Η μουσική είναι ίσως η πιο παλιά κοινή γλώσσα του ανθρώπου. Πριν από τις πόλεις, πριν από τα αλφάβητα, πριν από τους δίσκους, τα στούντιο και τις πλατφόρμες, υπήρχε ο ρυθμός: η φωνή, το χτύπημα του σώματος, η ανάσα μέσα σε ένα κόκαλο που έγινε φλάουτο.
Σήμερα, 21 Ιουνίου, ο κόσμος γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Είναι μια γιορτή που ξεκίνησε στη Γαλλία το 1982 ως Fête de la Musique, με πρωταγωνιστές τον τότε υπουργό Πολιτισμού Τζακ Λανγκ, τον Μορίς Φλερέ και τον Κριστιάν Ντυπαβιγιόν. Η ιδέα ήταν απλή και επαναστατική: η μουσική να βγει από τις αίθουσες, να κατέβει στον δρόμο, να ακουστεί δωρεάν, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς την ερώτηση «τι είδος είναι αυτό;».
Και ίσως αυτός είναι ο μόνος σωστός τρόπος να μιλήσει κανείς για τη μουσική. Όχι σαν κατάλογο ειδών, αλλά σαν διαδρομή του ανθρώπου.
Πότε πρωτοακούστηκε μουσική;
Η ειλικρινής απάντηση είναι: δεν ξέρουμε. Και μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα.
Η πρώτη μουσική δεν άφησε δίσκο, ούτε παρτιτούρα, ούτε ηχητικό αποτύπωμα. Πιθανότατα ήταν η ανθρώπινη φωνή. Ένα νανούρισμα. Ένας θρήνος. Ένα κάλεσμα στο κυνήγι. Ένας ρυθμός με παλαμάκια ή με χτύπημα στο στήθος. Ένας ήχος που δεν ήταν απλώς ήχος, αλλά επικοινωνία.
Αυτό που ξέρουμε από τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι ότι οι άνθρωποι κατασκεύαζαν μουσικά όργανα τουλάχιστον πριν από 35.000 έως 40.000 χρόνια. Τα φλάουτα από κόκαλο πτηνού και ελεφαντόδοντο μαμούθ που βρέθηκαν στη νοτιοδυτική Γερμανία θεωρούνται από τα παλαιότερα ασφαλώς τεκμηριωμένα μουσικά όργανα. Υπάρχει και η περίφημη «φλογέρα» του Divje Babe στη Σλοβενία, που ορισμένοι αποδίδουν σε Νεάντερταλ και τη χρονολογούν ακόμη παλαιότερα, αλλά εκεί η επιστημονική συζήτηση παραμένει ανοιχτή.
Με άλλα λόγια: η μουσική είναι τόσο παλιά, ώστε όταν ο άνθρωπος άρχισε να αφήνει τα πρώτα καθαρά ίχνη πολιτισμού, πιθανότατα ήδη τραγουδούσε.
Ποια ήταν τα πρώτα όργανα;
Το πρώτο όργανο ήταν το σώμα. Η φωνή, τα χέρια, τα πόδια, η ανάσα. Ύστερα ήρθαν τα αντικείμενα: πέτρες, ξύλα, κόκαλα, δέρματα, κοχύλια. Τα πρώτα όργανα δεν έμοιαζαν με τα όργανα που γνωρίζουμε σήμερα. Ήταν προέκταση της καθημερινότητας. Ένα κόκαλο που σφυρίζει. Ένα ξύλο που χτυπά σε άλλο ξύλο. Ένα τεντωμένο δέρμα που γίνεται τύμπανο. Μια χορδή που πάλλεται.
Με τη σημερινή ταξινόμηση, τα μουσικά όργανα χωρίζονται σε πέντε μεγάλες οικογένειες:
Ιδιόφωνα: παράγουν ήχο από το ίδιο το σώμα του οργάνου, όπως καμπάνες, ξυλόφωνα, κύμβαλα.
Μεμβρανόφωνα: τύμπανα και όργανα με τεντωμένη μεμβράνη.
Χορδόφωνα: λύρες, κιθάρες, βιολιά, άρπες, πιάνο.
Αερόφωνα: φλάουτα, κλαρίνα, τρομπέτες, αυλοί, γκάιντες.
Ηλεκτρόφωνα: συνθεσάιζερ, ηλεκτρονικά όργανα και σύγχρονα ψηφιακά μέσα.
Αν όμως τα βάλουμε όχι με «αξία», αλλά με ιστορική λογική, η σειρά είναι περίπου αυτή: φωνή, κρουστά, πνευστά, έγχορδα, πλήκτρα, ηλεκτρονικά.
Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν υπάρχει «σπουδαιότερο» όργανο με απόλυτη έννοια. Το τύμπανο ήταν ιερό σε φυλές. Το ούτι κουβαλά πολιτισμούς της Ανατολής. Το βιολί έγινε φωνή της Ευρώπης αλλά και των νησιών μας. Το μπουζούκι έγινε ταυτότητα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Το πιάνο έγινε το μεγάλο εργαστήριο της δυτικής μουσικής. Η κιθάρα έγινε το όργανο του 20ού αιώνα.
Ποιο είναι το πιο διαδεδομένο όργανο;
Αν θεωρήσουμε όργανο την ανθρώπινη φωνή, τότε η απάντηση είναι εύκολη: η φωνή είναι το πιο διαδεδομένο μουσικό όργανο στον κόσμο.
Αν μιλάμε για κατασκευασμένο όργανο, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Το πιάνο και η κιθάρα διεκδικούν την πρώτη θέση, ανάλογα με το κριτήριο. Το πιάνο κυριαρχεί στη μουσική εκπαίδευση, στη σύνθεση, στη θεωρία. Η κιθάρα κυριαρχεί στη λαϊκή χρήση, στη ροκ, στην ποπ, στο τραγούδι της παρέας, στην εικόνα του τραγουδοποιού.
Η κιθάρα ταξιδεύει εύκολα. Το πιάνο χτίζει μουσικές γλώσσες. Η φωνή όμως παραμένει το πρώτο και τελευταίο όργανο.
Πόσα μουσικά όργανα υπάρχουν;
Δεν υπάρχει επίσημος παγκόσμιος αριθμός. Και δεν θα μπορούσε εύκολα να υπάρξει.
Κάθε πολιτισμός έχει δικά του όργανα, παραλλαγές, τοπικές εκδοχές, ιστορικά αντίγραφα, υβρίδια. Ένα βιολί είναι ένα όργανο. Αλλά πόσες παραλλαγές λύρας υπάρχουν στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή; Πόσες γκάιντες; Πόσα είδη τυμπάνων; Πόσα ηλεκτρονικά όργανα γεννήθηκαν μόνο τον τελευταίο μισό αιώνα;
Η μεγαλύτερη ανοιχτή βάση δεδομένων μουσικών οργάνων από μουσειακές συλλογές συγκεντρώνει δεκάδες χιλιάδες καταγραφές. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν τόσα «είδη» οργάνων· σημαίνει ότι ο κόσμος έχει παράξει έναν απέραντο υλικό πολιτισμό γύρω από τον ήχο.
Η μουσική, πριν γίνει βιομηχανία, ήταν χειροτεχνία.
Πότε γράφτηκε το πρώτο τραγούδι;
Το παλαιότερο γνωστό τραγούδι που σώζεται με μουσική σημειογραφία είναι ο λεγόμενος Ύμνος στη Νικκάλ, γνωστός και ως Hurrian Hymn No. 6. Βρέθηκε στην Ουγκαρίτ, στη σημερινή Συρία, και χρονολογείται περίπου στο 1400 π.Χ.
Δεν μιλάμε για τραγούδι όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Είναι χαραγμένο σε πήλινη πινακίδα, σε σφηνοειδή γραφή, με οδηγίες που οι ειδικοί προσπαθούν ακόμη να ερμηνεύσουν πλήρως. Αλλά είναι συγκλονιστικό: μια μελωδία της Εποχής του Χαλκού που φτάνει, έστω σπασμένη, μέχρι τα αυτιά μας.
Πριν από αυτό υπήρχαν σίγουρα αμέτρητα τραγούδια. Απλώς χάθηκαν. Δεν γράφτηκαν ποτέ. Ή γράφτηκαν σε υλικά που δεν άντεξαν.
Πότε ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά μουσική;
Η πρώτη γνωστή ηχογράφηση ανθρώπινης φωνής που μπορούμε σήμερα να ακούσουμε έγινε στις 9 Απριλίου 1860. Ο Γάλλος Εντουάρ-Λεόν Σκοτ ντε Μαρτενβίλ κατέγραψε με τον φωναυτογράφο του ένα απόσπασμα από το γαλλικό λαϊκό τραγούδι «Au clair de la lune».
Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια: ο φωναυτογράφος κατέγραφε τον ήχο οπτικά, πάνω σε χαρτί ή γυαλί, αλλά δεν μπορούσε να τον αναπαράγει. Ο ήχος «ξαναζωντάνεψε» μόλις τον 21ο αιώνα, όταν ειδικοί κατάφεραν να μετατρέψουν τα ίχνη σε ακουστό αρχείο.
Το 1877 ο Τόμας Έντισον έκανε το επόμενο μεγάλο βήμα: ο φωνογράφος μπορούσε και να καταγράφει και να αναπαράγει ήχο. Η φράση που συνδέθηκε με την πρώτη του δοκιμή ήταν το παιδικό «Mary had a little lamb».
Το 1887 ο Εμίλ Μπερλίνερ κατοχύρωσε τον γραμμόφωνο και τον επίπεδο δίσκο. Εκεί αρχίζει ουσιαστικά ο δρόμος που οδηγεί στον δίσκο όπως τον ξέραμε για δεκαετίες: από τον κύλινδρο στον επίπεδο δίσκο, από το γραμμόφωνο στο πικάπ, από το βινύλιο στο CD, από το MP3 στο streaming.
Πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα;
Εδώ αρχίζει το μεγάλο αδύνατο νούμερο.
Δεν υπάρχει παγκόσμιο μητρώο όλων των τραγουδιών που γράφτηκαν ποτέ. Και δεν γίνεται να υπάρξει. Γιατί τα περισσότερα τραγούδια της ανθρώπινης ιστορίας ήταν προφορικά. Γιατί πολλά δεν ηχογραφήθηκαν. Γιατί άλλα έχουν χιλιάδες εκτελέσεις. Γιατί άλλο είναι «τραγούδι», άλλο «ηχογράφηση», άλλο «κομμάτι», άλλο «έργο», άλλο «track» σε πλατφόρμα.
Μπορούμε όμως να δούμε την κλίμακα του σημερινού κόσμου. Το Spotify διαθέτει πάνω από 100 εκατομμύρια tracks. Η MusicBrainz, μια μεγάλη ανοιχτή μουσική βάση δεδομένων, καταγράφει δεκάδες εκατομμύρια ηχογραφήσεις και tracks. Άλλες πλατφόρμες, όπως το SoundCloud, ανεβάζουν ακόμη περισσότερο τον αριθμό, ειδικά αν συνυπολογιστούν remixes, DJ sets, ανεξάρτητες παραγωγές, demo και πειραματικά έργα.
Άρα το πιο έντιμο συμπέρασμα είναι αυτό: δεν ξέρουμε πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί στην ιστορία. Σίγουρα όμως μιλάμε για εκατοντάδες εκατομμύρια καταγεγραμμένα μουσικά αντικείμενα στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή και για αμέτρητα χαμένα τραγούδια στο παρελθόν.
Πόσα κλασικά έργα και πόσες όπερες υπάρχουν;
Και εδώ δεν υπάρχει ένα απόλυτο νούμερο.
Η κλασική μουσική περιλαμβάνει συμφωνίες, κοντσέρτα, σονάτες, λειτουργίες, κουαρτέτα, άριες, έργα δωματίου, έργα για πιάνο, χορωδιακά, μπαλέτα, όπερες. Η διεθνής βιβλιοθήκη IMSLP, μία από τις σημαντικότερες βάσεις παρτιτούρας, καταγράφει εκατοντάδες χιλιάδες έργα και εκατοντάδες χιλιάδες παρτιτούρες.
Στην όπερα, οι μεγάλες βάσεις παραστάσεων δείχνουν χιλιάδες τίτλους που έχουν παιχτεί ή καταγραφεί. Η Operabase καταγράφει πάνω από ένα εκατομμύριο παραστάσεις όπερας, κλασικής μουσικής, μπαλέτου και μιούζικαλ από το 1996 και μετά.
Το ρεπερτόριο, όμως, είναι πολύ πιο στενό από την ιστορία. Χιλιάδες όπερες έχουν γραφτεί. Λίγες δεκάδες κυριαρχούν στα μεγάλα θέατρα: Βέρντι, Πουτσίνι, Μότσαρτ, Μπιζέ, Ροσσίνι, Βάγκνερ.
Πόσοι τραγουδιστές υπάρχουν σήμερα;
Κανείς δεν μπορεί να τους μετρήσει.
Υπάρχουν οι επαγγελματίες της δισκογραφίας. Οι τραγουδιστές της όπερας. Οι ψάλτες. Οι παραδοσιακοί ερμηνευτές. Οι ράπερ. Οι τραγουδοποιοί. Οι χορωδοί. Οι μουσικοί του δρόμου. Οι δημιουργοί του TikTok. Οι άνθρωποι που ανεβάζουν ένα τραγούδι από το δωμάτιό τους και μέσα σε μία νύχτα μπορεί να ακουστούν σε άλλη ήπειρο.
Με τη σημερινή ψηφιακή συνθήκη, ο τραγουδιστής δεν χρειάζεται πάντα δισκογραφική εταιρεία, στούντιο ή παραγωγό. Χρειάζεται μικρόφωνο, σύνδεση και κοινό. Αυτό κάνει τη μουσική πιο δημοκρατική αλλά και πιο χαοτική.
Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσοι άνθρωποι που να μπορούν να δημοσιεύσουν μουσική. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς μέσα στον θόρυβο.
Ποιο είναι το πιο δημοφιλές και εμπορικό κομμάτι στην κλασική μουσική;
Αν μιλάμε για αναγνωρισιμότητα, λίγα έργα μπορούν να σταθούν απέναντι στην Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν. Τα τέσσερα πρώτα χτυπήματα — τα-τα-τα-τάαα — είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο μοτίβο της δυτικής μουσικής.
Αν μιλάμε για οικιακή, μαθητική, καθημερινή αναγνωρισιμότητα, τότε το «Für Elise» του Μπετόβεν είναι παντού: σε πιάνα, κινητά, μουσικά κουτιά, μαθήματα αρχαρίων.
Αν μιλάμε για εμπορική επιτυχία στην κλασική δισκογραφία, το μεγάλο ρεκόρ ανήκει στους Τρεις Τενόρους και στο άλμπουμ «In Concert» του 1990. Εκεί η κλασική μουσική βγήκε από το στενό κοινό της και έγινε παγκόσμιο μαζικό γεγονός.
Ποιο είναι το πιο δημοφιλές κομμάτι στην όπερα;
Ως έργο όπερας, η «La Traviata» του Βέρντι βρίσκεται σταθερά στην κορυφή των πιο πολυπαιγμένων τίτλων του 21ου αιώνα. Δίπλα της στέκονται η «Carmen» του Μπιζέ, ο «Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ, η «La Bohème» και η «Tosca» του Πουτσίνι.
Αν όμως μιλάμε για άρια, δηλαδή για ένα κομμάτι που ξέφυγε από την όπερα και έγινε παγκόσμιο σύμβολο, τότε η απάντηση είναι σχεδόν αναπόφευκτη: «Nessun dorma» από την «Turandot» του Πουτσίνι.
Ο Λουτσιάνο Παβαρότι την έκανε, ειδικά μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, κάτι πολύ μεγαλύτερο από άρια. Την έκανε ύμνο νίκης, λύτρωσης και λαϊκής συγκίνησης. Η όπερα, για λίγα λεπτά, μπήκε στα σπίτια ανθρώπων που ίσως δεν είχαν περάσει ποτέ την πόρτα λυρικού θεάτρου.
Ποιο είναι το πιο δημοφιλές και εμπορικό κομμάτι στη ροκ;
Η ροκ έχει πολλούς θρόνους και πολλούς διεκδικητές. «Stairway to Heaven», «Smoke on the Water», «Hotel California», «Satisfaction», «Imagine», «Smells Like Teen Spirit». Αν όμως πρέπει να δοθεί ένα όνομα που ενώνει αναγνωρισιμότητα, διαχρονικότητα, εμπορική επιτυχία, streaming και πολιτισμικό αποτύπωμα, τότε το «Bohemian Rhapsody» των Queen είναι η πιο ασφαλής απάντηση.
Κυκλοφόρησε το 1975, δεν έμοιαζε με τίποτα κανονικό για τα μέτρα της εποχής, ήταν πολύ μεγάλο για ραδιόφωνο, πολύ θεατρικό για ροκ, πολύ ροκ για όπερα και πολύ περίεργο για συνταγή επιτυχίας.
Κι όμως έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια όλων των εποχών. Και απέδειξε ότι μερικές φορές το κοινό είναι πιο γενναίο από τη βιομηχανία.
Ποιο είναι το πιο δημοφιλές και εμπορικό κομμάτι στην ποπ;
Ιστορικά, ως πωλήσεις φυσικού single, το «White Christmas» του Μπινγκ Κρόσμπι θεωρείται το μεγαλύτερο εμπορικό φαινόμενο όλων των εποχών, με δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις.
Στη σύγχρονη εποχή του streaming, όμως, η απάντηση αλλάζει. Το «Blinding Lights» του The Weeknd έχει γίνει το μεγάλο σύμβολο της ψηφιακής ποπ εποχής: δισεκατομμύρια streams, ιστορικά ρεκόρ στο Spotify και κορυφαία θέση στις μεγάλες αμερικανικές κατατάξεις επιτυχίας.
Άρα, αν μιλάμε για τον 20ό αιώνα και τις φυσικές πωλήσεις, «White Christmas». Αν μιλάμε για τον 21ο αιώνα και το streaming, «Blinding Lights».
Ποιο είναι το πιο εμπορικό κομμάτι στην ελληνική λαϊκή μουσική;
Εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Η Ελλάδα δεν έχει πάντα την ίδια διαφάνεια και συνέχεια στις καταμετρήσεις που έχουν οι μεγάλες αγορές της Αγγλίας ή της Αμερικής. Πολλά μεγάλα ελληνικά τραγούδια έγιναν τεράστια πριν από την πλήρη εποχή των πιστοποιήσεων, των streams και των δημόσιων βάσεων δεδομένων.
Αν μιλάμε για δίσκο, ο «Δρόμος» του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με βασική φωνή τον Γιάννη Πουλόπουλο, είναι ο μεγάλος μύθος της ελληνικής δισκογραφίας. Κυκλοφόρησε το 1969 και θεωρείται ο πιο εμπορικός ελληνικός δίσκος όλων των εποχών. Από εκεί ξεχωρίζει «Το Άγαλμα», ένα τραγούδι που έγινε λαϊκό βίωμα.
Αν μιλάμε για καθαρό λαϊκό τραγούδι-σύμβολο, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς το «Υπάρχω» του Στέλιου Καζαντζίδη, σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους Πυθαγόρα. Δεν είναι απλώς τραγούδι. Είναι δήλωση ύπαρξης, πόνου, αξιοπρέπειας και λαϊκής μνήμης.
Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι δεν μετριέται μόνο σε πωλήσεις. Μετριέται σε στόματα. Σε γλέντια. Σε μαγαζιά. Σε ραδιόφωνα. Σε ταξί. Σε χωρισμούς. Σε νύχτες που κάποιος είπε «βάλε Καζαντζίδη».
Ποιο είναι το πιο δημοφιλές ελληνικό δημοτικό τραγούδι;
Εδώ η λέξη «εμπορικό» σχεδόν αδικεί το είδος.
Το δημοτικό τραγούδι δεν γεννήθηκε για να πουλήσει. Γεννήθηκε για να περάσει από γενιά σε γενιά. Δεν είχε έναν δημιουργό, μία πρώτη εκτέλεση, ένα εξώφυλλο, ένα release date. Ήταν το τραγούδι του γάμου, του ξενιτεμού, του θρήνου, του χορού, της Ανάστασης, του πανηγυριού, του πολέμου, της μάνας.
Αν πρέπει να αναφερθούν εμβληματικά τραγούδια, τότε μπαίνουν αμέσως στο κάδρο τα «Σαράντα παλικάρια», το «Τζιβαέρι», ο «Ικαριώτικος», τα νησιώτικα του Αιγαίου, τα ηπειρώτικα μοιρολόγια, τα κλέφτικα και τα τραγούδια της ξενιτιάς.
Το «Σαράντα παλικάρια» είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα ιστορικά δημοτικά. Το «Τζιβαέρι» είναι από τα πιο συγκινητικά τραγούδια του αποχωρισμού. Ο «Ικαριώτικος» είναι ίσως ο χορός που καλύτερα δείχνει πώς η μουσική γίνεται κοινότητα: δεν τον ακούς απλώς, μπαίνεις μέσα του.
Η δημοτική μουσική είναι ο τόπος όπου το τραγούδι δεν έχει ιδιοκτήτη. Έχει λαό.
Η μουσική σήμερα: παγκόσμια, ψηφιακή, αμέτρητη
Σήμερα η μουσική βρίσκεται παντού. Σε πλατφόρμες, σε ακουστικά, σε κινητά, σε συναυλίες, σε αλγόριθμους, σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων. Ένα παιδί στην Αθήνα ακούει κορεατική ποπ, αφρικανικό amapiano, αμερικανική trap, αργεντίνικο tango, κρητική λύρα και ρεμπέτικο μέσα στην ίδια ώρα.
Η μουσική έγινε πιο παγκόσμια από ποτέ. Αλλά και πιο προσωπική από ποτέ. Ο καθένας έχει το δικό του soundtrack.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά την τεχνολογία, η ουσία δεν άλλαξε τόσο πολύ. Ο άνθρωπος συνεχίζει να κάνει αυτό που έκανε πάντα: τραγουδά όταν ερωτεύεται, όταν χάνει, όταν γιορτάζει, όταν πονά, όταν θέλει να θυμηθεί, όταν θέλει να ξεχάσει.
Από το κόκαλο-φλάουτο της παλαιολιθικής Ευρώπης μέχρι το «Nessun dorma», από το «Bohemian Rhapsody» μέχρι το «Υπάρχω», από το «Τζιβαέρι» μέχρι το «Blinding Lights», η μουσική είναι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν αρκείται να ζει. Θέλει να δίνει ρυθμό στη ζωή του.
Και ίσως γι’ αυτό, κάθε 21 Ιουνίου, δεν γιορτάζουμε απλώς μια τέχνη.
Γιορτάζουμε τον ήχο της ανθρώπινης ύπαρξης.