Ο τελικός έχει τελειώσει. Η Γαλλία έχει νικήσει τη Βραζιλία με 3-0. Ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι ο άνθρωπος του αγώνα – το «Ζιντάν, η κεφαλιά και γκοοοοολ!» του Μανώλη Μαυρομάτη ακόμη ηχεί στα αυτιά πολλών – και το Παρίσι γιορτάζει. Λίγο νωρίτερα, εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο έχουν παρακολουθήσει το «φαινόμενο» Ρονάλντο να μοιάζει ανθρώπινος για πρώτη φορά.
Και κάπου στην Ελλάδα, χιλιάδες παιδιά που παρακολουθούν για πρώτη φορά Μουντιάλ δεν γνωρίζουν ακόμη ότι θα μιλούν γι’ αυτό και μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια. Γιατί σε είκοσι ή τριάντα χρόνια, πολλά από αυτά θα επιμένουν ότι εκείνο ήταν το καλύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο όλων των εποχών.
Όχι απαραίτητα επειδή ήταν. Αλλά επειδή ήταν το πρώτο που παρακολούθησαν.
Για όσους μεγαλώσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας δεν ήταν απλώς ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά. Ήταν ένα γεγονός που έμοιαζε να καταλαμβάνει τον πλανήτη. Για έναν μήνα, υπήρχε η αίσθηση ότι όλοι παρακολουθούσαν την ίδια ιστορία να εξελίσσεται. Τον Ρονάλντο, τον Ζιντάν, τους ίδιους αγώνες που συζητούσε ολόκληρος ο κόσμος την επόμενη ημέρα.
Υπήρχε ο Ρίκι Μάρτιν και το «The Cup of Life» που ακουγόταν παντού. Το «Here we go! Ale, ale, ale!» έγινε το soundtrack εκείνου του καλοκαιριού πριν ακόμη κυλήσει η πρώτη μπάλα. Υπήρχε η αίσθηση ότι κάθε βράδυ συνέβαινε κάτι σημαντικό.
Όλα αυτά συνέβαιναν σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο δεν ήταν διαθέσιμο όλο το εικοσιτετράωρο. Δεν υπήρχε YouTube, ούτε τα ατελείωτα βίντεο των social media. Οι μεγάλες στιγμές ζούσαν κυρίως στη μνήμη και στις συζητήσεις της επόμενης ημέρας. Ίσως γι’ αυτό έμοιαζαν μεγαλύτερες, εντονότερες… Οι ντρίμπλες του Ρονάλντο, οι προσποιήσεις του Ντενίλσον, τα φάουλ του Μπέκαμ και η ηρεμία με την οποία ο Ζιντάν έμοιαζε να παίζει σε διαφορετικό ρυθμό από όλους τους υπόλοιπους αποκτούσαν σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Και φυσικά, λίγα λεπτά αργότερα, παίρναμε την μπάλα και προσπαθούσαμε να κάνουμε ακριβώς τα ίδια στις αυλές και στις αλάνες.
Πριν καν ξεκινήσει η διοργάνωση, υπήρχε το άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα. Για μια ολόκληρη γενιά παιδιών ήταν η πρώτη γνωριμία με έναν νέο κόσμο. Τον ποδοσφαιρικό κόσμο. Μαθαίναμε ότι η Χιλή είχε τους Σάλας και Ζαμοράνο, ότι η Νιγηρία διέθετε τον χαρισματικό Τζέι-Τζέι Οκότσα και ότι η Αγγλία έφερνε στη Γαλλία έναν 18χρονο επιθετικό που λεγόταν Μάικλ Όουεν. Ξέραμε ηλικίες, συλλόγους και αριθμούς φανέλας σχεδόν απ’ έξω.
Για πολλά παιδιά εκείνης της εποχής, το Μουντιάλ ήταν και ένα μικρό μάθημα γεωγραφίας. Ανακαλύπταμε χώρες, σημαίες και πόλεις μέσα από τις φανέλες και τους ποδοσφαιριστές τους.
Δεν θυμόμαστε απαραίτητα όλα τα αποτελέσματα εκείνης της διοργάνωσης.
Θυμόμαστε όμως το άλμπουμ. Θυμόμαστε ποιος είχε συμπληρώσει πρώτος τη Βραζιλία, ποιος έψαχνε ακόμη τον Μπατιστούτα και ποιος είχε στην κατοχή του εκείνο το τελευταίο αυτοκόλλητο που έλειπε από όλους.
Και όταν δεν υπήρχαν αγώνες, το Μουντιάλ συνεχιζόταν. Στα ποδοσφαιράκια με τα ελατήρια, στις αυλές και στις αλάνες. Αναπαριστούσαμε τους ομίλους ή ξανακάναμε την κλήρωση με χαρτάκια, αλλάζαμε αποτελέσματα και ξαναγράφαμε την ιστορία. Η Βραζιλία μπορούσε να πάρει το τρόπαιο. Η Νιγηρία να φτάσει στον τελικό.
Ένα Μουντιάλ που δεν διαρκούσε έναν μήνα. Διαρκούσε ολόκληρο το καλοκαίρι.
Και βέβαια υπήρχαν οι στιγμές που έμελλε να μείνουν στην ιστορία. Το σλάλομ του Μάικλ Όουεν απέναντι στην Αργεντινή. Η Κροατία του Νταβόρ Σούκερ που έφτασε μέχρι την τρίτη θέση. Και πάνω απ’ όλα, εκείνο το γκολ του Ντένις Μπέργκαμπ απέναντι στην Αργεντινή. Η μπαλιά του Φρανκ ντε Μπουρ, το αριστουργηματικό κοντρόλ, η προσποίηση που άφησε τον Αγιάλα εκτός φάσης και το τελείωμα που έστειλε την Ολλανδία στα ημιτελικά.
Μερικές φάσεις δεν μένουν στη μνήμη επειδή ήταν οι σημαντικότερες. Μένουν επειδή ήταν οι πρώτες που μας έκαναν να σηκωθούμε από τον καναπέ, να φωνάξουμε ή να προσπαθήσουμε να τις αντιγράψουμε την επόμενη μέρα.
Ίσως γι’ αυτό κάθε γενιά επιμένει ότι το πρώτο Μουντιάλ που παρακολούθησε ήταν και το καλύτερο. Όχι επειδή ήταν πράγματι ανώτερο από τα υπόλοιπα. Αλλά επειδή ήταν το πρώτο που βίωσε συνειδητά. Το πρώτο που γέμισε με πρόσωπα, ιστορίες και ήρωες.
Γιατί όταν συζητάμε για το καλύτερο Μουντιάλ όλων των εποχών, συμβαίνει κάτι παράξενο. Δεν συγκρίνουμε μόνο διοργανώσεις. Συγκρίνουμε ηλικίες.
Ίσως τελικά το πρώτο Μουντιάλ να μην είναι το καλύτερο. Είναι όμως εκείνο που σε κάνει να ερωτευτείς το παιχνίδι.
Στις 11 Ιουνίου ξεκινά ένα ακόμη Παγκόσμιο Κύπελλο. Κάποια παιδιά θα δουν για πρώτη φορά την τελετή έναρξης. Θα διαλέξουν αγαπημένο παίκτη χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Θα υποστηρίξουν μια χώρα με την οποία δεν έχουν καμία σχέση. Θα πανηγυρίσουν γκολ που ίσως ξεχάσει η ιστορία, αλλά όχι τα ίδια.
Και σε μερικές δεκαετίες, όταν κάποιος τα ρωτήσει ποιο ήταν το καλύτερο Μουντιάλ που είδαν ποτέ, πιθανότατα θα δώσουν την ίδια απάντηση που δίνει κάθε γενιά πριν από αυτά.
Το πρώτο τους. Και πιθανότατα θα έχουν δίκιο…