Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

της Ιωάννας Λιούτα*

Ο ελληνικός τουρισμός έχει αναγορευθεί σε εθνικό οικονομικό αφήγημα επιτυχίας. Περισσότερες αφίξεις, υψηλότερες εισπράξεις, νέες επενδύσεις, διαρκής επέκταση της τουριστικής περιόδου. Οι αριθμοί επιστρατεύονται ως απόδειξη ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης. Υπάρχει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα που σπανίως τίθεται με την απαιτούμενη επιμονή. Πόσος από αυτόν τον τουριστικό πλούτο μετατρέπεται σε εγχώρια παραγωγική αξία, υψηλότερα εισοδήματα και διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας;

Advertisement
Advertisement

Η μελέτη του ΚΕΠΕ αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη διάκριση. Αλλο η μεγέθυνση μιας οικονομικής δραστηριότητας και άλλο η αναπτυξιακή της συμβολή. Η αύξηση των αφίξεων και των τουριστικών εισπράξεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως παραγωγικό μετασχηματισμό. Μια οικονομία μπορεί να υποδέχεται ολοένα περισσότερους επισκέπτες, να καταγράφει υψηλότερους τζίρους και ταυτόχρονα να διατηρεί τις ίδιες διαρθρωτικές αδυναμίες: χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη εγχώρια προστιθέμενη αξία, εξάρτηση από εισαγόμενες εισροές και θέσεις εργασίας με χαμηλές αμοιβές.Με άλλα λόγια, το ρεκόρ δεν αποτελεί από μόνο του αναπτυξιακή στρατηγική.

Το ΑΕΠ δεν λέει όλη την αλήθεια.Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το άμεσο τουριστικό ΑΕΠ ανήλθε το 2019 σε περίπου 11 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 6% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας. Το μέγεθος αυτό αφορά την άμεση συμβολή του τουρισμού και δεν πρέπει να συγχέεται με το σύνολο των ευρύτερων επιδράσεων της τουριστικής ζήτησης στην οικονομία.

Η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία. Ο τουρισμός δεν αποτελεί έναν αυτοτελή παραγωγικό κλάδο με σαφή και αποκλειστικά όρια. Είναι μορφή τελικής ζήτησης που ενεργοποιεί δραστηριότητες στους τομείς της εστίασης, των μεταφορών, του εμπορίου, της γεωργίας, της μεταποίησης και των υπηρεσιών. Για να αποτιμηθεί, επομένως, η πραγματική οικονομική του συνεισφορά, απαιτείται να γνωρίζουμε όχι μόνο πόσα δαπανούν οι επισκέπτες, αλλά και πού κατευθύνονται αυτές οι δαπάνες, ποιο μέρος τους παραμένει στην εγχώρια οικονομία και ποιο διαρρέει στο εξωτερικό μέσω εισαγωγών.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα κρίσιμα προβλήματα του ελληνικού μοντέλου. Όταν οι τουριστικές επιχειρήσεις βασίζονται σε εισαγόμενα τρόφιμα, εξοπλισμό, ενδιάμεσα αγαθά και υπηρεσίες, ένα μέρος της τουριστικής δαπάνης δεν μετατρέπεται σε εγχώρια παραγωγή. Η αύξηση του τζίρου μπορεί να είναι εντυπωσιακή, αλλά η εγχώρια οικονομική διασύνδεση να παραμένει ασθενής.

Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι μόνο να αυξάνεται η τουριστική κατανάλωση. Είναι να πολλαπλασιάζονται οι εγχώριοι παραγωγικοί κρίκοι που τροφοδοτούν αυτή την κατανάλωση.

Η υποχώρηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι και η συρρίκνωση της διάρκειας παραμονής, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, δημιουργούν πρόσθετα ερωτήματα για την ποιότητα της τουριστικής μεγέθυνσης. Οι συνολικές εισπράξεις δεν αρκούν για να αποτυπώσουν το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα. Χρειάζεται να εξετάζονται σε συνδυασμό με τη μέση δαπάνη ανά επισκέπτη, τη διάρκεια διαμονής, την εποχικότητα, το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και την εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Advertisement

Η λογική «περισσότεροι τουρίστες σημαίνει περισσότερος πλούτος» είναι υπεραπλουστευτική. Εάν η αύξηση των αφίξεων συνοδεύεται από υψηλότερες εισαγωγές, αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, πιέσεις στις υποδομές και περιορισμένη βελτίωση των αμοιβών, τότε η συνολική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτήν που παρουσιάζουν οι τίτλοι των ρεκόρ.

Ακόμη πιο προβληματικό είναι να αντιμετωπίζεται η τουριστική επιτυχία ως υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης παραγωγικής πολιτικής. Ο τουρισμός μπορεί να στηρίζει τη ζήτηση, την απασχόληση και την εισροή συναλλάγματος. Δεν μπορεί, όμως, από μόνος του να καλύψει το έλλειμμα παραγωγικότητας, να ανασυγκροτήσει τη μεταποίηση ή να εξασφαλίσει την τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας.

Η δεύτερη μεγάλη αντίφαση αφορά την απασχόληση. Ο τουρισμός δημιουργεί θέσεις εργασίας, ιδίως για νέους και γυναίκες, αλλά η ποσοτική αύξηση της απασχόλησης δεν ταυτίζεται με την ποιοτική αναβάθμισή της.

Advertisement

Οι χαμηλές αμοιβές, η εποχικότητα, οι ευέλικτες μορφές εργασίας και η εργασιακή ανασφάλεια περιορίζουν την κοινωνική απόδοση της τουριστικής δραστηριότητας. Μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει αυξημένα έσοδα, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αναλογικά σε καλύτερους μισθούς, σταθερότερη απασχόληση ή ουσιαστική επαγγελματική εξέλιξη.

Αυτό δεν αποτελεί απλώς ζήτημα εργασιακών δικαιωμάτων. Είναι και ζήτημα παραγωγικότητας. Η επένδυση στην κατάρτιση, στη διατήρηση εξειδικευμένου προσωπικού, στην τεχνολογία και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών ενισχύει την ποιότητα του τουριστικού προϊόντος. Αντίθετα, ένα μοντέλο που στηρίζεται στην ανακύκλωση εποχικού προσωπικού και στη συμπίεση του εργασιακού κόστους κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια ισορροπία χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στο χαμηλό κόστος της εργασίας. Οφείλει να στηρίζεται στην ποιότητα, στην καινοτομία, στην εξειδίκευση και στην υψηλότερη παραγωγικότητα.

Advertisement

Η σύνδεση του τουρισμού με τον αγροδιατροφικό τομέα είναι καθοριστική. Η ελληνική γεωργία, η κτηνοτροφία, η μεταποίηση τροφίμων και οι τοπικές παραγωγικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αποτελούν βασικούς προμηθευτές ενός τουριστικού κλάδου με μεγάλη και σχετικά προβλέψιμη ζήτηση.

Ωστόσο, η σύνδεση αυτή δεν εξασφαλίζεται αυτόματα από τη γεωγραφική εγγύτητα ούτε από την προβολή της ελληνικής γαστρονομίας. Απαιτεί οργανωμένες αλυσίδες εφοδιασμού, συνεργατικά σχήματα παραγωγών, σταθερές προδιαγραφές ποιότητας, επαρκείς ποσότητες, υποδομές αποθήκευσης και μεταφοράς, καθώς και συμβάσεις που επιτρέπουν στους παραγωγούς να προγραμματίζουν την παραγωγή τους.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η τουριστική ζήτηση μπορεί να αυξάνεται χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχη ώθηση στην εγχώρια πρωτογενή παραγωγή και μεταποίηση.

Advertisement

Η πρόκληση είναι να μετατραπεί ο τουρισμός από έναν ισχυρό καταναλωτή εισροών σε μοχλό ανασυγκρότησης ολόκληρων παραγωγικών αλυσίδων. Να αγοράζει περισσότερα ελληνικά προϊόντα, όχι μόνο επειδή αυτό εξυπηρετεί μια επικοινωνιακή καμπάνια, αλλά επειδή υπάρχουν ανταγωνιστικές, οργανωμένες και αξιόπιστες εγχώριες επιχειρήσεις που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του.

Advertisement

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επισήμανση της μελέτης για το έλλειμμα στατιστικών δεδομένων και την ανάγκη εφαρμογής των Δορυφόρων Λογαριασμών Τουρισμού. Πρόκειται για βασικό εργαλείο οικονομικής μέτρησης, το οποίο επιτρέπει τη συστηματική αποτύπωση της άμεσης συμβολής του τουρισμού στην παραγωγή, στην προστιθέμενη αξία και στην απασχόληση, σε συνάρτηση με τα εθνικολογιστικά μεγέθη.

Χωρίς συνεπή και συγκρίσιμα δεδομένα, η δημόσια συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη σε εύκολους δείκτες, αφίξεις, διανυκτερεύσεις και συνολικές εισπράξεις. Αυτοί οι δείκτες είναι απαραίτητοι, αλλά δεν επαρκούν για να απαντήσουν στα ουσιαστικά ερωτήματα της οικονομικής πολιτικής.

Πόσο αυξάνεται η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο; Ποιο μέρος της τουριστικής δαπάνης μετατρέπεται σε εγχώρια προστιθέμενη αξία; Πόσο ισχυρές είναι οι διασυνδέσεις με τη γεωργία και τη μεταποίηση; Πώς κατανέμεται το οικονομικό όφελος μεταξύ εργαζομένων, μικρών επιχειρήσεων και μεγάλων επενδυτικών σχημάτων; Ποιο είναι το δημοσιονομικό και κοινωνικό κόστος από την επιβάρυνση των υποδομών;

Advertisement

Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντά μια σοβαρή στρατηγική τουριστικής ανάπτυξης. Όχι μόνο πόσοι επισκέπτες ήρθαν, αλλά τι άφησαν πίσω τους στην πραγματική οικονομία.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερο τουρισμό ως αυτονόητο δόγμα ούτε περισσότερες αφίξεις ως αυτοσκοπό. Χρειάζεται ένα διαφορετικό υπόδειγμα αξιοποίησης του τουριστικού της δυναμικού.

Αυτό προϋποθέτει συγκεκριμένες παρεμβάσεις: εφαρμογή αξιόπιστων Δορυφόρων Λογαριασμών Τουρισμού, συστηματική μέτρηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, ενίσχυση των διασυνδέσεων με την πρωτογενή παραγωγή και τη μεταποίηση, επενδύσεις στην τεχνολογία και στις δεξιότητες, βελτίωση της ποιότητας της απασχόλησης και σχεδιασμό με κριτήριο την παραγωγικότητα αντί της αποκλειστικής μεγιστοποίησης των αφίξεων.

Η τουριστική ανάπτυξη οφείλει, επίσης, να αξιολογείται σε σχέση με την αντοχή των υποδομών, τη βιωσιμότητα των προορισμών και τη δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να απολαμβάνουν μέρος της οικονομικής αξίας που παράγεται στον τόπο τους.

Η μελέτη του ΚΕΠΕ επαναφέρει, ουσιαστικά, ένα θεμελιώδες ζήτημα για την ελληνική οικονομία: τη διαφορά ανάμεσα στην αύξηση μιας δραστηριότητας και στην αναβάθμιση του παραγωγικού συστήματος.

Η χώρα δεν μπορεί να εξαρτά τη μακροπρόθεσμη οικονομική της προοπτική από έναν μόνο τομέα, όσο σημαντικός και αν είναι αυτός. Χρειάζεται διαφοροποιημένη παραγωγική βάση, ισχυρότερη εγχώρια μεταποίηση, ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα, τεχνολογική αναβάθμιση και ποιοτικές θέσεις εργασίας.

Γιατί το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας δεν είναι πόσοι τουρίστες πέρασαν τα σύνορα, αλλά πόση διατηρήσιμη οικονομική αξία δημιουργήθηκε, πόση παρέμεινε στη χώρα και σε ποιους κατευθύνθηκε.Τα ρεκόρ αφίξεων μπορεί να γεμίζουν τα ξενοδοχεία. Δεν αρκούν, όμως, για να γεμίσουν τα κενά του παραγωγικού μοντέλου.

*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια