Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα μορφή ανισότητας, η οποία δεν χωρίζει πλέον μόνο κράτη και οικονομίες, αλλά κυρίως τις ίδιες τις γενιές των πολιτών της, όπως επισημαίνει ο Economist.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η μεταπολεμική γενιά των boomers (δηλαδή οι γεννημένοι μεταξύ 1946 και 1964) επωφελήθηκε από δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης, ισχυρού κοινωνικού κράτους και δημοσιονομικής σταθερότητας. Ωστόσο, το οικονομικό μοντέλο πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν τα συνταξιοδοτικά και κοινωνικά συστήματα της Ευρώπης βασίστηκε στην παραδοχή ότι οι επόμενες γενιές θα ήταν μεγαλύτερες αριθμητικά και θα χρηματοδοτούσαν το κόστος των παροχών.
Η σημερινή δημογραφική πραγματικότητα, με τη μείωση των γεννήσεων και τη γήρανση του πληθυσμού, ανατρέπει αυτή την ισορροπία, μεταφέροντας ολοένα μεγαλύτερα βάρη στους νεότερους εργαζόμενους και περιορίζοντας τις προοπτικές τους.
Οι νέοι Ευρωπαίοι δυσκολεύονται να αγοράσουν σπίτι, πληρώνουν υψηλούς φόρους για να χρηματοδοτούν συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες, ενώ βλέπουν τις προοπτικές τους να συρρικνώνονται.
Την ίδια ώρα, οι λεγόμενοι baby boomers απολαμβάνουν τα οφέλη ενός μοντέλου που οι ίδιοι οικοδόμησαν.
Τα σπίτια που έγιναν περιουσίες
Το πιο ορατό σύμβολο αυτής της διαγενεακής ανισότητας είναι η αγορά κατοικίας, επισημαίνει ο Economist. Οι boomers αγόρασαν σπίτια όταν οι τιμές ήταν χαμηλές και στη συνέχεια είδαν τις αξίες τους να εκτοξεύονται.
Παρότι δανείστηκαν με υψηλά επιτόκια, αποπλήρωσαν τα δάνειά τους και επωφελήθηκαν από δεκαετίες ανόδου των τιμών.
Σήμερα η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, αποκλείοντας μεγάλο μέρος των νέων από την ιδιοκατοίκηση.
Η παραμονή στο πατρικό σπίτι μέχρι τα 30 ή και αργότερα γίνεται όλο και συχνότερο φαινόμενο. Για πολλούς νέους, η κληρονομιά μοιάζει πλέον πιο ρεαλιστική διαδρομή προς την οικονομική ασφάλεια από την αγορά κατοικίας με δικά τους μέσα.
Το βάρος του ευρωπαϊκού συνταξιοδοτικού μοντέλου
Σύμφωνα με τον Economist, το πρόβλημα της γενεακής ανισότητας στην Ευρώπη δεν περιορίζεται μόνο στην αγορά ακινήτων ή στο αυξημένο κόστος ζωής, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του κοινωνικού κράτους.
Σε αντίθεση με χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία ή η Νότια Κορέα, όπου σημαντικό μέρος των συντάξεων προέρχεται από ιδιωτικά συνταξιοδοτικά κεφάλαια που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, στην Ευρώπη κυριαρχεί το διανεμητικό μοντέλο. Αυτό σημαίνει ότι οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν άμεσα τις συντάξεις των ήδη συνταξιούχων πολιτών μέσω των εισφορών και της φορολογίας τους.
Την ίδια στιγμή, οι νεότερες γενιές καλούνται παράλληλα να αποταμιεύσουν και για τη δική τους μελλοντική σύνταξη, σε ένα περιβάλλον αυξημένης οικονομικής πίεσης και αβεβαιότητας.
Όπως επισημαίνει το βρετανικό περιοδικό, σημαντικοί οικονομικοί πόροι που σε άλλες οικονομίες επενδύονται στην καινοτομία, την επιχειρηματικότητα και την τεχνολογία, στην Ευρώπη διοχετεύονται κυρίως στην κάλυψη συνταξιοδοτικών δαπανών, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα δημιουργίας ισχυρών τεχνολογικών επιχειρήσεων αντίστοιχων με εκείνες των ΗΠΑ.
Όλο και μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων που αντιστοιχούν σε κάθε συνταξιούχο
Η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί αυξανόμενη πίεση στα ευρωπαϊκά ασφαλιστικά συστήματα, καθώς μειώνεται σταθερά ο αριθμός των εργαζομένων που αντιστοιχούν σε κάθε συνταξιούχο.
Σύμφωνα με τον Economist, τη δεκαετία του 1960 περισσότεροι από πέντε εργαζόμενοι στήριζαν έναν συνταξιούχο στη Δυτική Ευρώπη, ενώ σήμερα η αναλογία έχει πέσει περίπου στους 2,5 προς έναν. Η υπογεννητικότητα και η δημογραφική συρρίκνωση μεταφέρουν όλο και μεγαλύτερο οικονομικό βάρος στις νεότερες γενιές.
Την ίδια στιγμή, η μετανάστευση προβάλλει ως πιθανή λύση, ωστόσο έχει ενισχύσει πολιτικές εντάσεις και την άνοδο λαϊκιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων.
Η κυριαρχία των μεγαλύτερων ηλικιών στις κάλπες και την κοινωνία
Η δημογραφική γήρανση επηρεάζει πλέον και τις πολιτικές αποφάσεις στην Ευρώπη, καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πολίτες συμμετέχουν πιο ενεργά στις εκλογές και αποτελούν αυξανόμενο τμήμα του εκλογικού σώματος.
Αυτό οδηγεί πολλές κυβερνήσεις στο να δίνουν προτεραιότητα στις συντάξεις και στις κοινωνικές παροχές, ενώ περιορίζονται επενδύσεις σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.
Η πανδημία φαίνεται ότι ανέδειξε επίσης έντονα τη διαγενεακή ανισορροπία, καθώς οι νεότεροι επωμίστηκαν περιορισμούς και οικονομικές απώλειες κυρίως για την προστασία των μεγαλύτερων ηλικιών, χωρίς η ισορροπία να έχει αποκατασταθεί πλήρως, σύμφωνα με τον Economist.
(Με πληροφορίες από Economist)