Ο φίλος μου ο Μπόρις Τζόνσον ενθουσιάστηκε με την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Και δεν μου προκαλεί καμία έκπληξη.
Μπορώ να επιβεβαιώσω ότι είναι πράγματι ελληνολάτρης. Όχι ένας περιστασιακός θαυμαστής της Ελλάδας, που θυμάται την αρχαιότητα όταν βρίσκεται μπροστά στις κάμερες. Είναι κλασικά μορφωμένος, έχει σπουδάσει Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά στην Οξφόρδη και μπορεί να απαγγείλει από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα από τον Όμηρο και τις αρχαίες τραγωδίες.
Γι’ αυτό και ο ενθουσιασμός του για την κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους από τον Νόλαν είναι απολύτως γνήσιος. Η υπερπαραγωγή των 250 εκατομμυρίων δολαρίων, με τον Ματ Ντέιμον στον ρόλο του Οδυσσέα, ξαναφέρνει στο παγκόσμιο προσκήνιο ένα από τα θεμέλια του ελληνικού και του δυτικού πολιτισμού.
Ο Μπόρις Τζόνσον έγραψε άρθρο του στη Daily Mail με τίτλο: «Πω πω, τι ταινία! Αλλά αν θέλετε την πλήρη, χωρίς λογοκρισία, εκδοχή του Οδυσσέα με όλο το σεξ, τους θεούς και το χιούμορ, διαβάστε τον Όμηρο». Αποθεώνει την ταινία, αλλά υποστηρίζει ότι όποιος θέλει να γνωρίσει την πραγματική ιστορία του Οδυσσέα «χωρίς λογοκρισία» πρέπει να στραφεί στο πρωτότυπο κείμενο.
Ο Τζόνσον στο άρθρο του επισημαίνει ότι στην ταινία εξαφανίζονται οι σχέσεις του Οδυσσέα με την Καλυψώ και την Κίρκη, παρότι στον Όμηρο αποτελούν βασικό μέρος της αφήγησης. Από την άλλη αναγνωρίζει ότι αυτές οι σκηνές δημιουργούν ένα δύσκολο ηθικό δίλημμα για έναν σύγχρονο δημιουργό, καθώς έρχονται σε αντίθεση με την απόλυτη πίστη της Πηνελόπης, η οποία περιμένει υπομονετικά τον άνδρα της επί δύο δεκαετίες.
Αλλά η μεγαλύτερη διαφωνία του Τζόνσον αφορά πάντως την ψυχολογική ερμηνεία που δίνει ο Νόλαν στον ήρωά του. Στην ταινία, ο Οδυσσέας εμφανίζεται βασανισμένος από ενοχές για τον Δούρειο Ίππο και τη σφαγή που ακολούθησε στην Τροία. Σύμφωνα με τον Βρετανό πολιτικό, αυτή η προσέγγιση είναι ξένη προς το ομηρικό κείμενο.
«Ο Οδυσσέας του Ομήρου δεν βασανίζεται από ενοχές. Αντίθετα, καμαρώνει για την εξυπνάδα, την ευρηματικότητα και την πονηριά του». Για τον Τζόνσον, η επιλογή του Νόλαν να παρουσιάσει έναν ήρωα που υποφέρει από μετατραυματικό στρες ίσως να λειτουργεί δραματουργικά για το σημερινό κοινό, αλλά απέχει σημαντικά από τον χαρακτήρα που δημιούργησε ο αρχαίος ποιητής.
Η μεγάλη αντίφαση
Υπάρχει, όμως, ένα μεγάλο «αλλά».
Όταν ο Μπόρις ήταν υπουργός Εξωτερικών και αργότερα πρωθυπουργός της Βρετανίας, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Μου το είχε πει και εμένα ξεκάθαρα, σε επίσημη επίσκεψη του στην Αθήνα:
«Δεν είναι θέμα της κυβέρνησης. Το Βρετανικό Μουσείο είναι ανεξάρτητο και εκείνο αποφασίζει».
Την ίδια θέση επανέλαβε και επισήμως το 2021, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε το θέμα στη συνάντησή τους στην Ντάουνινγκ Στριτ. Ο Τζόνσον παρέπεμψε και πάλι στους επιτρόπους του Βρετανικού Μουσείου, υποστηρίζοντας ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν είχε αρμοδιότητα. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε δηλώσει ακόμη πιο κατηγορηματικά ότι τα Γλυπτά είχαν αποκτηθεί «νομίμως» από τον λόρδο Έλγιν και ανήκαν νόμιμα στο Μουσείο.
Κι όμως, ο νεαρός Μπόρις έλεγε τα ακριβώς αντίθετα. Το 1986, ως φοιτητής και πρόεδρος της Oxford Union, ζητούσε την άμεση επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα. Σε επιστολές του προς τη Μελίνα Μερκούρη κατηγορούσε τη βρετανική κυβέρνηση για «σοφιστεία και αδιαλλαξία», ενώ σε άρθρο του έγραφε ότι τα Γλυπτά είχαν αποκοπεί βίαια από το μνημείο και έπρεπε να επιστρέψουν «εκεί όπου ανήκουν».
Προφανώς, κάπου ανάμεσα στον φοιτητή της Οξφόρδης και στον ένοικο της Ντάουνινγκ Στριτ, η πολιτική νίκησε τον φιλελληνισμό.
Ο Νόλαν κατάφερε να φέρει τον Οδυσσέα πίσω στην Ιθάκη. Ίσως ήρθε η ώρα και ο Μπόρις να ολοκληρώσει τη δική του «Οδύσσεια»: να επιστρέψει δημόσια στη θέση που υποστήριζε στα νιάτα του και να ζητήσει να γυρίσουν επιτέλους τα Γλυπτά στον φυσικό τους τόπο, κάτω από το αττικό φως και απέναντι από τον Παρθενώνα.