Για το καθεστώς Άσαντ στη Συρία δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Η σφαγή της Χάμα το 1982 με τους 40.000 νεκρούς, η πολύνεκρη επίθεση με χημικά όπλα στην Γκούτα της Δαμασκού το 2013 και ο αιματηρός εμφύλιος που διήρκεσε πάνω από μία δεκαετία.
Χιλιάδες εξαφανίσεις, βασανιστήρια, δολοφονίες και βίαιη καταστολή σφράγισαν μισό αιώνα διακυβέρνησης. Τον Δεκέμβριο του 2024, το καθεστώς κατέρρευσε, την εξουσία ανέλαβε ο Αλ-Σάρα —«πρώην» τζιχαντιστής— και η οικογένεια Άσαντ κατέφυγε στη Μόσχα, όπου της χορηγήθηκε πολιτικό άσυλο.
Σήμερα, ενάμισι χρόνο μετά την πτώση του καθεστώτος, δεν υπάρχει καμία σημαντική εξέλιξη για την τιμωρία των Άσαντ, πέρα από την πρόσφατη απόφαση συριακού δικαστηρίου να καταδικάσει τον Μπασάρ αλ Άσαντ σε θάνατο ερήμην για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Δεν είναι όμως μόνο ο έκπτωτος πρόεδρος της Συρίας υπεύθυνος για το λουτρό αίματος.
Η δημοσιογραφική έρευνα του βρετανικού μέσου The Observer UK φως σε ένα πρόσωπο που, αν και είχε έντονη δημόσια παρουσία, συχνά παραβλέπεται ο καθοριστικός παρασκηνιακός της ρόλος. Πρόκειται για τη σύζυγό του, την Άσμα αλ Άσαντ.
Mέσα από μια σειρά έξι επεισοδίων podcast με όνομα «We call her Emma», η διακεκριμένη και βραβευμένη Ελληνοβρετανίδα ερευνητική δημοσιογράφος Χλόη Χατζηματθαίου επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα αν η Άσμα επεδίωξε εξ αρχής τον πλούτο και την εξουσία ή αν παγιδεύτηκε σταδιακά στον εγκληματικό μηχανισμό της οικογένειας Άσαντ. Στο podcast εξιστορούνται η γνωριμία και ο γάμος της με τον Μπασάρ αλ Άσαντ, η εμπλοκή της με επιχειρηματικά και φιλανθρωπικά έργα, καθώς και ο κεντρικός της ρόλος στο αιματηρό καθεστώς.
Το επικοινωνιακό φάουλ της Vogue
Όταν η Άννα Γουίντουρ δημοσίευσε το 2011 ένα εγκωμιαστικό αφιέρωμα στη Vogue για την Άσμα αλ Άσαντ, χαρακτηρίζοντάς την «Ρόδο της Ερήμου», δεν περίμενε ότι λίγες μέρες μετά το άρθρο θα αποδεικνυόταν ένα από τα μεγαλύτερα επικοινωνιακά φάουλ του διεθνούς Τύπου μόδας. Η Άσμα παρουσιαζόταν ως λαμπερή, νέα, κομψή και πιο «μαγνητική» από τις υπόλοιπες Πρώτες Κυρίες.
Λίγο αργότερα, η Αραβική Άνοιξη ξέσπασε στη Συρία. Η βίαιη καταστολή κατά των διαδηλωτών κλιμακώθηκε ραγδαία, αναγκάζοντας την Άννα Γουίντουρ να αποκηρύξει δημόσια το δημοσίευμα και να αποσύρει οριστικά το άρθρο από το διαδίκτυο.
«Την πίστεψα όταν έλεγε ότι ήθελε να βοηθήσει τη νεολαία της Συρίας. Την πίστεψα πραγματικά, μέχρι τη στιγμή που οι δυνάμεις καταστολής του συζύγου της άρχισαν όχι μόνο να σκοτώνουν ανθρώπους σε κηδείες, αλλά και να συλλαμβάνουν και να βασανίζουν παιδιά. Αναρωτήθηκα πώς αυτή η Αγγλίδα που είχα γνωρίσει μπορούσε να στέκεται απαθής», δήλωσε χρόνια μετά η Τζόαν Τζούλιετ Μπακ, η δημοσιογράφος της Vogue που έγραψε το αφιέρωμα για την Άσμα.
Η «Έμμα από το Άκτον»
Και δεν ήταν η μόνη που εντυπωσιάστηκε από την πρώην Πρώτη Κυρία της Συρίας. Η Άσμα γνώριζε πως να μαγνητίζει τα βλέμματα, χτίζοντας μία προσεγμένη δημόσια εικόνα που έμοιαζε βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία, ξεκινώντας από την ιστορία γνωριμίας της με τον μελλοντικό δικτάτορα της Συρίας.
Εκείνος σπούδαζε για να γίνει οφθαλμίατρος στην Αγγλία. Ως μεσαίος γιος του πρώην προέδρου Χαφέζ αλ Άσαντ, δεν προοριζόταν να αναλάβει την εξουσία της χώρας, αλλά αναγκάστηκε να το κάνει μετά τον θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού του. Ήταν μονόχνωτος, βαρετός και δεχόταν μπούλινγκ στο σχολείο.
Εκείνη, δέκα χρόνια νεότερη, με προοπτικές καριέρας στην επενδυτική τραπεζική, ήταν κόρη καρδιολόγου και διπλωμάτη. Ζούσε μια ήσυχη ζωή στο δυτικό Λονδίνο. Τότε συστηνόταν ως Έμμα Άχρας, και η οικογένειά της διατηρούσε στενές διασυνδέσεις με το συριακό καθεστώς, λόγω της θέσης της μητέρας της στη συριακή πρεσβεία.
«Είχε χιούμορ, χαμογελούσε πάντα και ήταν πολύ γοητευτική. Δεν ξέρω πώς κατέληξε να παντρευτεί έναν εγκληματία πολέμου», δήλωσε παλιά φίλη της στην δημοσιογράφο Χλόη Χατζηματθαίου.
Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, η μητέρα της, ήταν εκείνη που κανόνισε τη συνάντησή της με τον Μπασάρ αλ Άσαντ σε ένα πάρτι υποδοχής. Έχοντας δει τα οικονομικά οφέλη που είχε η αδερφή της (και θεία της Έμμα) μετά τον γάμο της με τον πρώην υπουργό Εσωτερικών της Συρίας, η μητέρα της ήθελε το ίδιο και για την κόρη της. Άλλωστε, η Σαχάρ Άχρας πήρε τη δουλειά της στην πρεσβεία χάρη σε αυτόν τον γάμο και έτσι ήρθε σε στενή επαφή με την οικογένεια Άσαντ.
Μετά τη γνωριμία, οι δύο νέοι κράτησαν κρυφή τη σχέση τους μέχρι το 2000 όταν ο Χαφέζ αλ Άσαντ έφυγε από τη ζωή.
Εκείνη τη στιγμή, η Έμμα Άχρας άφησε την καριέρα της, ακύρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές και μετακόμισε στη Δαμασκό. Παντρεύτηκε τον νέο Πρόεδρο και συστήθηκε πλέον στον κόσμο ως Άσμα αλ Άσαντ, Πρώτη Κυρία της Συρίας και μητέρα του έθνους.
Γιατί όμως να τα παρατήσει όλα για έναν γάμο; Ο Μάλικ αλ-Άμπντε, Σύρος-Βρετανός δημοσιογράφος που μεγάλωσε στον απέναντι δρόμο από την Άσμα —με τις μητέρες τους να είναι δεύτερες ξαδέρφες, αν και η δική του οικογένεια ήταν εξόριστη— δίνει τη δική του εξήγηση στη Χλόη Χατζηματαθαίου για τον λόγο που η Άσμα δέχτηκε να παντρευτεί τον Μπασάρ:
«Ήθελε να γίνει η Πρώτη Κυρία και να ενταχθεί στην αραβική ελίτ». Η οικογένειά της ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξη, με στόχο τον πλουτισμό και την κοινωνική αναρρίχηση στη Συρία. Λόγω των διασυνδέσεων της μητέρας της, η οικογένεια Άχρας γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε στη χώρα. Έτσι, μέσα στη δίνη του πολέμου, η Άσμα βρήκε την ευκαιρία να εδραιώσει την επιρροή της και να αναλάβει ακόμη περισσότερη εξουσία.
Η οφθαλμαπάτη της «Νταϊάνα της Ανατολής»
Στα πρώτα χρόνια, η Άσμα λειτούργησε ως το πρόσωπο της «ήπιας ισχύος» του καθεστώτος. Ίδρυσε τη MKO Syria Trust for Development, προωθώντας δράσεις για τη νεολαία και τις γυναίκες, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ενός εκσυγχρονιστή ηγέτη.
Δεν ήταν η τυπική σύζυγος της Μέσης Ανατολής, δεν έμενε στο παρασκήνιο. Εξέπεμπε παρόμοια ενέργεια με την Πριγκίπισσα Νταϊάνα, την οποία η Άσμα μεγάλωσε βλέποντάς τη στο Λονδίνο. Είχε επίδραση στους ανθρώπους. Ακόμη και εάν νοιαζόταν πολύ για την εικόνα της, ιδιαίτερα στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, ο κόσμος που δούλεψε μαζί της πίστευε ότι όντως ενδιαφερόταν για τον λαό της Συρίας.
Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέψουμε κάτι σημαντικό. Όσο η Άσμα έβγαινε στο προσκήνιο, τόσο η Διεθνής Αμνηστία όσο και το Human Rights Watch τεκμηρίωναν την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το συριακό καθεστώς. Δεν ήταν κάτι κρυφό.
Εδραιώνοντας την επιρροή της, άρχισε να γίνεται μια πραγματική Πρώτη Κυρία ενός δικτάτορα. Κανείς δεν μπορούσε να την αμφισβητήσει, ούτε να της εναντιωθεί. Και το πραγματικό της πρόσωπο δεν φάνηκε αμέσως, αλλά κάποια χρόνια αργότερα όταν ξέσπασαν οι διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης.
Η Αραβική Άνοιξη
Ανάμεσα στην επιλογή να εναντιωθεί στα εγκλήματα πολέμου κατά του συριακού λαού και την τυφλή υποστήριξη προς το καθεστώς, η Άσμα επέλεξε να παραμείνει αφοσιωμένη στη στήριξη του συζύγου της. Δεν καταδίκασε τις χιλιάδες συλλήψεις και τους βασανισμούς των αντιφρονούντων.
Αν και ήταν μητέρα τριών παιδιών, παρέμεινε σιωπηλή όταν έφηβοι συνελήφθησαν στην πόλη Νταράα και βασανίστηκαν άγρια επειδή έγραψαν συνθήματα κατά του καθεστώτος. Ούτε πήρε θέση όταν βρέθηκε η σορός του 13χρονου μαθητή Χάμζα αλ Χατίμπ που είχε υποστεί εγκαύματα, ηλεκτροσόκ και ακρωτηριασμό.
Η κατάσταση γρήγορα βγήκε εκτός ελέγχου και η χώρα παγιδεύτηκε σε έναν σκληρό και ατέρμονο εμφύλιο πόλεμο.
Η Άσμα δεν μπορούσε να μην ξέρει. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η Χλόη Χατζηματθαίου και συμφωνώ. Και αυτό γιατί είναι αδύνατον κάποιος να ζει σε μία «φούσκα» και να μην καταλαβαίνει τι γίνεται στην ίδια του την πόλη, όχι χιλιόμετρα μακριά. Πρέπει να θέλει να μην δει την πραγματικότητα.
Υπάρχουν φωτογραφίες με σορούς χιλιάδων θυμάτων που υπέστησαν συστηματικά βασανιστήρια, λιμοκτονία και δολοφονήθηκαν στο στρατιωτικό νοσοκομείο στη συνοικία Mezzeh της Δαμασκού, το οποίο βρίσκεται στους πρόποδες ενός βουνού που ατενίζει την πόλη.
Το πιο ανατριχιαστικό είναι ότι ακριβώς στην κορυφή του όρους Mezzeh βρίσκεται το Προεδρικό Μέγαρο, η κατοικία της οικογένειας Άσαντ, και από εκεί μπορεί κανείς να δει την αυλή του νοσοκομείου. Μάλιστα, σε ορισμένες από τις φωτογραφίες, πίσω από τα πτώματα στο βάθος, διακρίνονται σαφώς τα παράθυρα του παλατιού, όπως αναφέρει η δημοσιογράφος Χλόη Χατζηματθαίου στην αφήγησή της. Η οικογένεια Άσαντ είχε κοντινή επαφή με όσα συνέβαιναν σε αυτό το νοσοκομείο.
Οι παραπάνω φωτογραφίες έμειναν γνωστές ως «Caesar photographs» και όταν το Human Rights Watch επιβεβαίωσε την αυθεντικότητά τους, αποτέλεσαν πρωτογενή στοιχεία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν από το καθεστώς Άσαντ.
Οι αποκαλύψεις αυτές οδήγησαν τελικά στην ψήφιση του Νόμου «Καίσαρας» για την Προστασία των Πολιτών στη Συρία (Caesar Act) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιβάλλοντας αυστηρές κυρώσεις σε άτομα και φορείς που συνδέονται με τις ωμότητες του καθεστώτος, ανάμεσα στους οποίους και η ίδια η Άσμα, οι γονείς και τα δύο της αδέρφια, όλοι Βρετανοί υπήκοοι.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ ανέφερε ότι η οικογένεια της Άσμα είχε συσσωρεύσει παράνομα πλούτο της εις βάρος του συριακού λαού. Και ο Υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε την Άσμα ως διαβόητη κερδοσκόπο, κάτι που απέδειξε και με το παραπάνω.
Η «εξόντωση» του Ραμί Μαχλούφ
Σταδιακά η Άσμα αποκτούσε πλήρη ελευθερία και ισχύ στον επιχειρηματικό τομέα και άρχισε να εξοντώνει όποιον θεωρούσε απειλή για τα συμφέροντά της. Από τους πιο γνωστούς «στόχους» της ήταν ο Ραμί Μαχλούφ, ξάδερφος του Μπασάρ, ο οποίος ήλεγχε το 60% της συριακής οικονομίας, από ακίνητα και κατασκευές μέχρι το εμπόριο πετρελαίου.
Όσο ο Μαχλούφ κυριαρχούσε, η Άσμα δεν μπορούσε να επεκτείνει τη δικιά της επιρροή. Έτσι, τον πολέμησε συστηματικά μέχρι να τον εξουδετερώσει: του δέσμευσε τα περιουσιακά στοιχεία, τον κατηγόρησε για φοροδιαφυγή εκατομμυρίων και διέλυσε την αυτοκρατορία του. Οι επιχειρήσεις του είτε έκλεισαν είτε περάστηκαν στο δικό της δίκτυο.
Σύντομα, καμία μεγάλη επιχειρηματική συμφωνία ή αγοραπωλησία ακινήτων στη χώρα δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς τη δική της έγκριση. Όσοι επιχειρηματίες δεν «συμμορφώνονταν» τιμωρούνταν με δεσμεύσεις λογαριασμών και λουκέτα στα εργοστάσιά τους.
Μάλιστα, διάλεξε ως άτομα εμπιστοσύνης διεφθαρμένους συνεργάτες, οι οποίοι έπαιρναν απευθείας εντολές από την ίδια. Στους δρόμους και τις πόλεις της Συρίας, οι άνθρωποι αυτοί έγιναν γνωστοί ως Rijal Asseit, δηλαδή «οι άνθρωποι της κυρίας», που τρομοκρατούσαν ακόμη και τους μικρούς επιχειρηματίες. Όσο η οικονομία χειροτέρευε και ο πληθυσμός φτώχαινε, τόσο αυξανόταν η επιρροή της.
Μια άλλη τεράστια πηγή εσόδων που μπήκε στο στόχαστρό της ήταν η διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια και τα κονδύλια ανάπτυξης από φιλανθρωπικές οργανώσεις και τον ΟΗΕ. Όποιος ήθελε να διοχετεύσει βοήθεια στη Συρία, ήταν υποχρεωμένος να περάσει μέσα από το δίκτυο του οργανισμού της, το Syria Trust for Development.
Πρόσωπα που απασχολήθηκαν με τον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας αποκάλυψαν στη Χλόη Χατζηματθαίου ότι η Άσμα έχτισε ένα ολόκληρο σύστημα για να δεσμεύει το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων που εισέρχονταν στη χώρα. Έτσι, την ώρα που η πλειονότητα του πληθυσμού λιμοκτονούσε, εκατομμύρια δολάρια εισέρρεαν στους οργανισμούς της Πρώτης Κυρίας.
Η σκοτεινή υπόθεση των ορφανοτροφείων
Η πιο σκληρή διάσταση του ρόλου της «μητέρας του έθνους» είναι ότι φέρεται να διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη συστηματική απόκρυψη, αλλαγή ταυτότητας και εξαφάνιση των παιδιών των πολιτικών κρατουμένων και των αντικαθεστωτικών.
Δημοσιογραφικές έρευνες και μαρτυρίες κάνουν λόγο ότι αυτά τα παιδιά χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο πίεσης και εκβιασμού εναντίον των οικογενειών τους, όπως περιγράφει ο Observer. Τα ιδρύματα και οι ΜΚΟ που τελούσαν υπό την προστασία της Άσμα —όπως το Syria Trust for Development— διοχέτευαν κονδύλια σε δομές φροντίδας, ενώ το Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων, που υπαγόταν στον άμεσο έλεγχό της, διαχειριζόταν την τύχη των παιδιών.
Παιδιά που μεταφέρονταν στα ορφανοτροφεία από τις μυστικές υπηρεσίες καταγράφονταν ψευδώς ως «παιδιά αγνώστων γονέων» με τις αρχές να αλλάζουν εσκεμμένα τα ονόματα και τα έγγραφά για να καταστεί αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους συγγενείς τους, ενώ η διοίκηση των ιδρυμάτων είχε αυστηρές εντολές να μην παραδίδει τα παιδιά σε κανέναν συγγενή.
Αυτόπτες μάρτυρες και πρώην εργαζόμενοι στα ιδρύματα περιγράφουν την Άσμα να πραγματοποιεί τακτικές επισκέψεις και να ισχυρίζεται ότι ενημερώνεται πλήρως για την κατάσταση των παιδιών. Σε προπαγανδιστικά βίντεο που δημοσίευε η συριακή κυβέρνηση, η Πρώτη Κυρία παρουσιαζόταν να αγκαλιάζει και να ενδιαφέρεται για αυτά.
Όταν μια νεαρή νομικός, της πρότεινε να συντάξει τη διπλωματική της εργασία με στόχο την επανένωση των παιδιών αυτών με τις οικογένειές τους μέσω δημοσιοποίησης των φωτογραφιών τους, η απάντηση της Πρώτης Κυρίας ήταν ξεκάθαρη: «Μίλα μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά. Αυτά είναι τα παιδιά των τρομοκρατών και δεν είναι δική σου δουλειά. Εμείς ξέρουμε τι κάνουμε, οπότε μην ψάχνεις για μπελάδες».
Όταν η ίδια ρώτησε γιατί τα ορφανά αυτά παιδιά πρέπει να στέλνονται στην πρώτη γραμμή του πολέμου μόλις ενηλικιωθούν, η Άσμα απάντησε: «Το κράτος τα μεγάλωσε και τα έθρεψε. Πρέπει να υπηρετήσουν».
Η ίδια η οργάνωση SOS Children’s Villages παραδέχθηκε εκ των υστέρων ότι μεταξύ 2013 και 2018 παρέλαβε 140 παιδιά χωρίς τα απαραίτητα νομικά έγγραφα, εκ των οποίων τουλάχιστον 104 επιστράφηκαν στις συριακές μυστικές υπηρεσίες. Παρά τον ισχυρισμό της οργάνωσης ότι η πρακτική αυτή σταμάτησε το 2018, έρευνα του BBC δείχνει ότι μεταφορές παιδιών πολιτικών κρατουμένων συνεχίζονταν τουλάχιστον μέχρι το 2022.
Αποκάλυψη του Observer για τον Άσαντ
Η δημοσιογραφική έρευνα του Observer έδειξε επίσης ότι oι Ρώσοι, εξέταζαν κατά καιρούς διάφορα πρόσωπα για την πιθανή αντικατάσταση του Μπασάρ αλ Άσαντ. Ένα από τα επικρατέστερα ονόματα στη λίστα της Μόσχας ήταν η ίδια η Άσμα, καθώς το Κρεμλίνο αναγνώριζε την τεράστια επιρροή που ασκούσε στο παρασκήνιο. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Πούτιν θεωρούσε από καιρό τον Άσαντ αδύναμο, ο οποίος εξαρτιόταν ολοένα και περισσότερο από τη ρωσική στήριξη για να παραμείνει στην εξουσία και ενοχλούνταν από την απροθυμία του συμβιβαστεί με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Ο Πούτιν φέρεται μάλιστα να συζήτησε προσωπικά την ιδέα με τον Σύρο πρόεδρο, ο οποίος όμως απέρριψε κάθε πιθανότητα να εγκαταλείψει την εξουσία.
Το καταφύγιο στη Μόσχα
Με την κατάρρευση του καθεστώτος τον Δεκέμβριο του 2024, η οικογένεια κατέφυγε στη Ρωσία. Σήμερα ζουν πλουσιοπάροχα στη Ρουμπλιόφκα, την αριστοκρατική κλειστή περιοχή της Μόσχας, έχοντας μεταφέρει τεράστια κεφάλαια που η Δύση δεν μπορεί να αγγίξει. Ο Μπασάρ αλ Άσαντ φέρεται να ασχολείται ξανά με την οφθαλμιατρική, ενώ η Άσμα αναρρώνει από τη λευχαιμία μετά από πειραματική θεραπεία.
Όπως επισημαίνει ο ξάδελφός της, Μάλικ αλ-Άμπντε στη Χλόη Χατζηματθαίου, η περίπτωσή της αποδεικνύει τη δυτική αυταπάτη: την πεποίθηση ότι όποιος υιοθετεί δυτικές αξίες είναι αυτομάτως προοδευτικός. Για κάποιους ίσως η Άσμα ήταν ένας δυτικός σωτήρας που θα άλλαζε την περιοχή εκ των έσω. Για άλλους όμως, ήταν μία σφετερίστρια εξουσίας.
Σήμερα, κανείς δεν μπορεί να πει ότι τα πράγματα είναι καλύτερα στη Συρία. Ειδικά όταν ο μεταβατικός πρόεδρος της χώρας είναι ιδρυτής της Αλ Νούσρα, παραρτήματος της Αλ Κάιντα στη Συρία και άλλοτε επικυρηγμένος από τις ΗΠΑ.
Kαι το πολιτικό μέλλον παραμένει για μια χώρα που ποτέ δεν ήταν πολιτιστικά και εθνικά ομοιογενής, έχει κατεστραμμένη οικονομία και κάποτε τη διοικούσε μία οικογένεια που έβλεπε όλη τη χώρα ως προσωπική της ιδιοκτησία.
«Οι Άσαντ έβλεπαν τους Σύρους σαν σκλάβους σε μια φάρμα που τους ανήκε», εξηγεί ο Αϊμάν Αμπντέλ Νουρ, οικονομολόγος και πρώην στενός σύμβουλος του Μπασάρ αλ Άσαντ.
«Και όταν σου ανήκει η φάρμα, σου ανήκουν και τα ζώα της. Πράγμα που σημαίνει ότι εσύ αποφασίζεις ποια μέρα θα τα σφάξεις».
Μπορείτε να ακούσετε τη σειρά podcast «We call her Emma» εδώ