O Ντέιβιντ Χόκνεϊ, ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της σύγχρονης τέχνης διεθνώς, κατά τον 20ό αλλά και 21ο αιώνα, απεβίωσε στο σπίτι του στο Λονδίνο, σε ηλικία 88 ετών.
Από την παραδοσιακή ζωγραφική, τη χαρακτική, τη φωτογραφία έως, τα τελευταία χρόνια, την digital art που δημιούργησε σε iPad, υπογράφοντας έργα που τον έκαναν γνωστό στις νεότερες γενιές, ο Χόκνεϊ αναδείχθηκε κατ’ αρχάς ως καλλιτέχνης της ποπ αρτ και έγινε σύμβολο της βρετανικής δεκαετίας του ’60.
Διάσημος από τους πίνακες του «The Splash» και «My Parents», ο Χόκνεϊ άφησε την τελευταία του πνοή ένα μήνα προτού γιορτάσει τα 89α γενέθλια του.
Γιος ενός λογιστή και μίας θρησκευόμενης μητέρας, ο Χόκνεϊ μεγάλωσε στη βόρεια Αγγλία. Παρακολουθώντας ως παιδί το κωμικό δίδυμο Λόρελ και Χάρντι στις ταινίες του Χόλιγουντ, του είχαν κάνει εντύπωση οι έντονα διακριτές σκιές. «Οι έντονες σκιές σήμαιναν πολύ ήλιο», θα έλεγε χρόνια αργότερα, το 2009 σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του BBC. «Έτσι σκέφτηκα: “Λοιπόν, όπου κι αν είναι αυτό, έχει πάντα ήλιο”». Πράγματι, δύο δεκαετίες αργότερα, θα μετακόμιζε στο Λος Άντζελες για να παραδοθεί σε αυτό το εκθαμβωτικό φως.
Αρχικά, έγινε γνωστός από την ίδια του την εικόνα: Τα γυαλιά με τον χοντρό σκελετό, τα χαρακτηριστικά μαλλιά και τα χρυσά σακάκια.
Επαναστατώντας στις συμβάσεις της εποχής, ήδη από την εποχή που ήταν φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών στο Μπράντφορντ, έδινε τίτλους στους αφηρημένους πίνακές του, όπως «Going to be a Queen for Tonight» και «Doll Boy», σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία τιμωρούνταν με φυλάκιση.
View this post on InstagramAdvertisement
Το 1959 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Γνώρισε ραγδαία άνοδο την εποχή της ποπ αρτ και συναναστράφηκε με σταρ, από τον χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ μέχρι τον Μικ Τζάγκερ.
Όμως, ο Χόκνεϊ λαχταρούσε τον ενθουσιασμό που έβλεπε στα έργα των Αμερικανών καλλιτεχνών. Με τα χρήματα από την πώληση των έργων του, επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη για πρώτη φορά το 1961 – όπου έγινε φίλος με τον Άντι Γουόρχολ – και τρία χρόνια αργότερα, μετακόμισε στην Καλιφόρνια.
«Σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι που δημιουργούσαν τέτοια έργα πρέπει να ζούσαν μέσα στο χρώμα, οπότε πήγα να το αναζητήσω», αναφέρεται στη βιογραφία του που έγραψε ο κριτικός τέχνης και φίλος του Πίτερ Άνταμ.
«Είχα περάσει τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής μου στη γοτθική μελαγχολία του Βορρά. Εδώ ένιωσα ελεύθερος».
Με πληροφορίες από France 24