Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 53 ετών η Μαρία Κάλλας. Η γυναίκα που ολόκληρος ο κόσμος γνώρισε ως «La Divina» – τη Θεϊκή δεν υπήρξε απλώς μία από τις μεγαλύτερες υψιφώνους του 20ού αιώνα. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο τραγουδιέται και κυρίως ερμηνεύεται η όπερα, συνδυάζοντας τη φωνητική δεξιοτεχνία με μια σχεδόν συγκλονιστική θεατρικότητα. (Maria Callas Museum –)
Από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα
Γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, από Έλληνες γονείς, ως Άννα Μαρία Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου. Το 1937, μετά τον χωρισμό των γονιών της, επέστρεψε με τη μητέρα και την αδελφή της στην Αθήνα.
Σπούδασε αρχικά στο Εθνικό Ωδείο με τη Μαρία Τριβέλλα και στη συνέχεια στο Ωδείο Αθηνών με τη σπουδαία Ισπανίδα υψίφωνο Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, η οποία διέκρινε το τεράστιο ταλέντο της και τη μύησε στην τέχνη του bel canto. (Maria Callas Museum –)
Στην Ελλάδα της Κατοχής άρχισε ουσιαστικά η επαγγελματική της διαδρομή. Από το 1940 έως το 1945 εμφανίστηκε σε παραγωγές της νεοσύστατης τότε Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ερμηνεύοντας μεταξύ άλλων την Τόσκα, τη Σαντούτσα στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» και τη Λεονόρα στον «Φιντέλιο». Η ίδια θεωρούσε τα χρόνια της Αθήνας ως την πραγματική πρώτη περίοδο της καριέρας της. (Εικονικό Μουσείο National Opera)
Η Βερόνα ανοίγει τον δρόμο προς την κορυφή
Το μεγάλο διεθνές άλμα έγινε το 1947. Στην Αρένα της Βερόνας τραγούδησε τη «Τζοκόντα» του Πονκιέλι υπό τη διεύθυνση του Τούλιο Σεραφίν. Η επιτυχία ήταν καθοριστική και ο Σεραφίν έγινε ένας από τους σημαντικότερους μέντορές της.
Ακολούθησε μια σχεδόν ασύλληπτη καλλιτεχνική άνοδος. Το 1951 έκανε την επίσημη πρεμιέρα της στη Σκάλα του Μιλάνου με τους «Σικελικούς Εσπερινούς» του Βέρντι. Στη συνέχεια κατέκτησε το Covent Garden του Λονδίνου, τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, την Όπερα των Παρισίων και τις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου. (Maria Callas Museum –)
Οι ρόλοι που έγιναν δικοί της
Η Κάλλας διέθετε μια ασυνήθιστα μεγάλη καλλιτεχνική και φωνητική γκάμα. Στα πρώτα της χρόνια μπορούσε να τραγουδά βαρείς δραματικούς ρόλους όπως η Τουραντότ και η Ιζόλδη και παράλληλα να αντιμετωπίζει τις εξαιρετικές τεχνικές απαιτήσεις του bel canto.
Όμως ορισμένοι ρόλοι ταυτίστηκαν για πάντα με το όνομά της: η Νόρμα του Μπελίνι, η Τόσκα του Πουτσίνι, η Βιολέτα στην «Τραβιάτα» του Βέρντι, η Λουτσία στη «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» και η «Άννα Μπολένα» του Ντονιτσέτι, αλλά και η Μήδεια του Κερουμπίνι. (Maria Callas)
Δεν ήταν μόνο η έκταση ή η δύναμη της φωνής της που την έκαναν μοναδική. Ήταν η ικανότητά της να μετατρέπει κάθε άρια σε δράμα. Δεν «έλεγε» απλώς τις νότες. Έπαιζε τον χαρακτήρα, άλλαζε το χρώμα της φωνής, χρησιμοποιούσε τη λέξη και τη σιωπή και έκανε την όπερα πραγματικό θέατρο.
Η επιστροφή στην Ελλάδα και η Επίδαυρος
Η σχέση της με την Ελλάδα παρέμεινε βαθιά. Το 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Το 1960 τραγούδησε τη «Νόρμα» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και το 1961 επέστρεψε εκεί με τη «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και με κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη.
Τα έσοδα από τις εμφανίσεις της αυτές τα προσέφερε για τη δημιουργία φορέα υποτροφιών για νέους καλλιτέχνες. (Εικονικό Μουσείο National Opera)
Ο Ωνάσης και η άλλη πλευρά της «Divina»
Η προσωπική της ζωή έγινε σχεδόν τόσο διάσημη όσο και η καλλιτεχνική της πορεία. Το 1949 είχε παντρευτεί τον Ιταλό βιομήχανο Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 μπήκε στη ζωή της ο Αριστοτέλης Ωνάσης.
Η σχέση τους εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο πολυσυζητημένους έρωτες της εποχής. Όταν το 1968 ο Ωνάσης παντρεύτηκε την Τζάκι Κένεντι, η Κάλλας δέχθηκε ένα βαθύ προσωπικό πλήγμα. (Maria Callas Museum –)
Η «Μήδεια» του Παζολίνι
Το 1969 ο Πιερ Πάολο Παζολίνι την επέλεξε για τη «Μήδεια». Ήταν η μοναδική κινηματογραφική ερμηνεία της Κάλλας σε δραματικό ρόλο χωρίς να τραγουδά όπερα. Η ταινία δεν γνώρισε τότε μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά έμεινε ως ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο τόσο στη δική της διαδρομή όσο και στο έργο του Ιταλού σκηνοθέτη. (mariacallasestate.com)
Η φωνή αρχίζει να υποχωρεί
Ήδη από τη δεκαετία του 1960 η φωνή της εμφάνιζε σημάδια κόπωσης. Η τελευταία της εμφάνιση σε πλήρη παραγωγή όπερας ήταν ως Τόσκα στο Covent Garden στις 5 Ιουλίου 1965. (mariacallasestate.com)
Το 1971 και το 1972 δίδαξε σε masterclasses στη Juilliard της Νέας Υόρκης. Το 1973 επέστρεψε στη σκηνή μαζί με τον παλιό της συνεργάτη, τον τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, για μια παγκόσμια αποχαιρετιστήρια περιοδεία. Η φωνή δεν είχε πια τη δύναμη των θρυλικών χρόνων της, αλλά το κοινό συνέχιζε να την υποδέχεται με ενθουσιασμό.
Η τελευταία δημόσια συναυλιακή της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στο Σαπόρο της Ιαπωνίας τον Νοέμβριο του 1974. (Maria Callas)
Το μοναχικό τέλος στο Παρίσι
Μετά τον θάνατο του Ωνάση το 1975 και τη δολοφονία του φίλου της Πιερ Πάολο Παζολίνι την ίδια χρονιά, η Κάλλας απομονώθηκε ακόμη περισσότερο στο παρισινό διαμέρισμά της.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, σε ηλικία 53 ετών, πέθανε στο σπίτι της στο Παρίσι. Το πιστοποιητικό θανάτου ανέφερε καρδιακό επεισόδιο, αν και επειδή δεν πραγματοποιήθηκε νεκροψία πριν από την αποτέφρωση, η ακριβής ιατρική αιτία δεν εξακριβώθηκε οριστικά. (maria-callas.com)
Η σορός της αποτεφρώθηκε και, σύμφωνα με την επιθυμία της, οι στάχτες της σκορπίστηκαν αργότερα στο Αιγαίο.
Η γυναίκα που άλλαξε την όπερα
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά τις τελευταίες μεγάλες εμφανίσεις της, η Μαρία Κάλλας εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Η κληρονομιά της δεν βρίσκεται μόνο στις ιστορικές ηχογραφήσεις της. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε την ίδια την αντίληψη για τον λυρικό τραγουδιστή: ο τραγουδιστής έπρεπε πλέον να είναι και ηθοποιός, να ζει τον ρόλο και όχι απλώς να τον τραγουδά.
Γι’ αυτό και η Κάλλας δεν έμεινε στην ιστορία απλώς ως μια μεγάλη Ελληνίδα υψίφωνος.
Έμεινε ως η «Divina». Η Ελληνίδα που έκανε την όπερα να ακούγεται, να παίζεται και να συγκινεί διαφορετικά.