Η διεθνής πολιτική συνιστά ένα παίγνιο ανταγωνισμού και επιβολής, με τη στρατηγική της επιβολής να συνδέεται ευθέως με το ορθολογικό κριτήριο. Τα κράτη, δηλαδή, επιχειρούν να επιβάλλουν τη βούλησή τους προσμετρώντας το στρατηγικό κόστος, που αναλαμβάνουν. Αν καταφέρουν να αποτυπώσουν στο χάρτη τις αξιώσεις τους «χωρίς να πέσει σφαίρα», τότε προκύπτει το ιδανικό αποτέλεσμα. Αντιστρόφως, η καλλιέργεια της πεποίθησης ότι η απόπειρα υλοποίησης των αξιώσεων ενέχει υψηλό στρατηγικό κόστος εμπίπτει στον πυρήνα της συλλογιστικής της αποτρεπτικής στρατηγικής. Ως εκ τούτου, η πολιτιστική διπλωματία καθίσταται ένα εξόχως χρήσιμο στρατηγικό εργαλείο καθόσον, κατά τον ορισμό του Γιανναρά, συνίσταται «στη μεθοδική χρήση στοιχείων ή γνωρισμάτων ιδιαιτερότητας του πολιτισμού μίας χώρας κατά την άσκηση διαχείρισης των διεθνών σχέσεων». Αποφέρει μακρόπνοα κέρδη με χαμηλό κόστος, καθώς και με υψηλή διεθνή νομιμοποίηση.
Η Τουρκία έχει εγκολπώσει μια σειρά μέσων πολιτιστικής διπλωματίας πλήρως στη στρατηγική της επιχειρώντας να καλλιεργήσει μια συγκεκριμένη στρατηγική εικόνα προς τις γεωγραφικές περιφέρειες ενδιαφέροντός της και έχοντας λάβει τον τίτλο της… «πιο γενναιόδωρης χώρας στον κόσμο», διότι δαπανά το 0,95% του Α.Ε.Π. της, τη στιγμή που ο Ο.Η.Ε. προβλέπει στόχο ύψους 0,70%, για τους συγκεκριμένους σκοπούς.
Το 2007, το κυβερνόν Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δημιούργησε το ίδρυμα “Yunus Emre”, στα πρότυπα των αντίστοιχων βρετανικών και γαλλικών φορέων «προώθησης και διδασκαλίας του πολιτισμού, της ιστορίας, της γλώσσας και της λογοτεχνίας». Στο Yunus Emre εντάχθηκε το σύνολο των κρατικών δομών, αρμόδιων για την τουρκική πολιτιστική διπλωματία, και πλέον συντονίζει τη λειτουργία 40 κέντρων εκτός Τουρκίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις γεωγραφικές ζώνες των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.
Ωστόσο, τα πρώτα δείγματα της εστίασης της Τουρκίας στα εν λόγω στρατηγικά μέσα είχαν διαφανεί νωρίτερα, όπως αναλύεται διεξοδικά στο βιβλίο «Τουρκική Στρατηγική στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία» (Εκδόσεις Ποιότητα, 2021). Το 1991, πριν ακόμη την επίσημη ανεξαρτητοποίηση των κρατών μετά τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ., διοργανώθηκε στο Καζάν του Ταταρστάν η Συνέλευση των Τουρκογενών Λαών θέτοντας ως σκοπό «την αναβίωση της ιδεολογίας του τουρκισμού», ενώ γι’ αυτό το λόγο, ιδρύθηκε ειδικό ταμείο υποστήριξης της πρωτοβουλίας. Τα περίφημα «τουρκικά πολιτιστικά κέντρα», όπως αυτό της Τασκένδης, εντάχθηκαν απευθείας στην εποπτεία του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο ανέλαβε να συντονίσει τις δράσεις και της Türk Eximbank και του «Συμβουλίου Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων», που με τη σειρά του συμπεριλαμβάνει ένωση επιμελητηρίων και χρηματιστηρίων, αγροτικών συνεταιρισμών, επιχειρηματιών και βιομηχάνων και επιτροπή συντονισμού εξωτερικών κεφαλαίων.
Κύριος βραχίονας της τουρκικής πολιτιστικής διπλωματίας αποτελεί η TİKA, οργανικά ενταγμένη στο Υπουργείο Εξωτερικών, η οποία – όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα της – θέτει ως σκοπούς: «την καλλιέργεια ίδιας κοινωνικής υποδομής για τις τουρκογενείς δημοκρατίες, την κατασκευή μίας ταυτότητας υπό ένα βιώσιμο πλαίσιο και τη διόρθωση τυχόντων ελλειμμάτων όσον αφορά τις τεχνικές υποδομές τους».
Η «κατασκευή ταυτότητας» συντελείται μέσω της δράσης «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων», όπως η Türkiye Diyanet Vakfı, που επικεντρώνεται στην ίδρυση θρησκευτικών σχολείων (İmam Hatip), με έμφαση στην Αφρική, αφού προηγουμένως η TİKA έχει προετοιμάσει το έδαφος για τη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων του τουρκικού κράτους. Ενδεικτικά, η TİKA διέθετε 8 εκατ. δολάρια το 2002 για ανθρωπιστική βοήθεια, ποσό που αυξήθηκε στα 70 εκατ. το 2012, ενώ είναι ενδεικτικό ότι οι αιτήσεις συμμετοχής στο πρόγραμμα υποτροφιών της Τουρκικής Δημοκρατίας αυξήθηκαν από τις 40.000 το 2012 στις 150.000 το 2019.
Τέλος, ο TÜRKSOY επικεντρώνεται στη διασπορά επικοινωνώντας μια εκτατική αντίληψη για το τουρκικό έθνος. Στο πλαίσιο των δράσεων του αναφέρεται σε «διασπορά 20 εκατομμυρίων ανθρώπων» συμπεριλαμβάνοντας το σύνολο των πολιτών του λεγόμενου «τουρκογενούς κόσμου», ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κάνει λόγο για «συνολικό Α.Ε.Π. 2,1 τρισ. δολαρίων». Μεταξύ πολλών άλλων, ο TÜRKSOY έχει πρωταγωνιστήσει στην προώθηση αναγνώρισης της 21ης Μαρτίου ως Διεθνής Ημέρα Νεβρόζ, στη διοργάνωση καλλιτεχνικών φεστιβάλ με επίκεντρο τις χώρες των Βαλκανίων, στη θεσμοθέτηση της «Πολιτιστικής πρωτεύουσας του τουρκογενούς κόσμου».
Η ευθύγραμμη παράθεση κερδών από την εκτύλιξη της πολιτιστικής διπλωματίας είναι μεθοδολογικά δυσχερής, καθότι ιδιοσυστατικά ο Πολιτισμός αποτελεί μια έννοια δυσκόλως μετρήσιμη. Όμως, κάποιος θα μπορούσε να επισημάνει ότι, κατά την περίοδο γιγάντωσης της τουρκικής πολιτιστικής διπλωματίας, παρατηρείται η εκτίναξη (εξαπλασιασμός) των τουρκικών εξαγωγών, η ανάληψη διαμεσολαβητικού ρόλου από την Τουρκία σε διεθνείς διενέξεις, η αποκόμιση ωφελημάτων όπως στρατιωτικές βάσεις εκτός της χώρας (βλ. Κέρας της Αφρικής) και η αύξηση της επιρροής σε συγκεκριμένα «κράτη-στόχους» όπως αυτά της Κεντρικής Ασίας, στα οποία προσφέρθηκαν δωρεάν βιβλία με το λατινικό αλφάβητο υπό τον όρο της μη παραλαβής βιβλίων με κυριλλική γραφή.
Η πολιτιστική διπλωματία προσφέρει νομιμοποιημένη επιβολή και τούτο δεν εκφεύγει από την προσοχή της Τουρκίας, η οποία εισήλθε στους εν λόγω ανταγωνισμούς με περιορισμένη ήπια ισχύ λόγω και της συλλογικής μνήμης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά πλέον ο βαθμός διείσδυσής της καθίσταται ευθέως ανταγωνιστικός ακόμη και ως προς Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρασίας.