Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέφυγε σήμερα να εξηγήσει επί της ουσίας γιατί οι 27 αφαίρεσαν από τη λίστα κυρώσεων τους Ρώσους ολιγάρχες Αλισέρ Ουσμάνοφ και Μιχαήλ Φρίντμαν, παραπέμποντας στις εμπιστευτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Η απόφαση ήρθε έπειτα από έντονες πιέσεις της Γαλλίας για τη διαγραφή του Ουσμάνοφ, υπέρ του οποίου είχαν κινητοποιηθεί εδώ και καιρό η Τουρκία και άλλα τουρκογενή κράτη. Διπλωματικοί κύκλοι και διεθνή μέσα συνδέουν τη γαλλική στάση με την απελευθέρωση Γάλλου κρατουμένου στο Αζερμπαϊτζάν, ενώ στις Βρυξέλλες εκφράζεται ανησυχία για το προηγούμενο που δημιουργείται.
Η πίεση είχε ιδιαίτερο βάρος επειδή η ανανέωση των κυρώσεων απαιτεί ομοφωνία των 27. Χωρίς συμφωνία, δεν διακυβευόταν μόνο η παραμονή των δύο ολιγαρχών στη λίστα, αλλά η ανανέωση περίπου 3.000 καταχωρίσεων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με ενέργειες κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Ουκρανίας. Τελικά, οι 27 συμφώνησαν να παρατείνουν τις υπόλοιπες κυρώσεις για 36 μήνες, έως τις 22 Σεπτεμβρίου 2029, αντί της συνήθους εξάμηνης ανανέωσης.
Στη μεσημβρινή ενημέρωση της Κομισιόν, η πρώτη ερώτηση ήταν ευθεία: μήπως η διαγραφή δύο τόσο προβεβλημένων Ρώσων ολιγαρχών κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση να εμφανίζεται αδύναμη;
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επέλεξε να στρέψει την απάντηση στη συνολική συμφωνία των 27. Υπογράμμισε ότι η ΕΕ «έδειξε για ακόμη μία φορά την ομοφωνία της» και ότι αυτή τη φορά η διάρκεια των κυρώσεων αυξήθηκε «όχι για έξι μήνες, όπως συνήθως, ούτε για 12, αλλά για 36 μήνες».
«Αυτό αποτελεί επίσης ένα πολύ σαφές μήνυμα πίεσης προς τη Ρωσία ότι η συμπεριφορά της πρέπει να αλλάξει, διότι η πίεσή μας είναι εδώ για να παραμείνει μακροπρόθεσμα», ανέφερε.
Όταν, ωστόσο, ακολούθησε το ερώτημα για ποιον λόγο διαγράφηκαν οι συγκεκριμένοι ολιγάρχες και εάν είχε αλλάξει η στάση τους απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν, η Κομισιόν δεν μπήκε στην ουσία.
«Οι συζητήσεις για τις κυρώσεις είναι εμπιστευτικές και βρίσκονται πλήρως στα χέρια των κρατών-μελών», απάντησε ο εκπρόσωπος. «Ως θέμα αρχής, δεν μπορούμε να σχολιάζουμε δημοσίως την ουσία αυτών των συζητήσεων».
Από τη γαλλική πίεση στην απελευθέρωση στο Αζερμπαϊτζάν
Η Γαλλία είχε ζητήσει τη διαγραφή του Ουσμάνοφ επικαλούμενη επείγοντες λόγους «εθνικής ασφάλειας». Σύμφωνα με διπλωματικούς κύκλους, η απαίτηση συνδεόταν με προσπάθεια του Παρισιού να εξασφαλίσει την απελευθέρωση Γάλλων που κρατούνταν στο Αζερμπαϊτζάν.
Σήμερα (23/9) μία ημέρα μετά την ευρωπαϊκή συμφωνία, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίεφ απένειμε χάρη στον Γάλλο επιχειρηματία Μαρτέν Ράιαν, ο οποίος είχε συλληφθεί το 2023 και καταδικαστεί σε δεκαετή κάθειρξη για κατασκοπεία, κατηγορία που η Γαλλία απέρριπτε. Διεθνή μέσα συνδέουν ευθέως την απελευθέρωσή του με τη γαλλική πίεση για τον Ουσμάνοφ.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η υπόθεση έχει προκαλέσει ανησυχία μεταξύ Ευρωπαίων διπλωματών, καθώς θεωρείται πρωτοφανές να συνδέεται τόσο άμεσα η άρση κυρώσεων που επιβλήθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή με την απελευθέρωση κρατουμένου. Διπλωμάτες προειδοποιούν ότι μπορεί να δημιουργηθεί προηγούμενο, εάν τρίτες χώρες θεωρήσουν ότι η κράτηση Ευρωπαίων πολιτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης απέναντι στην ΕΕ.
Το τουρκογενές μπλοκ πίσω από τον Ουσμάνοφ
Ο Ουσμάνοφ γεννήθηκε στο Ουζμπεκιστάν, έχει ρωσική και ουζμπεκική υπηκοότητα και εγκαταστάθηκε εκεί το 2022. Η Τασκένδη ζητούσε την άρση των κυρώσεων ήδη από εκείνη τη χρονιά, όπως είχαν αποκαλύψει τότε οι Financial Times. Αργότερα, οι ηγέτες του Οργανισμού Τουρκογενών Κρατών απηύθυναν κοινή επιστολή για την υπόθεσή του στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον Σαρλ Μισέλ. Σύμφωνα με το Radio Free Europe/Radio Liberty, τον Μάρτιο ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, το Κιργιστάν και το Ουζμπεκιστάν πίεζαν μέσω της Σλοβακίας για τη διαγραφή του. Σε επιστολή προς τον Σλοβάκο πρωθυπουργό Ρόμπερτ Φίτσο, που δημοσιοποίησε το bne IntelliNews, ο Τούρκος πρόεδρος τον παρουσίαζε ως φιλάνθρωπο που ενίσχυσε τους δεσμούς του τουρκικού κόσμου.
Όταν τον Σεπτέμβριο το Παρίσι ανέλαβε την υπόθεση, γαλλική διπλωματική πηγή μίλησε στο EUobserver για «συγκεκριμένο ζήτημα εθνικής ασφάλειας» και για διεθνείς εταίρους που είχαν προσεγγίσει τη Γαλλία. Κατά την εκτίμηση του EUobserver, οι εταίροι αυτοί είναι πιθανότατα το Αζερμπαϊτζάν, η Τουρκία και το Ουζμπεκιστάν.
Το Euronews έγραφε χθες ότι το Ουζμπεκιστάν, μαζί με άλλα τουρκογενή κράτη, πίεζε επί δύο χρόνια τους θεσμούς της ΕΕ και αρκετά κράτη-μέλη για τη διαγραφή του Ουσμάνοφ. Σύμφωνα με το ίδιο μέσο, γαλλικές και ουζμπεκικές αρχές κατέληξαν σε παρασκηνιακή συμφωνία, βάσει της οποίας το Αζερμπαϊτζάν θα απελευθέρωνε δύο Γάλλους κρατουμένους με αντάλλαγμα τη διαγραφή, και ο Αλίεφ θα τους απένειμε χάρη. Σήμερα, ο Αλίεφ απένειμε χάρη μόνο στον έναν από τους δύο αν και θεωρείται βέβαιο ότι σύντομα θα ακολουθήσει και η απελευθέρωση και του δεύτερου.
Εξαρτήσεις και διχόνοια
Η γαλλική απαίτηση είχε παράλληλα αποτέλεσμα ντόμινο. Το Λουξεμβούργο ζήτησε τη διαγραφή του Φρίντμαν, ο οποίος έχει προσφύγει κατά της χώρας για το πάγωμα περιουσιακών του στοιχείων, διεκδικώντας περίπου 16 δισ. δολάρια. Με δεδομένη την απαίτηση ομοφωνίας, οι εθνικές αυτές πιέσεις εντάχθηκαν αναπόφευκτα στη διαπραγμάτευση για τη συνολική ανανέωση του καθεστώτος κυρώσεων.
Η Κομισιόν ρωτήθηκε και εάν εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους Ουσμάνοφ και Φρίντμαν είχαν αρχικά ενταχθεί στη λίστα. Και πάλι απέφυγε συγκεκριμένη απάντηση, υπενθυμίζοντας ότι οι κυρώσεις «συζητούνται και υιοθετούνται από τα 27 κράτη-μέλη με ομοφωνία» και ότι κάθε καταχώριση συνοδεύεται από νομική αιτιολόγηση.
Την ίδια ώρα η αντίδραση του Κιέβου ήταν ιδιαίτερα σκληρή. «Η απόφαση να διαγράψουν από τον κατάλογο τον Ουσμάνοφ και τον Φρίντμαν είναι επαίσχυντη και αδικαιολόγητη», έγραψε στο Χ ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σιμπίχα. «Η Μόσχα πανηγυρίζει επειδή πήρε αυτό που ήθελε: μια αίσθηση ατιμωρησίας, την ταπείνωση της ΕΕ και τη διχόνοια μεταξύ των Ευρωπαίων».