Το υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, Λογοτεχνικής Μετάφρασης και Παιδικού Βιβλίου έτους 2025 (για τις εκδόσεις 2024).

Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2025 απονέμεται «εξ ολοκλήρου, ισότιμα και από κοινού» σε κάθε έναν από τους εξής Νεοελληνιστές: Vincenzo Rotolo (Βιντσέντζο Ρότολο), Jacques Bouchard (Ζακ Μπουσάρ), Roderick Beaton (Ρόντρικ Μπήτον) και Μόσχο Μορφακίδη-Φυλακτό, για τη συνολική προσφορά τους στα Γράμματα.

Advertisement
Advertisement

Το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025 απονέμεται ομόφωνα στον Μίνω Ευσταθιάδη, για το «ακατάτακτο, υβριδικό, αιρετικό μυθιστόρημα του» Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους, εκδόσεις Μεταίχμιο, που «κόντρα στο κατεστημένο του είδους (αστυνομικό μυθιστόρημα), το οποίο αναζητά απαντήσεις και βεβαιότητες, κομίζει αινίγματα και αναπάντητα ερωτήματα».

Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2025 απονέμεται κατά πλειοψηφία στη Δήμητρα Κωτούλα, για το έργο της Λάμια, εκδόσεις Πατάκη.   

Το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής 2025 απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας: στον Λυκούργο Κουρκουβέλα, για το έργο του Φραντς Κάφκα. Πολιτική και Κουλτούρα στη Μεταπολεμική Εποχή, εκδόσεις Πεδίο, και στον Στέφανο Τραχανά, για το έργο του Ο κύκλος. Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας-Bιογραφίας-Χρονικού-Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας 2025 απονέμεται ομόφωνα στον Κωστή Καρπόζηλο, για το έργο του Ελληνικός κομμουνισμός. Μια διεθνική ιστορία (1912-1974), εκδόσεις Αντίποδες.

Το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2025 απονέμεται ομόφωνα στον Θοδωρή Τσομίδη, για το έργο του Η γέννα. Μια ιστορία σε τρεις εποχές, εκδόσεις Πατάκη.

Το Ειδικό Κρατικό Βραβείο 2025 για βιβλίο που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, απονέμεται ομόφωναστον Νικήτα Σινιόσογλου, για το έργο του Απομονωτήριο λοιμυπόπτων ζώων, εκδόσεις Κίχλη.

Advertisement

Επίσης, η Επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα την απονομή Τιμητικής Διάκρισης στα περιοδικά: Byzantine and Modern Greek Studies και Journal of Modern Greek Studies, για τη συνεισφορά τους στη διάδοση των νεοελληνικών σπουδών διεθνώς.

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2025

Το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης Έργου Ξένης Λογοτεχνίας στην Ελληνική Γλώσσα 2025, απονέμεται ομόφωναεξ ημισείας στην Τιτίκα Δημητρούλια για τη μετάφραση του έργου της Σεσίλ Κουλόν, Ένα θηρίο στον παράδεισο, εκδόσεις Gutenberg και στη Δήμητρα Δότση για τη μετάφραση του έργου του Ίταλο Καλβίνο, Ο δρόμος του Σαν Τζοβάνι, εκδόσεις Καστανιώτη.

Advertisement

Το Κρατικό Βραβείο Απόδοσης Έργου Της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στα Νέα Ελληνικά 2025 απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στην Τασούλα Καραγεωργίου, για τη μετάφραση του έργου της Ανύτης της Τεγεάτιδος, Τα ποιήματα, εκδόσεις Νίκας και στον Βάιο Λιαπή, για τη μετάφραση του έργου των Λουκιανού, Πλούταρχου, Θεόφραστου, Σημεία και τέρατα, Η δεισιδαιμονία και οι επικριτές της στην αρχαία Ελλάδα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης Έργου Ελληνικής Λογοτεχνίας σε Ξένη Γλώσσα 2025 απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Eusebi Ayensa, για τη μετάφραση του έργου του Κωνσταντίνου Καβάφη,Poesia completa (τόμοι Ι & ΙΙ), εκδ. Flâneur και στον Khaled Raouf, για τη μετάφραση του έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη, Η Αυλή των θαυμάτων, εκδόσεις Jusur Publishing.

Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου 2025

Advertisement

Το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου 2025 απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Κυριάκο Αθανασιάδη για το έργο με τίτλο  Ο παράξενος Αδάμ και το φεγγάρι, (εικονογράφηση Ναταλία Καπατσούλια), εκδόσεις Ψυχογιός.

Το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού – Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου 2025 απονέμεταικατά πλειοψηφία στην Άννα Κουππάνου  για το έργο με τίτλο Όταν μας άφησε η θάλασσα, εκδόσεις Πατάκη.

Το Κρατικό Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου 2025 απονέμεται ομόφωνα στην εικονογράφο Αγγελική Μπόζου  για το έργο με τίτλο Τι κοιτάζουν;, εκδόσεις Μικρή Σελήνη.

Advertisement

Το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για παιδιά 2025 απονέμεται εξ ημισείας στους Νίκο Μαθιουδάκη – Μάνο Μπονάνο για το έργο με τίτλο Το όνομά μου είναι… Κική Δημουλά, (εικονογράφηση Αγγελική Μπόζου), εκδόσεις Ίκαρος και στην Αλεξάνδρα Σέλελη για το έργο με τίτλο Ιστορίες για εφτάψυχα σκουπίδια,(εικονογράφηση Πετρούλα Κρίγκου), εκδόσεις Καλέντης.

Advertisement

Βιντσέντζο Ρότολο, Ζακ Μπουσάρ, Ρόντρικ Μπήτον, Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός: Ποιοι είναι οι 4 Νεοελληνιστές

Ο Vincenzo Rotolo (Παλέρμο, 1931), ο Jacques Bouchard (Κεμπέκ, 1940), ο Roderick Beaton (Εδιμβούργο, 1951) και ο Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός (Δράμα, 1954) συνέβαλαν σημαντικά στην προβολή και διάδοση της νεοελληνικής λογοτεχνίας διεθνώς μέσα από τις μεταφράσεις αξιόλογων έργων της στην ιταλική, τη γαλλική, την αγγλική και την ισπανική γλώσσα, ενώ παράλληλα συνεισέφεραν επί δεκαετίες και συνεχίζουν άοκνα να υπηρετούν τις νεοελληνικές σπουδές σε διαρκώς επιδεινούμενες γι’ αυτές τις σπουδές συνθήκες στο ακαδημαϊκό πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών.

Το έργο του Vincenzo Rotolo (Παλέρμο, 1931) συνεχίζει την ακμαία στη διάρκεια του 20ού αιώνα παράδοση των νεοελληνικών σπουδών στην Ιταλία. Ο Rotolo σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της γενέτειράς του Κλασική Φιλολογία ως μαθητής του φημισμένου ελληνιστή Bruno Lavagnini (Μπρούνο Λαβανίνι), αλλά το ενδιαφέρον του και για τη νέα ελληνική γλώσσα και τη λογοτεχνία της εκδηλώθηκε ήδη από τα χρόνια των βασικών σπουδών του. Συνεχίζοντας τις σπουδές του για ένα έτος στο ΑΠΘ, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει το έργο των σημαντικών Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων της γενιάς του 1930. Ύστερα από πρόσκληση του Λαβανίνι, υπηρέτησε ως διευθυντής στο Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών επί μία δεκαετία, από το 1954 μέχρι το 1964. Αυτή η πολύχρονη παραμονή του στην Ελλάδα τού επέτρεψε να γνωρίσει σε βάθος τη νεοελληνική γλώσσα και τη σύγχρονη λογοτεχνία της. Ύστερα από την επιστροφή του στην Ιταλία, δίδαξε αρχικά στο Λύκειο Vittorio Emmanuele II της γενέτειράς του και στη συνέχεια, από το 1967, σταδιοδρόμησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Παλέρμο, φτάνοντας στη θέση του καθηγητή της Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Παράλληλα διετέλεσε Πρόεδρος του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών «Bruno Lavagnini» από το 1993 έως το 2021.

Advertisement

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Λαβανίνι ως ελληνιστή ευρέος φάσματος, το ακαδημαϊκό έργο του Rotolo αναπτύχθηκε σε εκατοντάδες δοκίμια και φιλολογικές μελέτες που καλύπτουν τα πεδία της κλασικής, της βυζαντινής και της νεοελληνικής φιλολογίας. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ενασχόλησή του με τη νεοελληνική φιλολογία, πραγματεύτηκε θέματα γύρω από την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, το γλωσσικό ζήτημα, τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό και τον Κοραή, όπως και το έργο σημαντικών δημιουργών της νεότερης ελληνικής ποίησης – ανάμεσά τους ο Σολωμός, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος και ο Πατρίκιος. Η αφοσίωσή του στις νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο εμφαίνεται από το γεγονός ότι η νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία διδάσκονται στο συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο μέχρι σήμερα.

Παράλληλα με το αμιγώς ακαδημαϊκό έργο του, ο Rotolo ασχολήθηκε συστηματικά με τη μετάφραση αξιόλογων νεοελληνικών λογοτεχνικών και γραμματειακών έργων, τα οποία καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα εποχών και ειδών: Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Η Άλωσις της Θεσσαλονίκης (Παλέρμο 1961), Λίβιστρος και Ροδάμνη (Αθήνα 1965), Λέων Αλλάτιος, Ελλάς (Παλέρμο 1966), Οδυσσέας Ελύτης, 21 ποιήματα (Παλέρμο 1968), Διονύσιος Σολωμός, Διάλογος (Παλέρμο 1970), Νικηφόρος Βρεττάκος, Ποιήματα (Παλέρμο 1971), Κωστούλα Μητροπούλου, Το χρονικό των τριών ημερών (Παλέρμο 1976), Νικηφόρος Βρεττάκος, Δώδεκα σικελικά ποιήματα (Παλέρμο 1987), Νικηφόρος Βρεττάκος, Συνάντηση με τη θάλασσα (Λουξεμβούργο 1992), Τάκης Βαρβιτσιώτης, Νήματα της Παρθένου (Λουξεμβούργο 1995). Ιδιαίτερα με τον Βρεττάκο ο Rotolo ανέπτυξε στενή προσωπική φιλία, τόσο στη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκαν, όσο και αργότερα στο Παλέρμο, όταν ο Βρετάκος έζησε εκεί αυτοεξόριστος, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. H αναγνώριση του έργου του Rotolo στην Ελλάδα καταδεικνύεται από το ότι, μεταξύ άλλων, είναι επίτιμος διδάκτωρ του ΕΚΠΑ, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, αντεπιστέλλον μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και επίτιμο μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Έχει επίσης τιμηθεί με πολλές διακρίσεις.

Ο Jacques Bouchard (Κεμπέκ, 1940) σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λαβάλ, στον γενέθλιο τόπο του, και Νεοελληνική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ (1965-1970). Από τα πρώτα του ερευνητικά βήματα, πάντοτε λεπταίσθητος και ενεργός, είναι βουτηγμένος στα Νεοελληνικά Γράμματα, τη Γραμματεία και την ενασχόληση με την ελληνική γλώσσα ως πατρίδα, για να χρησιμοποιήσουμε φράση του Γιώργου Σεφέρη. Υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του για τον Γεώργιο Τερτσέτη στο ΑΠΘ, με εισηγητές τους διακεκριμένους καθηγητές του Κ.Θ. Δημαρά, Γ.Π. Σαββίδη και Γιώργο Μπαμπινιώτη (Γεώργιος Τερτσέτης: Βιογραφική και φιλολογική μελέτη [1800-1843], Αθήνα, 1970). Η ενασχόληση με τον Τερτσέτη συστήνει και συγχρόνως προοικονομεί την ενασχόληση του Bouchard με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, η μελέτη του οποίου συγκρότησε σταδιακά μια διά βίου μαθητεία. Ένδειξη, αν όχι απόδειξη, του ζωηρού ενδιαφέροντός του για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, όπως αυτός αναπτύχθηκε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, είναι ότι παρακολούθησε μαθήματα ρουμανικών –γλώσσα την οποία ομιλεί– στο Πανεπιστήμιο του Μπρασόβ της Ρουμανίας (1975) και μαθήματα τουρκικών (1983-1984), αφού η μελέτη κειμένων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού συχνά οδηγεί και προϋποθέτει Οθωμανικά αρχεία, αλλά και σανσκριτικών (1996-1998) στο Πανεπιστήμιο του ΜακΓκιλ (McGill University) του Μοντρεάλ. Ήδη τον Δεκέμβριο του 1970, ο Κ.Θ. Δημαράς του πρότεινε να προμηθευτεί μια έκδοση των Φιλοθέου Παρέργων (1717), ενός desideratum της Νεοελληνικής Φιλολογίας. Πρόκειται για έργο του Νικολάου Μαυροκορδάτου (1680-1730), γιου του Αλεξάνδρου του εξ Απορρήτων, του πρώτου Φαναριώτη που ηγεμόνευσε στη Βλαχία και στη Μολδαβία, εκπροσώπου του πρώιμου Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ο Bouchard εντόπισε δώδεκα χειρόγραφα αντίγραφα του κειμένου, μέσω αντιβολής τα ταξινόμησε σε τρεις οικογένειες, πριν προχωρήσει στη γαλλική απόδοση του κειμένου –«έχουμε να κάνουμε εδώ με το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ή, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε πολύ, με την πρώτη νεοελληνική απόπειρα για τη σύνταξη μυθιστορήματος», σύμφωνα με τον Κ.Θ. Δημαρά–στη γαλλική γλώσσα, την πρώτη έντυπη έκδοση σε ξένη γλώσσα, η οποία παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1989. Ακαταπόνητος, ωστόσο, ο Bouchard φρόντισε να μεταφραστεί και να μεταγλωττιστεί το κείμενο στη νεότερη ελληνική γλώσσα από τον Διονύσιο Χατζόπουλο (Αθήνα 2017).

Δεινός νεοελληνιστής ο Bouchard διετέλεσε καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μοντρεάλ, ενώ από το 1970 έως το 1973 δίδαξε αρχαία και νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο Λαβάλ. Υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Έδρας Φρίξου Παπαχρηστίδη Νεοελληνικών Σπουδών και Καναδοελληνικών Σπουδών, που ιδρύθηκε το 1998 στο Πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ και διευθυντής του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μοντρεάλ από το 2001 έως το 2007, καλλιεργώντας με συνέπεια τις νεοελληνικές σπουδές, αναθέτοντας μεταφράσεις, μεταφράζοντας και ο ίδιος, επιβλέποντας διατριβές, πάντοτε ανήσυχος και ανησυχών, επιμένοντας στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας «στις γειτονιές του κόσμου» – «Η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού», συνηθίζει να λέει. Τα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα είναι ευρύτατα. Περιστρέφονται, όπως κιόλας ειπώθηκε, γύρω από τον πρώιμο Νεοελληνικό Διαφωτισμό, τις Ελληνο-Ρουμανικές σχέσεις κατά τον 18οαιώνα, τον ελληνικό υπερρεαλισμό και τη λογοτεχνική μετάφραση. Ανάμεσα στους συγγραφείς που έχει μεταφράσει συγκαταλέγονται, εκτός του Νικολάου Μαυροκορδάτου, ο Κ.Π. Καβάφης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Παύλος Μάτεσις, η Μαργαρίτα Καραπάνου, ο Νίκος Καχτίτσης, η Ζυράνα Ζατέλλη, η Μπίλη Βέμη.

Ο Roderick Beaton (Εδιμβούργο, 1951) σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, από όπου έλαβε και το διδακτορικό του δίπλωμα στη νεοελληνική φιλολογία το 1976 με θέμα το ελληνικό δημοτικό τραγούδι (Myth and tradition in modern Greek folk poetry, a study of non-literate tradition, its technique and aims, in the context of lyric and ballad, rather than epic poetry). Η ακαδημαϊκή του πορεία ξεκίνησε το 1981. Από το 1988 μέχρι το 2018 δίδαξε σύγχρονη ελληνική και βυζαντινή ιστορία, γλώσσα και λογοτεχνία στο Βασιλικό Κολέγιο (King’s College) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου κατείχε την έδρα Κοραή του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών. Επίσης από το 2012 ως το 2018 ήταν διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών. Διατηρώντας διά βίου, ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, σταθερή επαφή με την ελληνική λογοτεχνία και την ελληνική πραγματικότητα, λόγω των μεγάλων διαστημάτων παραμονής του στην Ελλάδα, ο Beaton ανέπτυξε ένα ποσοτικά επιβλητικό και από την άποψη της ποιότητάς του σύνθετο και πολύπτυχο έργο, αναμετρημένος με τη συνθετική θεώρηση, μεταξύ φιλολογίας και ιστορίας, ζητημάτων σε ένα πολύ ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων: δημοτική παράδοση, έντεχνη λογοτεχνία (ποίηση και πεζογραφία), αρχαίος, μεσαιωνικός, νεότερος και σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός. Ακαταπόνητος ερευνητής ο Beaton συνέγραψε, επιμελήθηκε και μετέφρασε ή συμμετείχε με κείμενά του σε περισσότερα από 30 βιβλία ιστορικού και φιλολογικού χαρακτήρα. Δείκτης της ευρείας αναγνώρισης του έργου του είναι τα πολλά βιβλία του τα οποία εκδόθηκαν στην Ελλάδα ως μεταφράσεις των αγγλικών εκδόσεων που προηγήθηκαν: Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία: ποίηση και πεζογραφία, 1821-1992 (1996˙ η πρώτη συνθετική θεώρηση της νεότερης ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας από τη σκοπιά της ιστοριογραφίας της λογοτεχνίας), Η ερωτική μυθιστορία του ελληνικού μεσαίωνα (1997), Γιώργος Σεφέρης: περιμένοντας τον άγγελο (2003˙ βιογραφία του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, βασισμένη στην αξιοποίηση του αρχείου του, όπου συνδυάζονται υποδειγματικά η πραγματολογική τεκμηρίωση και η αφηγηματική χάρη), Ο Καζαντζάκης μοντερνιστής και μεταμοντέρνος (2009), Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία (2015), Ο πόλεμος του Μπάιρον: ρομαντική εξέγερση, Ελληνική Επανάσταση (2015), Eλλάδα: Βιογραφία ενός σύγχρονου έθνους (2020), Οι Έλληνες: Μια παγκόσμια ιστορία (2022), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της (2024).

Στην εισαγωγή του βιβλίου του Οι Έλληνες: Μια παγκόσμια ιστορία ο Beaton δηλώνει ότι «ως Έλληνες νοούνται όσοι μιλούν ελληνικά», ανακαλώντας τη ρήση του αρχαίου ρήτορα Ισοκράτη η οποία αναγράφεται στο επιστύλιο πάνω από την είσοδο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης στην Αθήνα: «Έλληνες καλούνται οι της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντες». Ο Beaton, θεμελιώνοντας συν τω χρόνω το έργο του στη διαχρονική θεώρηση του ελληνισμού και ιδίως της ελληνικής γλώσσας ως θεμέλιων λίθων του δυτικού και γενικότερα του παγκόσμιου πολιτισμού εστίασε το ερευνητικό και συγγραφικό ενδιαφέρον του στην ανάδειξη εκείνων των στοιχείων που συγκρότησαν την ιδιοσυστασία του νεότερου ελληνισμού στα πλαίσια του εθνικού κράτους ως αυτοτελούς ιστορικής και πολιτισμικής οντότητας, οργανικό μέρος της οποίας είναι και η λογοτεχνία. Αυτή, τη νεοελληνική λογοτεχνία, μελέτησε και μελετά σε πλάτος και σε βάθος σε όλη της την έκταση, από τις απαρχές της μέχρι τις μέρες μας.

Ο Mόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός (Δράμα, 1954), νεοελληνιστής, συγγραφέας και μεταφραστής, υπηρετεί σήμερα ως καθηγητής Βυζαντινής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, από τη Φιλοσοφική Σχολή του οποίου αποφοίτησε το 1978. Από το ίδιο πανεπιστήμιο αναγορεύτηκε διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας το 1986, αφού, ως υπότροφος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ισπανίας, πραγματοποίησε στο ίδιο πανεπιστήμιο τις μεταπτυχιακές σπουδές του (1978-1980).

 Έχει συγγράψει βιβλία-σημεία αναφοράς, περισσότερα από 150 άρθρα σχετικά με την καταλανική παρουσία στην Ελλάδα, τη βυζαντινή λογοτεχνία, τη νεοελληνική λογοτεχνία, τον περιηγητισμό στον ελληνικό χώρο, τις μεταφράσεις βυζαντινής και νεοελληνικής λογοτεχνίας στα ισπανικά και ισπανικής λογοτεχνίας στα ελληνικά. Τα βιβλία τα οποία έχει συγγράψει καταδεικνύουν το εύρος των ερευνητικών του ενδιαφερόντων, αλλά και την έμμοχθη επιμονή του για τη διερεύνηση των τροχιών σε διασταύρωση της βυζαντινής και ελληνικής Γραμματείας με την αντίστοιχη στον ισπανόφωνο κόσμο, τον Θερβάντες, αλλά και τη διάδοση μορφών του λαϊκού πολιτισμού, με πεδίο ενδιαφέροντος το θέατρο σκιών.

Συγχρόνως ο Μορφακίδης-Φυλακτός έχει επιμεληθεί συλλογικούς τόμους, στο πλαίσιο των ερευνητικών ενδιαφερόντων του για τη βυζαντινή ιστοριογραφία, τις ισπανικές πηγές σχετικά με το Βυζάντιο και τη σύγχρονη Ελλάδα, καθώς και τη νεοελληνική λογοτεχνία και λεξικογραφία, αλλά και οργανικούς διανοουμένους με εξέχουσα παρουσία και δράση στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Είναι, επίσης, Ιδρυτής και διευθυντής (1997-2006) του περιοδικού Estudios Neogriegos (εκδότης: Sociedad Hispánica de Estudios Neogriegos) και μέλος της επιστημονικής επιτροπής των περιοδικών Erytheia (Revista de Estudios bizantinos y neogriegos. 1995-2000)· Byzantion Nea Hellas (Κέντρο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χιλής)· Florentia Iliberitana (Revista de Estudios de la Antigüedad. 1990-2000)· Música Oral del Sur (Revista de etnomusicología). Διευθύνει τη συλλογή των δίγλωσσων Ελληνο-Ισπανικών λεξικών υπό τον τίτλο Diccionarios Granada.

Η υπερτριακονταετής ακαδημαϊκή δράση του χαρακτηρίζεται από την ακάματη προσπάθειά του όσον αφορά στην εισαγωγή και στην ενίσχυση των βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών, σημείο αναφοράς σήμερα για όλο τον ισπανόφωνο κόσμο, στην Ισπανία και, ειδικότερα, στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας. Το 1998 εμπνεύστηκε και δημιούργησε το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών («Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas de Granada»/ C.E.B.N.Ch.), ινστιτούτου συνδεδεμένου με το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, το οποίο διευθύνει μέχρι σήμερα, ενώ υπήρξε Πρόεδρος της Ισπανικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (1996-2001). Παράλληλα και συγχρόνως, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών και μέλος του ΔΣ (1995-2000), θέση που κατέχει από το 2011 έως σήμερα, ενώ είναι μέλος του ΔΣ της Σχολής Μετάφρασης και Διερμηνείας του Πανεπιστημίου της Γρανάδας.

Η συμβολή του Μορφακίδη-Φυλακτού στην εδραίωση, προβολή και διάδοση των ελληνικών σπουδών στην Ισπανία, τόσο μέσα από τη διδασκαλία και τη δημοσίευση πλήθους μελετών, όσο και μέσα από τη δράση του ως διευθυντή του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, της Ερευνητικής Ομάδας «Μελέτες για τον μεσαιωνικό και νεότερο ελληνικό πολιτισμό» (2000/2012), του μεταπτυχιακού προγράμματος «Μεσαιωνική και νεότερη Ελλάδα» (2004-2012) είναι καθοριστική. Αναμφίλεκτη είναι, επίσης, η συμβολή του στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και Γραμματείας στα πέρατα του ισπανόφωνου κόσμου, μέσω μεταφράσεων του ίδιου, αλλά και των νεοελληνιστών μαθητών του. Έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με τον Σταυρό του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος (1997).