Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ελάχιστα σημεία της υδρογείου κατέχουν τόσο εξέχουσα γεωπολιτική θέση όσο αυτό της Ανατολικής Μεσογείου με επίκεντρο την Κύπρο. Η σημασία της ήταν ευδιάκριτη από το 1878 όταν, με τη Συνθήκη του Βερολίνου, η Βρετανία αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό την εδαφική κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όπως αυτή είχε αναθεωρηθεί λίγους μήνες νωρίτερα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με μοναδικό αντάλλαγμα τη Μεγαλόνησο.

Ακριβώς εξαιτίας της υψηλής γεωπολιτικής αξίας της, η Κύπρος αποτέλεσε εξαίρεση από τη σταδιακή μεταπολεμική αποχώρηση των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Η δυναμική, όμως, της Ελευθερίας είχε ήδη διαμορφωθεί και ταυτιζόταν απολύτως με το αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα, όπως είχε αποτυπωθεί και στο ιστορικό δημοψήφισμα του 1950. Οι Βρετανοί τορπίλιζαν κάθε ενδεχόμενο διακινδύνευσης της παρουσίας στην Κύπρο, εξαιτίας της αναμφίλεκτης γεωπολιτικής σημασίας επί του γεωπολιτικού άξονα Ανατολής-Δύσης, της εγγύτητας στο Σουέζ το οποίο είχε λάβει ακόμη κρισιμότερη σημασία μετά την ήττα των Βρετανών το 1956, αλλά και της ανάγκης εξασφάλισης γεωστρατηγικού βάθους στο νεότευκτο κράτος του Ισραήλ. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά σε βρετανικό δημόσιο αρχείο του 1964 (C1015/1361): «Μια πλήρως ανεξάρτητη και ενωμένη Κύπρος… θα ήταν από την άποψη των εξωτερικών υποθέσεων η χειρότερη λύση από όλες. Ένα τέτοιο κράτος… θα καθιστούσε… τη λειτουργία των βάσεων αδύνατη (αν δεν τις καταργούσε κιόλας)».

Advertisement
Advertisement

Ενώπιον της απονομιμοποίησης της παρουσίας της στο νησί, η Βρετανία προέκρινε τη στρατηγική επιστροφή της Τουρκίας και, καθόσον η μεταπολεμική πραγματικότητα συνυφαινόταν με την αρχή της αυτοδιάθεσης, εφευρέθηκαν «δικαιώματα» δύναμης, εγγυήτριας της «ασφάλειας» των μουσουλμάνων («Τούρκων» κατά το Λονδίνο και την Άγκυρα) κατοίκων. Το βρετανικό «δώρο» έγινε ασμένως αποδεκτό από την Τουρκία, η ελίτ της οποίας αντιλήφθηκε αμέσως το γεωπολιτικό διακύβευμα, καθώς η Κύπρος συνιστούσε το «πώμα στο μπουκάλι της Αλεξανδρέττας» και μία ενδεχόμενη «Ένωση» θα ολοκλήρωνε την περικύκλωσή της.

Μέσω της έκθεσης Νιχάτ Ερίμ προκρίθηκε αρχικά η «χωριστή αυτοδιάθεση» ή «διχοτόμηση» (ταξίμ). Σύμφωνα με την έκθεση: «Να υπομνησθούν στους συμμάχους και τους φίλους μας με πρώτους και καλύτερους τους Αμερικανούς τα κάτωθι σημεία: Η εγκατάλειψη της Κύπρου στην Ελλάδα ή μια μεταβολή στο σημερινό καθεστώς της Μεγαλονήσου, δίχως την προηγούμενη έγκριση και συγκατάθεση της Τουρκίας, θα απαιτήσει την αναγκαιότητα της αναθεωρήσεως της Συνθήκης της Λοζάνης από την άποψη των σχέσεων με τους Έλληνες. Επειδή θα δυσχερανθεί η άμυνα της Ανατολίας, θα απαιτήσει την εκ νέου εξέταση όλων των διεθνών μας υποχρεώσεων και την επανεκτίμηση του μέτρου της στρατιωτικής μας αντοχής». Εξάλλου, όπως θα επεσήμαινε ο Αχμέτ Νταβούτογλου δεκαετίες αργότερα, η Κύπρος βρίσκεται εγγύς τριών ηπείρων, μαζί με την Κρήτη ελέγχουν κρίσιμες υδάτινες αρτηρίες και προς τούτο, «μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατόν να έχει αποφασιστικό ρόλο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές».

Το τουρκικό σύστημα λήψης αποφάσεων ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητο στις ως άνω γεωπολιτικές συνεκτιμήσεις, καθώς βρισκόταν εν τω μέσω του Ψυχρού Πολέμου με διακριτή τη σοβιετική απειλή, η εσωτερική δομή της Τουρκίας ήταν στρατιωτικοποιημένη με τις Ένοπλες Δυνάμεις να στήριζαν τη σαθρή εσωτερική ομοιογένεια διαμέσου της ευθυγράμμισής τους με τα συμμαχικά αιτούμενα, ενώ και στο επίκεντρο βρισκόταν το Σύνδρομο των Σεβρών μόλις τρεις δεκαετίες μετά την απειλή στρατηγικού εκμηδενισμού του τουρκικού παράγοντα στη μικρασιατική χερσόνησο. Συνεπώς, απολάμβαναν και αντιστρόφως τη διεθνή στήριξη με τη γεωστρατηγική συναστρία να είναι μοναδική για την Άγκυρα στην πορεία προς τον Αττίλα:

(α) Προηγηθέντα σφάλματα της ελλαδικής πλευράς όσον αφορά την άρνηση χάραξης προεκταθείσας αποτροπής, όπως φάνηκε με την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας,

(β) Διεθνώς απονομιμοποιημένο καθεστώς στην Αθήνα,

(γ) Ισχυρά ερείσματα της τουρκικής στρατογραφειοκρατίας, η οποία προβαλλόταν ως μοναδικό ανάχωμα προς την Ε.Σ.Σ.Δ., στο πλαίσιο των εσωτερικών συσχετισμών ισχύος της Άγκυρας.

Ωστόσο, τα πάντα εκκινούν από το βασικό δεδομένο της υψηλής γεωπολιτικής αξίας της Κύπρου, η οποία καθιστούσε αντιστοίχως υψηλή τη διάθεση ανάληψης στρατηγικού κόστους από την Τουρκία και μάλιστα, τη στιγμή, που η ελλαδική πλευρά δίσταζε να κατανοήσει τόσο το διακύβευμα όσο και την ευκαιρία, μιας και διαχρονικά κατέχει την ηθική, διεθνοδικαιϊκή, ιστορική νομιμοποίηση, ενώ στη Μεγαλόνησο διαβιεί και το 1/10 του ελληνικού πληθυσμού. Η εν λόγω παρακαταθήκη συνίσταται σε σταθερούς συντελεστές ισχύος, των οποίων η κεφαλαιοποίηση απαιτεί βούληση και στρατηγικό σχεδιασμό υπό ορθολογικούς όρους μακράν λογικών όπως «η Κύπρος κείται μακράν» (βλ. ενδεικτικά: Ήφαιστος, Π., «Κυπριακή Δημοκρατία, διαπραγματεύσεις, βιώσιμο κράτος, σταθερότητα και ειρηνικές σχέσεις»).

*Το παρόν βασίζεται στη μελέτη του γράφοντος «Ελληνική προεκταθείσα αποτρεπτική στρατηγική και η περίπτωση της ανάπτυξης μεραρχίας στην Κύπρο το 1964», δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Civitas Gentium.