«Δεν θα επιστρέψω ποτέ στο Ντουμπάι», δηλώνει το 20χρονο πρώην μοντέλο του OnlyFans, Μαρία Κοβάλτσουκ, η οποία είχε βρεθεί τον Μάρτιο του 2025 σε «ετοιμοθάνατη» στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έπειτα από επίθεση που καταγγέλλει ότι υπέστη. Η νεαρή δέχτηκε τόση βία, ώστε έφερε κατάγματα στη σπονδυλική της στήλη και στα άκρα, ενώ ένα χρόνο αργότερα εξακολουθεί να κινείται με πατερίτσες.
Πιο συγκεκριμένα, η κοπέλα από την Ουκρανία εντοπίστηκε το 2025 λιπόθυμη σε δρόμο του Ντουμπάι, βαριά τραυματισμένη, σε μια υπόθεση που συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη. Οι αρχές των ΗΑΕ, επιδιώκοντας να προστατεύσουν την εικόνα της χώρας ως «ασφαλούς καταφυγίου», υποστήριξαν ότι έπεσε από εργοτάξιο. Εκείνη, ωστόσο, απορρίπτει κατηγορηματικά αυτό το σενάριο, κάνοντας λόγο για βίαιη επίθεση.
Σε συνέντευξή της στη Daily Mail, περιέγραψε όσα έζησε, παρουσιάζοντας τη δική της εκδοχή για εκείνη τη νύχτα, μιλώντας για πιθανή συγκάλυψη από τις αρχές, αλλά και για απειλές θανάτου που, όπως ισχυρίζεται, συνεχίζει να δέχεται από τους φερόμενους δράστες, οι οποίοι παραμένουν ασύλληπτοι.
Πρώην δημιουργός περιεχομένου στο OnlyFans, σήμερα εργάζεται ως μακιγιέρ στη Νορβηγία
Όπως ανέφερε στο βρετανικό Μέσο, ταξίδεψε στο Ντουμπάι για μια φωτογράφιση, αναμένοντας απλώς μια σύντομη απόδραση. Ωστόσο, έχασε την πτήση της επιστροφής και τελικά αποδέχτηκε βοήθεια από έναν άνδρα που είχε γνωρίσει την προηγούμενη ημέρα. «Προσφέρθηκε να με βοηθήσει και είπε ότι μπορούσα να μείνω στο δωμάτιό του μέχρι να βρω τρόπο να γυρίσω σπίτι. Έτσι κατέληξα σε εκείνο το δωμάτιο ξενοδοχείου με δύο άνδρες – έναν Ρώσο, έναν Λευκορώσο – και δύο κορίτσια. Στην αρχή όλα ήταν σχετικά φυσιολογικά. Συζητούσαμε τι να κάνουμε στη συνέχεια, πώς θα μπορούσα να επιστρέψω στο σπίτι».
Η κατάσταση, όμως, άλλαξε δραματικά όταν η παρέα εμφάνισε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ναρκωτικών, ουσίες που θα μπορούσαν να επιφέρουν βαριές ποινές στο Ντουμπάι. «Μετά από λίγο, άρχισαν να γλεντούν. Υπήρχε αλκοόλ και παράνομες ουσίες και προσπάθησαν να με πείσουν να συμμετάσχω. Τους εξήγησα ότι δεν ήθελα να συμμετάσχω και η συμπεριφορά τους έγινε γρήγορα επιθετική. Ήταν προφανές ότι ήθελαν να με φέρουν υπό την επήρεια ουσιών, ώστε να κάνω σεξουαλικές πράξεις μαζί τους. Με αντιμετώπισαν σαν αντικείμενο. Είπαν: “Μας ανήκεις, μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε”».
«Φοβόμουν για την ζωή μου»
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι φερόμενοι δράστες αφαίρεσαν τα προσωπικά της αντικείμενα, μεταξύ των οποίων το διαβατήριο και το κινητό της. «Μία από τις κοπέλες με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Η ίδια κοπέλα έκλεψε στη συνέχεια όλα τα ρούχα μου και έφυγε φορώντας το φόρεμά μου. Προσπάθησαν να με αναγκάσουν να πιω και να πάρω ουσίες. Κάθε φορά που αρνιόμουν, γίνονταν πιο επιθετικοί».
Σε μια προσπάθεια να διαφύγει, φώναζε απεγνωσμένα για βοήθεια από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου, όμως οι άνδρες την τράβηξαν ξανά μέσα. Εκμεταλλευόμενη μια στιγμή απουσίας τους, επιχείρησε δεύτερη απόδραση, αλλά συνελήφθη ξανά. «Είχα πανικοβληθεί και φοβόμουν για τη ζωή μου. Ήθελα απλώς να φύγω από εκείνο το μέρος. Ήταν νύχτα και σκοτάδι έξω. Απλώς έτρεξα».
«Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι μου. Μετά θυμάμαι ότι είδα για λίγο έναν ταξιτζή στον οποίο φώναξα για βοήθεια πριν χάσω τις αισθήσεις μου. Μετά από αυτό, ξύπνησα στο νοσοκομείο».
Η ίδια χαρακτηρίζει όσα ακολούθησαν ως από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες της ζωής της, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, υποστηρίζοντας ότι οι αρχές επιχείρησαν να απαξιώσουν την καταγγελία της.
Μεταφέρθηκε άμεσα στα επείγοντα, όπου – σύμφωνα με ιατρική έκθεση του Απριλίου 2025 που επικαλείται η Daily Mail – διαπιστώθηκαν εκτεταμένα τραύματα: σπασμένος σπόνδυλος στη μέση, πολλαπλά κατάγματα στα άκρα και σοβαρές κακώσεις.
Το αριστερό της πόδι είχε υποστεί σοβαρό κάταγμα, με την κνήμη και την περόνη θρυμματισμένες, ενώ είχαν σπάσει και οι δύο κλείδες της. Παράλληλα, είχε κάταγμα στον καρπό.
Ακόμη πιο σοβαροί ήταν οι τραυματισμοί στη δεξιά πλευρά του σώματός της, με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Το δεξί πόδι και ο αστράγαλος είχαν συνθλιβεί από πολλαπλά κατάγματα, ενώ ο αριστερός αστράγαλος έφερε ανοιχτό κάταγμα, με το οστό να διαπερνά το δέρμα.
Όταν συνήλθε από οκταήμερο κώμα, ανέφερε ότι ήταν δεμένη στο νοσοκομειακό κρεβάτι. «Ξύπνησα, καθηλωμένη στο κρεβάτι, και το μυαλό μου αμέσως βυθίστηκε σε τρομερές σκέψεις. Δεν καταλάβαινα καθόλου τι συνέβαινε. Δεν είχα ιδέα ποια ήμουν, πού βρισκόμουν. Δεν μπορούσα καν να πω το όνομά μου για πολύ καιρό. Δεν αναγνώρισα καν τη μητέρα μου όταν κατάφερα να τη δω μέσω βιντεοκλήσης».
«Δεν υπήρχε καμία επαφή με την πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, έμενα ξύπνια όλη μέρα και όλη νύχτα, δεμένη στο κρεβάτι, με τα μάτια ορθάνοιχτα». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υποστηρίζει ότι το νοσοκομειακό προσωπικό την κατέγραψε με ψευδή στοιχεία, επιχειρώντας να αποκρύψει την παρουσία της. «Αν και είχαν το διαβατήριό μου, με κατέγραψαν με ψεύτικη ταυτότητα, βρισκόμουν εκεί με διαφορετικό όνομα, με διάγνωση κάποιας εντερικής λοίμωξης ή κάτι τέτοιο. Με είχαν καταγράψει ως 37χρονη».
Η μητέρα της την αναζητούσε επί μακρόν, χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που εντοπίστηκε χάρη σε γνωστή οικογενειακή επαφή στο Ντουμπάι. Τελικά αναγνωρίστηκε από ένα τατουάζ στο δάχτυλό της. Η Αστυνομία υποστήριξε τότε ότι είχε τραυματιστεί σοβαρά πέφτοντας από ύψος σε εργοτάξιο περιορισμένης πρόσβασης. Η ίδια απορρίπτει πλήρως αυτή την εκδοχή και χαρακτηρίζει τη στάση των αρχών ως «φρικτή».
«Ήταν πολύ επιθετικοί, έρχονταν να με ανακρίνουν τη νύχτα. Πήραν το διαβατήριό μου, πήραν το τηλέφωνό μου και προσπάθησαν να το ξεκλειδώσουν. Μέχρι σήμερα δεν μου έχουν επιστρέψει το τηλέφωνό μου. Λένε ότι θα μου το δώσουν μόνο αν επιστρέψω στο Ντουμπάι για να το παραλάβω, κάτι που προφανώς δεν θα κάνω». Σύμφωνα με την ίδια, της απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα για τέσσερις μήνες όσο διαρκούσε η έρευνα. Αν και οι τέσσερις ύποπτοι συνελήφθησαν αρχικά, αφέθηκαν ελεύθεροι εντός μίας ημέρας. «Ενώ η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη, μας είπαν: “θα εξετάσουμε όλες τις κάμερες” και τα λοιπά, αλλά η διαδικασία καθυστερούσε συνεχώς, μέχρι που κατέληξαν να ισχυρίζονται ότι όλα τα βίντεο από τις κάμερες CCTV είχαν διαγραφεί», σημείωσε.
«Σε μια χώρα γεμάτη κάμερες, όπου τα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας θα έπρεπε να είναι διαθέσιμα μέσα σε λίγες ώρες, κατά κάποιον τρόπο στην περίπτωσή μου οι κάμερες ασφαλείας του ξενοδοχείου «δεν λειτουργούσαν» και τα βίντεο από τις εξωτερικές κάμερες είχαν διαγραφεί. Μέχρι σήμερα, τα τέσσερα άτομα που μου έκαναν αυτό είναι ακόμα ελεύθερα και δεν έχουν υποστεί καμία συνέπεια. Οι αρχές δεν διαπίστωσαν καν τι συνέβη. Απλώς έκλεισαν την υπόθεση».
«Οι γονείς τους έχουν επιχειρήσεις στο Ντουμπάι και δεσμούς με την Ρωσία»
Η ίδια εκτιμά ότι οι εμπλεκόμενοι διέθεταν ισχυρές διασυνδέσεις που συνέβαλαν στην εξέλιξη της υπόθεσης. «Οι γονείς τους έχουν επιχειρήσεις στο Ντουμπάι, έχουν δεσμούς με τη Ρωσία, και αυτές οι οικογένειες εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων σίγουρα είχαν διασυνδέσεις για να βοηθήσουν».
Αφού κατάφερε να φύγει, επέστρεψε στη Νορβηγία, όπου ζει η μητέρα της, όμως – όπως λέει – άρχισε να δέχεται απειλές κατά της ζωής της και της οικογένειάς της. «Επικοινώνησαν μαζί μου και απείλησαν να σκοτώσουν την οικογένειά μου. Μου έγραψαν: “Πες αντίο στην οικογένειά σου, θα σε βρούμε, θα έρθουμε στη Νορβηγία”». Πλέον, κάθε μέλος της οικογένειας διαθέτει panic button που ειδοποιεί άμεσα την αστυνομία.
Περισσότερο από έναν χρόνο μετά, εξακολουθεί να αναρρώνει, αντιμετωπίζοντας επιπλοκές όπως μυϊκή ατροφία και μετατραυματική αρθρίτιδα, ενώ συνεχίζει να χρησιμοποιεί πατερίτσες λόγω προβλημάτων με εμφύτευμα στο πόδι. Ταυτόχρονα, τα αυξημένα ιατρικά έξοδα περιορίζουν τη δυνατότητά της να κινηθεί νομικά.
«Όταν η κατάσταση έγινε φαινόμενο των μέσων ενημέρωσης – παρά τη θέλησή μου – οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν, και υπήρχαν τόσες απόψεις όσες και άνθρωποι Στην κοινωνία μας, αν μια γυναίκα ασχοληθεί με ένα επάγγελμα για ενήλικες όπως το OnlyFans, οι άνθρωποι το θεωρούν σκανδαλώδες και αρχίζουν να την βλέπουν ως κάτι λιγότερο από άνθρωπο. Ωστόσο, αυτοί είναι οι ίδιοι άνθρωποι που φαίνεται να θεωρούν απολύτως αποδεκτό το γεγονός ότι, σε άλλες χώρες, οι γυναίκες υφίστανται συστηματικά βία και σεξουαλική κακοποίηση. Εν τω μεταξύ, το μόνο που κάνω είναι να πουλάω φωτογραφίες και δεν βλάπτω κανέναν».
Έχοντας πλέον αποχωρήσει από το OnlyFans, προσπαθεί να συνεχίσει τις σπουδές της και να ακολουθήσει καριέρα ως επαγγελματίας μακιγιέρ, μοιραζόμενη την πορεία της μέσω Instagram, κάτι που – όπως λέει – της δίνει νέο νόημα. «Ένα χρόνο μετά, εξακολουθεί να μου φαίνεται εξωπραγματικό. Μαθαίνω να εμπιστεύομαι ξανά τους ανθρώπους. Μπορώ να περπατήσω τώρα, αν και χρησιμοποιώ ακόμα πατερίτσες. Νιώθω ξανά ζωντανή και ξαναχτίζω τον εαυτό μου».
Η ίδια δηλώνει ότι επιθυμεί την απονομή δικαιοσύνης για τους φερόμενους δράστες, ωστόσο προς το παρόν δίνει προτεραιότητα στην αποκατάστασή της και στη χρηματοδότηση της θεραπείας. «Είναι ένα πολύ σκοτεινό μέρος που μοιάζει με παράδεισο, αλλά στην πραγματικότητα τα πράγματα απέχουν πολύ από αυτό», αναφέρει για το Ντουμπάι.
«Κυκλοφορούν πολλά χρήματα εκεί και, πίσω από αυτά τα χρήματα, υπάρχουν άνθρωποι, και αυτό είναι επικίνδυνο».