Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η δημόσια σφαίρα έχει μετατοπιστεί από την επιχειρηματολογία στην οικονομία της προσοχής και τα αστεία των πολιτικών είναι κακόγουστες κρυάδες, συμπτώματα ενός επικοινωνιακού συστήματος που ανταμείβει τη στιγμιαία ορατότητα. Οι σοβαροφανείς πολιτικοί μας παρερμηνεύουν τις ανόητες ελαφρότητές τους ως χιούμορ· ενίοτε χρησιμοποιούν ό,τι οι ίδιοι εκλαμβάνουν ως χιούμορ για να αποφύγουν δύσκολες ερωτήσεις ή για να υποβαθμίσουν σοβαρά λάθη ή παραλείψεις τους. Πάντως, όποτε οι αρχηγοί κόμματος και λοιποί επαγγελματίες πολιτικοί μαζεύονται σε επίσημα γκαλά ή σε χαλαρές θερινές εκδηλώσεις, σαστίζω με την αντίληψη που έχουν περί τον εαυτό τους. Απορώ γιατί εκστομίζουν χασκογελώντας τέτοιες κοινοτοπίες θεωρώντας ότι ο αστεϊσμός τους είναι καίριος και …επαινετός.  Όταν οι πολιτικοί συγχέουν την οικειότητα με την ευφυΐα και την επικοινωνιακή αμεσότητα με το πραγματικό πνεύμα (wit), υπάρχει πρόβλημα διότι η πολιτική μετατρέπεται σε διαγωνισμό ατάκας και οι θεσμοί χάνουν σε κύρος ό,τι κερδίζουν οι αλγόριθμοι σε κλικ.     

Ο μαρξιστής φιλόσοφος Γκυ Ντεμπόρ (1931-1994) στην Κοινωνία του Θεάματος  (La Société du spectacle, 1967) ισχυριζόταν ότι στις σύγχρονες κοινωνίες η κοινωνική πραγματικότητα καθεαυτήν αντικαθίσταται από την αναπαράστασή της. Εδώ ο Ντεμπόρ συνάντησε πρόωρα τον κοινωνιολόγο Ζαν Μποντριγιάρ (1929-2007), ο οποίος υποστήριζε (Simulacres et simulation, 1981) ότι πλέον δεν κυκλοφορούν γεγονότα, αλλά σημεία (signes). Ο Αμερικανός θεωρητικός των ΜΜΕ Νιλ Πόστμαν (1931-2003) υποστηρίζει ότι η τηλεόραση άλλαξε τον τρόπο μετάδοσης της πολιτικής αλλά και την ίδια τη φύση της πολιτικής αναγκάζοντάς την να είναι ευχάριστη, σύντομη, θεαματική, αστεία (Amusing Ourselves to Death, 1985). Δεν πρόκειται απλώς για infotainment (πρωινό μαγκαζίνο), αλλά για κερδοφόρο σόου-μπίζνες. Ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ (1930-2002) μάς έδειξε ότι τα ΜΜΕ επιβλήθηκαν εντέλει στους πολιτικούς ανταμείβοντας την ατάκα και τη σύγκρουση έναντι της πολυπλοκότητας και του συλλογισμού (Sur la télévision, 1996). 

Advertisement
Advertisement

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Η λόγω καιρού μεταφορά της εκδήλωσης-πάρτι για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, στο εσωτερικό του προεδρικού μεγάρου υπήρξε αφορμή για έναν ασήμαντο διάλογο που σε άλλη περίσταση θα περνούσε απαρατήρητος. Αναφέρομαι στο περιστατικό με τους Δημήτρη Κουτσούμπα και Νίκο Ανδρουλάκη στην εν λόγω δεξίωση, το οποίο προβλήθηκε κατά κόρον ενώ ήταν μια απλοϊκή και ανύπαρκτου πολιτικού βάρους ατάκα («ο πρόεδρος προτιμάει το πράσινο»), η οποία διογκώθηκε από τα συστήματα των ΜΜΕ και των social media. Το αστείο για το «πράσινο» του ΠΑΣΟΚ και τους «πράσινους κήπους» είναι κοινότοπο και ρηχό. Η ατάκα ειπώθηκε αμέσως μετά από μια ημέρα έντονων συγκρούσεων στο κοινοβούλιο αποκαλύπτοντας στους εκλογείς την αλήθεια στο επίπεδο ποιότητας και σχολικής χαλαρότητας που έχουν μεταξύ τους οι ιδεολογικοί αντίπαλοι, ας πούμε, αλλά μεταξύ τους “ομότεχνοι” και συνάδελφοι.

Τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης ως πολλαπλασιαστές αυτής της πολιτικής ελαφρότητας, λόγω του Clickbait (οικονομία των κλικ) και του Infotainment, πυροδότησαν περισσότερα κλικ και τηλεθέαση σε σύγκριση με μια ανάλυση για τους θεσμούς ή την οικονομία. Τα παραπολιτικά ως βασικό προϊόν μονοπωλούν το ενδιαφέρον της στάνης, καθώς τα «πηγαδάκια» και τα παραλειπόμενα των επίσημων δεξιώσεων αντιμετωπίζονται ως εξόχως σημαντικά. Η κάμερα απομονώνει μια φράση, της βάζει πιασάρικο τίτλο και την αναδεικνύει σε κεντρικό γεγονός, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Έχουμε καταντήσει λόγω της κουλτούρας των Memes, του TikTok, του X (Twitter) και του Instagram, να κρίνουμε τους πολιτικούς από το πόσο viral είναι, όχι από τα προγράμματά τους. Επειδή μια τέτοια ατάκα γίνεται template, clip, audio στο TikTok ή αντικείμενο ειρωνείας, αναγκάζονται οι πολιτικοί να παράγουν συνεχώς τέτοιο ανούσιο «υλικό», για να παραμένουν στην επικαιρότητα.

Διαπιστώνοντας αυτή την αναντιστοιχία ύφους, την αντίθεση ανάμεσα στη σοβαροφάνεια και στην ανοησία τους, το αποτέλεσμα αναδύεται καταγέλαστο, επιδέχεται δηλαδή χλευασμού. Επίσης, μας δείχνει ότι οι πολιτικοί πόρρω απέχουν από την καθημερινή πραγματικότητα και την αίσθηση του χιούμορ των πολιτών. Αν ψώνιζαν τακτικά στις λαϊκές αγορές, μπορεί να «αγόραζαν» και λίγο λαϊκό πνεύμα, ώστε να μη θεωρούν εσφαλμένα ότι οι εκλογείς ικανοποιούνται με σάπια φρούτα.

Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής του Τομέα ΑΚΕΔ της Σχολής ΕΜΦΕ

[email protected]