Τρεις άνδρες συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι χρησιμοποίησαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης (AI) για να υποδυθούν υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων και δικηγόρους, αποσπώντας με την απάτη τους περισσότερα από 129 εκατομμύρια δολάρια από εταιρείες σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, οι κατηγορούμενοι αξιοποιούσαν τεχνολογία AI για να αλλοιώνουν φωνές και εικόνες, πείθοντας εργαζομένους να πραγματοποιούν μεταφορές μεγάλων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τους υποδείκνυαν.
Όπως αναφέρει ο Guardian, η υπόθεση αποκαλύφθηκε μέσα από κατηγορητήριο που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα από τις αμερικανικές δικαστικές Αρχές. Οι τρεις συλληφθέντες είναι οι Τζέικομπ Σόαλ, Σαρόν Χαζάν και Γκι Σιτρίτ, οι οποίοι φέρονται να συμμετείχαν σε οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης επιχειρήσεων από το 2024 έως το 2026.
Σύμφωνα με την Εισαγγελία της Νέας Υόρκης, οι Σόαλ και Χαζάν συνελήφθησαν στην Ισπανία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ ο Σιτρίτ εντοπίστηκε και συνελήφθη στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο.
Three people accused of using artificial intelligence to impersonate corporate executives and attorneys to steal about $129 million have been indicted on charges of wire fraud and aggravated identity theft, prosecutors said. https://t.co/gviPr9DBcB
— ABC News (@ABC) November 7, 2026
Πώς λειτουργούσε η απάτη με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης
Το κύκλωμα φέρεται να είχε αναπτύξει μια μέθοδο εξαπάτησης που βασιζόταν στην πλαστοπροσωπία και στη χρήση προηγμένων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
Αρχικά, οι κατηγορούμενοι εμφανίζονταν ως διευθύνοντες σύμβουλοι ή άλλα υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων. Προσέγγιζαν εργαζομένους και ζητούσαν τη συνδρομή τους για την ολοκλήρωση δήθεν εμπιστευτικών οικονομικών συναλλαγών.
Για να κάνουν πιο πειστική την απάτη, χρησιμοποιούσαν τεχνολογία που τους επέτρεπε να μιμούνται τη φωνή και την εικόνα πραγματικών στελεχών. Στη συνέχεια, καθοδηγούσαν τους υπαλλήλους να επικοινωνήσουν με δικηγόρους μεγάλου διεθνούς δικηγορικού γραφείου, οι οποίοι υποτίθεται ότι είχαν αναλάβει τη διαχείριση των συγκεκριμένων συναλλαγών.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, πίσω από τους υποτιθέμενους νομικούς βρίσκονταν και πάλι οι ίδιοι οι απατεώνες. Παρουσιάζονταν ως δικηγόροι και έδιναν οδηγίες για τη μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών.
Με αυτόν τον τρόπο, οι εργαζόμενοι πίστευαν ότι εκτελούσαν νόμιμες εντολές της διοίκησης των εταιρειών τους, ενώ στην πραγματικότητα κατέθεταν χρήματα σε λογαριασμούς που είχαν υποδείξει οι κατηγορούμενοι.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, οι τρεις άνδρες και οι συνεργοί τους φέρονται να απέσπασαν συνολικά περισσότερα από 129 εκατομμύρια δολάρια από επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και εταιρείες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μεταφορές χρημάτων και σε ελληνικούς τραπεζικούς λογαριασμούς
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο δίκτυο των τραπεζικών μεταφορών που φέρονται να χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι περιλαμβανόταν και η Ελλάδα.
Όπως αναφέρει το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, οι εργαζόμενοι που εξαπατούνταν λάμβαναν οδηγίες να μεταφέρουν χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε διάφορες χώρες.
Μεταξύ αυτών ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σιγκαπούρη, η Αυστρία, η Σλοβακία και η Κίνα.
Μετά την ολοκλήρωση των μεταφορών, τα χρήματα φέρονται να μετατρέπονταν σε κρυπτονομίσματα, σε μια προσπάθεια απόκρυψης της προέλευσής τους και δυσχερούς εντοπισμού των παράνομων εσόδων. Στη συνέχεια, τα ποσά διανέμονταν μεταξύ των κατηγορουμένων και των συνεργών τους.
Τα ψευδώνυμα «Rocky Balboa» και «Superman Cash»
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι δύο από τους κατηγορουμένους χρησιμοποιούσαν διαφορετικές ταυτότητες και ψευδώνυμα κατά τη διάρκεια της δράσης τους.
Ο Τζέικομπ Σόαλ εμφανιζόταν, μεταξύ άλλων, με τα ονόματα «Seba Clarke» και «Rocky Balboa», ενώ ο Σαρόν Χαζάν χρησιμοποιούσε τα ψευδώνυμα «Superman Cash», «Fat Boy» και «Ron».
Τα συγκεκριμένα ονόματα περιλαμβάνονται στα στοιχεία που δημοσιοποίησαν οι αμερικανικές Αρχές σχετικά με την υπόθεση.
Με αφορμή την αποκάλυψη της υπόθεσης, η Αμερικανίδα εισαγγελέας Τζέιμι ΜακΝτόναλντ επισήμανε ότι η τεχνητή νοημοσύνη διαθέτει σημαντικές δυνατότητες, αλλά μπορεί παράλληλα να αξιοποιηθεί από άτομα που επιδιώκουν εγκληματικούς σκοπούς.
Σε βάρος των τριών ανδρών έχουν απαγγελθεί κατηγορίες για συνωμοσία με σκοπό τη διάπραξη απάτης μέσω ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συνωμοσία με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και διακεκριμένη κλοπή ταυτότητας.