«Αυτό είναι το σπίτι μας, πού να πάμε;», ξεσπάει κάτοικος του Αγιετόρο στη Νιγηρία που έρχεται αντιμέτωπη με περιβαλλοντικές προκλήσεις και ειδικότερα με την ανησυχητική άνοδο της θάλασσας, γεγονός που απειλεί το μέλλον της κοινότητας.
Η χριστιανική ουτοπία που «καταπίνει» ο Ατλαντικός
Το Αγιετόρο ιδρύθηκε το 1947 με σκοπό να αποτελεί μία χριστιανική ουτοπία απαλλαγμένη από την αμαρτία και τις ταξικές διακρίσεις. Η άλλοτε «Happy City» (Ευτυχισμένη Πόλη) δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια τις περιβαλλοντικές προκλήσεις που μαστίζουν τη Νιγηρία, την πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής, δεδεομένου ότι επικρατεί κακοδιαχείριση και εκτεταμένη διαφθορά.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι ότι η υποθαλάσσια εξόρυξη πετρελαίου, η αποψίλωση των μαγγρόβιων δασών που βοηθούν στη συγκράτηση του εδάφους, καθώς και η διάβρωση που προκαλούν τα κύματα του ωκεανού, είναι παράγοντες που δρουν καθοριστικά.
Για παράδειγμα, η ακτή Mahin έχει χάσει πάνω από 10 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ή σχεδόν το 60% της έκτασής της, από τον ωκεανό τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Οι περιβαλλοντολόγοι τονίζουν ότι το Αγιετόρο αντιπροσωπεύει ένα από τα πιο έντονα παραδείγματα κλιματικής ευπάθειας στη Νιγηρία. Ο Δρ Nnimmo Bassey από το Ίδρυμα Health of Mother Earth περιγράφει την κατάσταση ως «βαθιά αδικία».
«Όταν γίνονται παγκόσμιες συζητήσεις για την κλιματική αλλαγή και οι άνθρωποι μιλούν για απώλειες και ζημιές, υπάρχουν κοινότητες που έχουν ήδη σχεδόν ολοκληρωτικά χαθεί και υποστεί ζημιές», λέει. «Τα συμφέροντα κοινοτήτων όπως το Αγιετόρο θα έπρεπε να βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των συζητήσεων».
Η Παγκόσμια Τράπεζα, σε έκθεση του 2020, εκτίμησε το κόστος της παράκτιας υποβάθμισης σε τρεις άλλες παράκτιες πολιτείες της Νιγηρίας —το γειτονικό Λάγος, το Δέλτα και το Cross River— στα 9,7 δισεκατομμύρια δολάρια, ή πάνω από το 2% του ΑΕΠ της χώρας. Η έκθεση εξέτασε τη διάβρωση, τις πλημμύρες, την απώλεια μαγγρόβιων και τη ρύπανση, και σημείωσε τον υψηλό ρυθμό αστικοποίησης.
Εικόνες εγκατάλειψης
Οι εικόνες είναι αποκαρδιωτικές. Παλιά ξύλα προεξέχουν από τα κύματα που καταλήγουν πάνω σε εγκαταλελειμμένους στύλους ηλεκτροδότησης, ενώ χιλιάδες άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει το μέρος.
Η απόγνωση κορυφώνεται από την κρατική αδράνεια, καθώς οι υποσχέσεις για προστατευτικά έργα μένουν «στα χαρτιά» επί δεκαετίες, ενώ οι άνθρωποι παλεύουν να επιβιώσουν μετακινούμενοι συνεχώς, πληρώνοντας ακόμα και δάνεια για επιχειρήσεις που πλέον βρίσκονται κάτω από το νερό.
Ο Tunlese δήλωσε ότι έχασε μια επένδυση οκτώ εκατομμυρίων νάιρα, ή το ισοδύναμο των 5.500 δολαρίων, από τη θάλασσα. Τώρα προσαρμόζεται σε ένα υδάτινο μέλλον. Επισκευάζει κανό.
«Θα μείνω στο Αγιετόρο γιατί αυτή είναι η γη του πατέρα μου, είναι η πατρογονική μου γη», είπε.
«Πληρώνω για κάτι που δεν υπάρχει πια», αναφέρει άλλος κάτοικος. «Έρχονται να εισπράξουν τα χρήματά τους κάθε μήνα. Η σημερινή τοποθεσία απειλείται επίσης, με τη θάλασσα να βρίσκεται μόλις 30 μέτρα (98 πόδια) μακριά».
Μετά τη συνταξιοδότησή της από δεκαετίες προσφοράς στη βοήθεια γυναικών κατά τον τοκετό, μία άλλη γυναίκα, η Βικτόρια είχε πάρει δάνειο για να ξεκινήσει μια επιχείρηση, ελπίζοντας ότι θα την εξασφάλιζε στη συνταξιοδότησή της. Αντίθετα, η θάλασσα την άφησε με αυξανόμενα χρέη και χωρίς επιχείρηση για να μπορέσει να τα αποπληρώσει.
Κρατική αμέλεια
Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται δραματικά από μια χρόνια και προκλητική κρατική αδράνεια, η οποία χαρακτηρίζεται από ευρεία διαφθορά και κακοδιαχείριση. Παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των κατοίκων και τις δημόσιες δεσμεύσεις της κυβέρνησης της πολιτείας Όντο για «μόνιμες λύσεις», η πραγματικότητα παραμένει στάσιμη: έργα προστασίας της ακτογραμμής που ανατέθηκαν πριν από δύο δεκαετίες εμφανίζονται στην επίσημη ιστοσελίδα της αρμόδιας Επιτροπής Ανάπτυξης ως «σε εξέλιξη», ενώ στην πράξη δεν έχει ξεκινήσει ποτέ καμία εργασία.
Το κράτος επιδεικνύει μια απαθής στάση, με τους αρμόδιους φορείς να αποφεύγουν να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με την προστασία της κοινότητας, αφήνοντας τους κατοίκους να πληρώνουν το τίμημα της καταστροφής χωρίς καμία ουσιαστική κρατική αρωγή.
Ταυτόχρονα, ο πόνος τους εστιάζει στην απώλεια της πολιτισμικής τους ταυτότητας, με τους κατοίκους να παραμένουν εγκλωβισμένοι στη γη τους.
«Δεν μπορείς να πολεμήσεις τη θάλασσα. Απλώς την κοιτάζεις να τα παίρνει όλα», λέει η Μοτουνράγιο Ασακασίκι που θυμάται ακόμα τη μέρα που η μητέρα της έχασε το παντοπωλείο της από τις πλημμύρες που προκλήθηκαν από την εισβολή της θάλασσας.