στο σχολείο.
- Σύμφωνα με τις δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το μέτρο της απαγόρευσης των κινητών στα σχολεία έχει λειτουργήσει, καθώς σε σχέση με το 2022 είναι πολύ αυξημένα τα ποσοστά των μαθητών που δηλώνουν ότι δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου ή τα χρησιμοποιούν πολύ λίγο στα σχολεία.
- Παρά τους μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών κατά τα τελευταία χρόνια, οι διευθυντές/ντριες στην Ελλάδα αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδίως σε κοινωνικά ευάλωτες και σχολικές μονάδες της περιφέρειας. Ωστόσο, δεδομένης της χαμηλότερης αναλογίας μαθητών ανά εκπαιδευτικό και του μικρότερου μεγέθους τάξης στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα φαίνεται να αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
- Παρότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των διευθυντών τα σχολεία στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό έναντι του ΟΟΣΑ, μετά το 2018 καταγράφεται σημαντική βελτίωση, ιδιαίτερα στον ψηφιακό εξοπλισμό. Ενδεικτικά, οι διαθέσιμοι Η/Υ ανά πλήθος μαθητών για εκπαιδευτική χρήση αυξήθηκαν την περίοδο 2018–2025, με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό βελτίωσης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
- Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σχέση με το 2022 έχει μειωθεί.
- Τέλος, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον και παρόμοια αισιοδοξία στην προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι σχετικές προσδοκίες διαφοροποιούνται εντονότερα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.
Παρουσία της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας η παρουσίαση των αποτελεσμάτων
Τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025 ανακοινώθηκαν παρουσία της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφίας Ζαχαράκη, από τον Εθνικό Συντονιστή του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, καθηγητή Κώστα Δημόπουλο, παράλληλα με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων από τον Andreas Schleicher, Διευθυντή Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ, στο Παρίσι.
Η ανάλυση και συζήτηση των αποτελεσμάτων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Υπουργείο Παιδείας, παρουσία της ηγεσίας του ΥΠΑΙΘΑ. Στη διαδικασία συμμετείχαν ο Γενικός Γραμματέας Α΄θμιας και Β΄θμιας Εκπαίδευσης και Ειδικής Αγωγής, Γ. Παπαδομαρκάκης, καθώς και ο Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Κ. Λολίτσας.
Σ. Ζαχαράκη για PISA 2025: Αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες, αξιοποιούμε τα θετικά και προχωρούμε με σχέδιο
«Η σημερινή εικόνα χρειάζεται καθαρή και υπεύθυνη ανάγνωση», υπογράμμισε η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη προλογίζοντας την παρουσίαση.
Όπως ανέφερε, τα στοιχεία δείχνουν ότι «οι παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει έχουν αρχίσει να αποδίδουν» και παράλληλα, ότι «η απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ παραμένει σημαντική».
«Αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες, αξιοποιούμε τα θετικά και προχωρούμε με σχέδιο, τεκμηρίωση και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Δεν προετοιμάζουμε τους μαθητές για μία εξέταση. Χτίζουμε τις γνώσεις και τις δεξιότητες που χρειάζονται για να κατανοούν, να σκέφτονται, να επιλύουν προβλήματα και να συμμετέχουν με αυτοπεποίθηση στη σύγχρονη ζωή», τόνισε η υπουργός Παιδείας.
«Πίσω από κάθε ποσοστό και κάθε δείκτη υπάρχουν μαθητές και μαθήτριες, εκπαιδευτικοί και σχολικές κοινότητες. Γι’ αυτό τα αποτελέσματα αυτά δεν τα βλέπουμε ως μια απλή στατιστική αποτύπωση, αλλά ως μια ευθύνη απέναντι σε κάθε παιδί που πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κατανοεί, να προχωρά και να συμμετέχει», συμπλήρωσε.
Η κα. Ζαχαράκη μίλησε για τις παρεμβάσεις του υπουργείου Παιδείας για την υποστήριξη της εκπαιδευτικής κοινότητας, κάνοντας αναφορά στα 51 νέα και επικαιροποιημένα Προγράμματα Σπουδών και το Πολλαπλό Βιβλίο, την Ψηφιακή Τράπεζα Θεμάτων Skills4Life που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με δραστηριότητες στα Μαθηματικά, στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου, οι οποίες, όπως είπε, «συνδέουν τη σχολική γνώση με πραγματικά προβλήματα και καλλιεργούν την εφαρμογή, τον συλλογισμό και την επίλυση προβλημάτων».
Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν επιμορφώσεις εκπαιδευτικών για τις εξετάσεις της PISA, ενώ εν όψει της επόμενης PISA το 2029, θα υλοποιηθεί το πρόγραμμα οικονομικού εγγραμματισμού, FINstart, για 40.000 μαθητές, παράλληλα με την ενίσχυση του μαθήματος των Οικονομικών στη Γ΄ Γυμνασίου.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι προηγήθηκε και η ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών των σχολείων που συμμετείχαν στις εξετάσεις και η θέσπιση αποζημίωσης των εκπαιδευτικών, που συμμετείχαν στη διαδικασία.
Ακόμη, το ΙΕΠ συνεχίζει τις Εθνικές Εξετάσεις Διαγνωστικού Χαρακτήρα για τη ΣΤ΄ Δημοτικού και τη Γ΄ Γυμνασίου, στη Νεοελληνική Γλώσσα, στην Κατανόηση Κειμένου και στα Μαθηματικά. Όπως ανέφερε η κα. Ζαχαράκη, το επόμενο βήμα θα είναι η πρώτη οργανωμένη εθνική αξιολόγηση της ανάπτυξης δεξιοτήτων από το Νηπιαγωγείο έως το Λύκειο, συμπεριλαμβανομένης της Ειδικής Αγωγής, με χρηματοδότηση 539.400 ευρώ.
Υπενθύμισε, τέλος, ότι η Ελλάδα συμμετέχει στην TALIS, τη διεθνή έρευνα του ΟΟΣΑ για την καθημερινότητα και τις ανάγκες των εκπαιδευτικών, με συμμετοχή 246 Γυμνασίων.