Εισαγωγή: Το διεθνές σοκ
Τα ξημερώματα του Σαββάτου, 3 Ιανουαρίου 2026 στις 01:50 τοπική ώρα, εκρήξεις φωτίζουν τον ουρανό του Καράκας. Στο πλαίσιο της επιχείρησης με την κωδική ονομασία Southern Spear, αμερικανικές δυνάμεις πλήττουν κρίσιμες στρατιωτικές και διοικητικές εγκαταστάσεις της Βενεζουέλας. Λίγες ώρες αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοινώνει τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
Για τη διεθνή κοινή γνώμη, η επιχείρηση παρουσιάστηκε ως μια αποφασιστική κίνηση κατά της «ναρκο-τρομοκρατίας» και της αποσταθεροποίησης στην Καραϊβική. Ωστόσο, πίσω από το επίσημο αφήγημα, διαμορφώνεται ένα βαθύτερο ερώτημα: μήπως η επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν ήταν απλώς μια περιφερειακή στρατιωτική επιχείρηση, αλλά το πρώτο ανοιχτό επεισόδιο ενός πολέμου για την κυριαρχία του παγκόσμιου νομίσματος;
Η αρχιτεκτονική της εξάρτησης: 25 χρόνια σινο-βενεζουελανικής σύγκλισης
Η ανησυχία της Ουάσιγκτον δεν γεννήθηκε εν μία νυκτί. Χτίστηκε σταδιακά, ήδη από το 1999, με την εκλογή του Ούγκο Τσάβες και τη στρατηγική στροφή της Βενεζουέλας εκτός του αμερικανικού οικονομικού πλαισίου. Το 2001, το Καράκας έγινε η πρώτη ισπανόφωνη χώρα που υπέγραψε στρατηγική εταιρική σχέση με την Κίνα.
Το καθοριστικό βήμα ήρθε το 2007, με τη δημιουργία του Κινεζο-Βενεζουελανικού Κοινού Ταμείου και τον μηχανισμό «δάνεια έναντι πετρελαίου». Η Κίνα παρείχε ρευστότητα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και η Βενεζουέλα αποπλήρωνε μέσω απευθείας αποστολών αργού πετρελαίου. Το σχήμα αυτό παρέκαμπτε τους δυτικούς χρηματοπιστωτικούς ελέγχους και μείωσε δραστικά την αμερικανική επιρροή.
Μετά το 2014, την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου και την επιβολή αυστηρών κυρώσεων, η σχέση δεν διαλύθηκε. Αντιθέτως, μετασχηματίστηκε. Υπό τον Μαδούρο, η Κίνα αναβάθμισε τη συνεργασία σε «Παντός Καιρού Στρατηγική Εταιρική Σχέση», ενώ το 2024 υπεγράφη νέα Διμερής Επενδυτική Συνθήκη, που παρείχε εξαιρετικά ισχυρή νομική προστασία στα κινεζικά συμφέροντα. Στην πράξη, η Βενεζουέλα μετατράπηκε σε κρίσιμο κόμβο της κινεζικής ενεργειακής ασφάλειας στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Το πραγματικό διακύβευμα: όταν το νόμισμα γίνεται όπλο
Αν το πετρέλαιο ήταν το υλικό αντικείμενο της σύγκρουσης, το νόμισμα ήταν η άυλη αλλά καθοριστική της διάσταση. Μέχρι το 2025, η Κίνα είχε ολοκληρώσει αυτό που πολλοί αναλυτές περιγράφουν ως μετάβαση στο μοντέλο του «Φρούριο Κίνα»: τη δημιουργία μιας παράλληλης χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής, ικανής να λειτουργεί ακόμη και υπό καθεστώς κυρώσεων.
Τα βασικά εργαλεία ήταν ήδη διαθέσιμα:
- το CIPS, ως εναλλακτικό δίκτυο διατραπεζικών πληρωμών,
- το ψηφιακό γιουάν (e-CNY), που επιτρέπει απευθείας διασυνοριακές συναλλαγές,
- και το mBridge, μια πλατφόρμα που συνδέει ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών, μειώνοντας δραστικά την ανάγκη χρήσης του δολαρίου και του SWIFT.
Για μια χώρα όπως η Βενεζουέλα, αποκλεισμένη από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από ασταθείς λύσεις τύπου USDT, αυτή η υποδομή δεν ήταν θεωρητική. Ήταν υπαρξιακή.
Ήδη από το 2023, η PetroChina είχε πραγματοποιήσει πιλοτική αγορά πετρελαίου με χρήση ψηφιακού γιουάν, αποδεικνύοντας ότι το μοντέλο λειτουργεί.
Η συνάντηση της 2ας Ιανουαρίου και ο κρίσιμος χρονισμός
Την Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026, ο Νικολάς Μαδούρο συναντήθηκε στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες με τον Qiu Xiaoqi, ειδικό απεσταλμένο του Σι Τζινπίνγκ για τη Λατινική Αμερική. Επισήμως, η συνάντηση εντασσόταν στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας.
Ωστόσο, ο χρονισμός της —λίγες ώρες πριν την έναρξη της αμερικανικής επιχείρησης— και η συγκυρία της αναβάθμισης του ψηφιακού γιουάν σε τοκοφόρο μέσο από την 1η Ιανουαρίου 2026, ενισχύουν την εκτίμηση ότι στο τραπέζι βρισκόταν η πλήρης ενσωμάτωση της Βενεζουέλας σε μηχανισμούς πληρωμών εκτός δολαρίου.
Για την Ουάσιγκτον, η προοπτική ενός ενεργειακού μπλοκ —Κίνα, Ρωσία, Ιράν, χώρες της Μέσης Ανατολής και Βενεζουέλα— που θα μπορούσε να συναλλάσσεται ψηφιακά χωρίς το αμερικανικό νόμισμα, δεν ήταν απλώς οικονομική πρόκληση. Ήταν στρατηγική απειλή.
Ο επιταχυντής της ιστορίας
Η επιχείρηση Southern Spear φαίνεται να λειτούργησε ως προληπτικό χτύπημα: όχι μόνο εναντίον ενός καθεστώτος, αλλά εναντίον ενός νομισματικού προηγούμενου που θα μπορούσε να καταστήσει τις κυρώσεις αναποτελεσματικές.
Η δημόσια αναφορά του Τραμπ στην «επιστροφή των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών» δεν αφορά απλώς την οικονομική ανασυγκρότηση της Βενεζουέλας. Αφορά την επαναφορά του ενεργειακού της πλούτου εντός ενός συστήματος όπου το δολάριο παραμένει αναντικατάστατο.
Η ιστορία, ωστόσο, σπάνια λειτουργεί γραμμικά. Αντί να ανακόψει την αποδολαριοποίηση, η σύλληψη του Μαδούρο ενδέχεται να λειτουργήσει ως προειδοποίηση προς τον Παγκόσμιο Νότο: ότι η νομισματική εξάρτηση συνεπάγεται και γεωπολιτική ευαλωτότητα. Το πιθανότερο είναι ότι χώρες που ήδη αμφισβητούν το υφιστάμενο σύστημα θα επισπεύσουν την αναζήτηση «απαραβίαστων» ψηφιακών διαύλων συναλλαγών.
Επίλογος: το ερώτημα που μένει ανοιχτό
Το κεντρικό ερώτημα που αναδύεται δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα ή το πολιτικό της μέλλον. Αφορά το ίδιο το διεθνές σύστημα. Μπορεί το δολάριο να διατηρήσει την κυριαρχία του σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια μπορεί να αγοραστεί και να διακανονιστεί ψηφιακά, εκτός του δυτικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου;
Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η εισβολή στη Βενεζουέλα ίσως καταγραφεί στο μέλλον όχι ως μια περιφερειακή κρίση, αλλά ως το πρώτο ανοιχτό επεισόδιο της μετάβασης σε μια νέα, νομισματικά πολυπολική παγκόσμια τάξη.
*Ο Ανδρέας Λιούμπας είναι Διεθνολόγος με ειδίκευση στην Κίνα. Είναι επικεφαλής ερευνητής της Ομάδας Ανατολικής Ασίας του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Οι απόψεις του παρόντος είναι προσωπικές του αρθογράφου.