Η Μάρω Κοντού απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών.
Η αγαπημένη ηθοποιός είχε εισαχθεί στις 15 Ιουνίου, στην καρδιολογική κλινική του Νοσοκομείου «Αττικόν», όπου είχε τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση και από πνευμονολόγους, καθώς το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε πρόβλημα στους πνεύμονες. Πήρε εξητήριο την 1η Ιουλίου και επέστρεψε στο σπίτι της ύστερα από νοσηλεία 15 ημερών.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, τις τελευταίες ημέρες η ηθοποιός νοσηλευόταν στον «Άγιο Σάββα».
Η Μάρω (Μαριάνθη) Κοντού γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στην Αθήνα, στο Κουκάκι, στην ίδια γειτονιά με τον Μάριο Πλωρίτη και τη Νάνα Μούσχουρη. Ο πατέρας της ήταν Πειραιώτης έμπορος που όμως είχε καλλιτεχνικές ευαισθησίες, τις οποίες εξέφραζε ζωγραφίζοντας και γράφοντας στίχους. Έφυγε από τη ζωή από φυματίωση όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών. Η μικρή Μάρω μεγάλωσε με τη μητέρα της και τη γιαγιά της.
Σπούδασε χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, τη σημερινή Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Με το ταλέντο της κατάφερε να αποσπάσει υποτροφία για την σχολή HLADEK στη Γερμανία, την οποία όμως δεν αξιοποίησε λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης. Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ, επέμεινε όμως στις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και «σαμποτάρισε» τις πιθανότητες πρόσληψής στην Εθνική τράπεζα (κατόπιν οικογενειακής πίεσης) παραδίδοντας στις εξετάσεις σημείωμα που έγραφε «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».
Έχοντας αποφοιτήσει από τη σχολή Χορού, συμμετείχε στις οντισιόν που έκανε ο Δημήτρης Ροντήρης για το Εθνικό Θέατρο, όπου και προσελήφθη το 1953 ως μέλος του χορού σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας (ανάμεσα στις άλλες επιτυχούσες ήταν και η Μαίρη Χρονοπούλου). Μερικά χρόνια αργότερα έδωσε εξετάσεις και έλαβε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, ως εξαιρετικό ταλέντο, από την Ανωτάτη Κρατική Επιτροπή του υπουργείου Παιδείας.
Ντεμπούτο στην Επίδαυρο με «Ιππόλυτο»
Έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση ως μέλος του Χορού στο ανέβασμα του «Ιππόλυτου» από τον Δημήτρη Ροντήρη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (1953). Ήταν η ίδια παράσταση που ένα καλοκαίρι αργότερα εγκαινίασε το θεσμό των Επιδαύριων και η Μάρω Κοντού ήταν και τότε παρούσα στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο έως το καλοκαίρι του 1958, δίπλα σε ιερά τέρατα, όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού. Τα καλοκαίρια ως μέλος του χορού σε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες και τους χειμώνες πλαισιώνοντας παραστάσεις έργων του κλασικού ρεπερτορίου.
Ντίνος Ηλιόπουλος, Δημήτρης Χορν, «Η Μαύρη Φορντ» και «Πες μου μια λέξη»
Δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή θιασαρχών του ελεύθερου θεάτρου. Πρώτος ο Ντίνος Ηλιόπουλος την κάλεσε το 1959 στο θίασό του και μαζί περιόδευσαν σε Ελλάδα και Κύπρο με τα έργα «Φωνάζει ο Κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και «Η Κυρία του Κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη.
Σε μια από αυτές τις παραστάσεις την είδε ο Άλκης Στέας και την σύστησε στον Δημήτρη Χόρν ο οποίος της προσέφερε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο σε Αθηναϊκή σκηνή με το έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ (χειμερινή περίοδος 1959-60). Η Μάρω Κοντού θα συνεργαστεί με τον Δημήτρη Χορν για τρεις σεζόν, ώσπου τρία χρόνια αργότερα την προσλαμβάνει ο Μάνος Χατζιδάκις στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» (1962). Στην παράσταση αυτή ερμήνευσε το τραγούδι «Μαύρη Φορντ», που έγινε διαχρονική επιτυχία.
Στη θεατρική πορεία της συμμετείχε σε πάνω από 90 παραστάσεις. Τη δεκαετία του 1970 στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στο θέατρο επιλέγοντας ως επί το πλείστον κωμωδίες Ελλήνων συγγραφέων (Τσιφόρου – Βασιλειάδη, Γιαλαμά – Πρετεντέρη, Ψαθά κλπ). Σημείωσε μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες και αρκετές χρονιές ήταν συνθιασάρχισσα άλλοτε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, άλλοτε με τον Κώστα Βουτσά ή τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Παρέμεινε ενεργή και δεν απέφυγε να συνεργαστεί με νεότερούς της δημιουργούς, όπως για παράδειγμα με τον Λάκη Λαζόπουλο («Τι Είδε ο Γιαπωνέζος», 1987) και με τον Σταμάτη Κραουνάκη («Χ-Σκηνής, Αυτά που έκάψαν το σανίδι», 2008).
Ο πρώτος «βουβός» ρόλος στο σινεμά με το «Χαρούμενο Ξύπνημα»
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Μάρως Κοντού ήταν μόλις είχε ξεκινήσει στο Εθνικό Θέατρο, με ένα βουβό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησαν εμφανίσεις στις «Ο Άνθρωπος του Τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Έγκλημα στα Παρασκήνια». Στη συνέχεια, έκανε ντεμπούτο με πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Τα Κίτρινα Γάντια» (1960) ως σύζυγος του ζηλόφθονα Νίκου Σταυρίδη. Επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ το 1963 πρωταγωνιστώντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».
Συμμετείχε σε πάνω από 50 κινηματογραφικές παραγωγές μεταξύ των οποίων η ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Αντιγόνη» (1961) ως Ισμήνη, αλλά και το διαχρονικό φιλμ (επίσης του Τζαβέλλα) «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» (Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, 1965), όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον διάσημα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία συνεργασία της Μάρως Κοντού με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968) στον κεντρικό ρόλο πλάι στον Αλέκο Αλεξανδράκη. Ιδιαίτερη επιτυχία είχαν και οι 13 ταινίες όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα («Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Κρίμα το Μπόι σου» κ.α.).
Με την κάμψη του εμπορικού κινηματογράφου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι επιλογές της έγιναν όλο και λιγότερες. Ξεχωρίζει ίσως ο ρόλος στην ταινία «Το Μεγάλο Κανόνι» (1981) με τον Θανάση Βέγγο. Χρειάστηκε να περάσει μακρύ διάστημα απουσίας από τον κινηματογράφο για να επιστρέψει το 2012 με ένα ρόλο στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.
Στη διάρκεια της καριέρας της οι τηλεοπτικές της συμμετοχές ήταν περιορισμένες («Ένοχοι», «Τρεις στο Γύρο», «Το Πάθος» κ.α.). Το 2021 βρέθηκε ξανά στις τηλεοπτικές οθόνες με ένα χαρακτηριστικό ρόλο στη σειρά «Γη της Ελιάς».
Η Μάρω Κοντού είχε κάνει δύο γάμους. Με τον διευθυντή Φωτογραφίας, Αριστείδη Καρύδη Φουκς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.
Παράλληλα με την καριέρα της στην υποκριτική ασχολήθηκε ενεργά και με την πολιτική. Ξεκίνησε από την τοπική αυτοδιοίκηση το 1994, ως εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων, όπου παρέμεινε για επτά χρόνια. Διετέλεσε πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9,84, και αργότερα πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα». Έκανε τρεις σύντομες θητείες στο Ελληνικό Κοινοβούλιο (1999-2000, 2003-2004 και 2007), έχοντας αποσπάσει την πρώτη επιλαχούσα θέση στην περιφέρεια της Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.
Λίνα Μενδώνη: Ηθοποιός που συνδύαζε φυσικό κάλλος και μια σπάνια γοητεία, με πηγαίο ταλέντο, έπλασε ρόλους διαχρονικούς
Πληροφορούμενη την απώλεια της Μάρως Κοντού, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Με ιδιαίτερη θλίψη πληροφορήθηκα την απώλεια της Μάρως Κοντού, μιας αγαπημένης πρωταγωνίστριας, με πορεία άνω των επτά δεκαετιών στην Τέχνη και με ανεκτίμητη προσφορά, που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από τις ερμηνείες της στο θέατρο και στις μεγάλες ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Ηθοποιός που συνδύαζε φυσικό κάλλος και μια σπάνια γοητεία, με πηγαίο ταλέντο, έπλασε ρόλους διαχρονικούς, που θα εξακολουθούν να μας χαρίζουν συγκίνηση και χαρά, έχοντας σφραγίσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους που ερμήνευσε. Θα μας μείνει αξέχαστη με την καταλυτική παρουσία της στη μεγάλη οθόνη και στο θέατρο, καθώς αναμετρήθηκε με σπουδαίους και απαιτητικούς ρόλους του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Τα επιλεκτικά περάσματά της από την τηλεόραση ήρθαν να επιστεγάσουν τη γόνιμη σταδιοδρομία της και να διευρύνουν την αγάπη που έτρεφε γι’ αυτήν το κοινό.
Άνθρωπος με βαθιά μόρφωση και έντονες ανησυχίες, η Μάρω Κοντού διέπρεψε ως καλλιτέχνιδα, χωρίς ποτέ να σπαταλήσει το ταλέντο της και να υποβιβάσει τη μακρόχρονη πορεία της, στο επίπεδο της άσκοπής δημοσιότητας. Το ίδιο ανιδιοτελής και γόνιμη υπήρξε και η ενασχόλησή της με τον δημόσιο βίο, από τα έδρανα της Βουλής των Ελλήνων και από το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, όπου προσέφερε υπηρεσίες, συμβάλλοντας στην καθημερινότητα των Αθηναίων. Στην τελευταία μας συνομιλία ενημερώνοντάς την ότι η οικία Κοκοβίκου, στην οδό Τριπόδων θα αποτελέσει ναό για τον ελληνικό κινηματογράφο δεν μου εξέφρασε μόνο τη χαρά της αλλά μου τόνισε πως ο φίλος της Γιώργος Κωνσταντίνου είναι ένας μοναδικός ηθοποιός ήθους και ταλέντου. Το ίδιο ανεπίληπτο ταλέντο και ήθος, μιας άλλης εποχής, που και η ίδια διέθετε, συμβαδίζοντας με τη διακριτική και αταλάντευτη αφοσίωσή της στην Τέχνη, χαρίζοντάς της, πανάξια, την καθολική αναγνώριση και αγάπη. Αυτός ήταν ο σπάνιος συνδυασμός που ενσάρκωνε η Μάρω Κοντού, που θα μας συντροφεύει, για πολλά χρόνια, με τους αξέχαστους ρόλους της.
Στην οικογένειά της, τους συναδέλφους της και τους αμέτρητους φίλους της απευθύνω τα ειλικρινέστατα μου συλλυπητήρια».