Ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, ο Φάρος της Αλεξάνδρειας δέσποζε κάποτε στο λιμάνι της μεσογειακής πόλης κατά την ελληνιστική περίοδο της Αιγύπτου. Με ύψος που έφτανε τα 140 μέτρα περίπου, ήταν το δεύτερο ψηλότερο οικοδόμημα της εποχής του, μετά τη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας.
Ο φάρος, ήδη ταλαιπωρημένος από προηγούμενους σεισμούς, καταστράφηκε ολοσχερώς έπειτα από τον μεγάλο σεισμό της Κρήτης το 1303 μ.Χ., με πολλά από τα ερείπια να καταλήγουν στη θάλασσα και σταδιακά να εμφανίζονται μερικά από αυτά στην επιφάνεια. Σήμερα, ωστόσο, όπως αναφέρουν οι New York Times, μια διεθνής ομάδα ιστορικών, αρχιτεκτόνων και προγραμαματιστών εργάζεται για τη δημιουργία ενός ψηφιακού τρισδιάστατου μοντέλου του αρχαίου μνημείου.
Ricostruire in 3D il Faro di Alessandria: una sfida ambiziosa, che necessita di tempi molto lunghi https://t.co/MbZ3ILutvW pic.twitter.com/1lM35GdoXb
— Il Giornale dell'Arte (@giornaledellArt) February 9, 2026
Όπως αναφέρεται και στο ARTnews, ο φάρος ήταν παραγγελία του Πτολεμαίου Α΄ Σωτήρα (περ. 367–283 π.Χ.), Μακεδόνα στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ιδρυτής της Πτολεμαϊκής Δυναστείας στην Αίγυπτο, ενώ η κατασκευή ολοκληρώθηκε από τον γιο και διάδοχό του, Πτολεμαίο Β΄ Φιλάδελφο. Κατά τη διάρκεια της πτολεμαϊκής δυναστείας, η οποία διήρκεσε περίπου τρεις αιώνες, η Αλεξάνδρεια εξελίχθηκε σε κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού στην Αίγυπτο.
Χτισμένος στο νησί Φάρος, στα ανοιχτά της Αλεξάνδρειας, ο φάρος κατασκευάστηκε από πέτρα και διέθετε τριμερή αρχιτεκτονική δομή: τετράγωνη βάση, οκτάγωνο μεσαίο τμήμα και κυλινδρικό ανώτερο μέρος. Όσο για την καθοδήγηση των πλοίων προς το λιμάνι της πόλης χρησιμοποιούσε καθρέφτες και εστία φωτιάς, λειτουργώντας ως ένας από τους σημαντικότερους φάρους ναυσιπλοΐας για την εποχή.
«Τα ερείπια βρίσκονται διάσπαρτα στο βυθό σε έκταση περίπου 18 στρεμμάτων», δήλωσε στους New York Times η Isabelle Hairy, αρχαιολόγος στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας και στο Κέντρο Αλεξανδρινών Σπουδών στην Αίγυπτο, καθώς και επικεφαλής της ομάδας του προγράμματος Pharos.
Το περασμένο καλοκαίρι, η ομάδα του Pharos Project χρησιμοποίησε γερανό προκειμένου να φέρει στην επιφάνεια ευρήματα κυρίως από γρανίτη, ώστε να πραγματοποιηθεί η ενδεδειγμένη ψηφιακή σάρωση για το τρισδιάστατο μοντέλο. Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις ήταν ένας πυλώνας ο οποίος συνδύαζε τεχνικές δόμησης ελληνιστικού ύφους με αιγυπτιακά διακοσμητικά και μορφολογικά στοιχεία.
Μέχρι στιγμής, έχουν καταγραφεί περίπου 5.000 δομικά στοιχεία και αντικείμενα τα οποία βρίσκονται στον βυθό έπειτα από σαρώσεις του θαλάσσιου πυθμένα. Ωστόσο, οι επόμενες σαρώσεις αναμένονται περισσότερο απαιτητικές καθώς θα εξαρτώνται άμεσα από την ανέλκυση των βυθισμένων ευρημάτων στην επιφάνεια, η οποία καθίσταται όλο και πιο δύσκολη δεδομένων των συνθηκών στο θαλάσσιο περιβάλλον. Στη συνέχεια, πρόκειται να υποβληθούν σε διαδικασίες συντήρησης και προστασίας, πριν επιστρέψουν στη θάλασσα, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο για τη διατήρησή τους.
«Η ορατότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη», δήλωσε η Hairy στους Times, «ο πυθμένας είναι ανώμαλος και δεν υπάρχουν σαφή στρώματα ιζήματος». Εξαιτίας αυτών των δυσκολιών, εκτιμά ότι θα χρειαστούν ολόκληρες γενιές προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο.
Με πληροφορίες από ARTnews