Τις εμπειρίες του από την πυρηνική τραγωδία του Τσέρνομπιλ παρουσιάζει στο Reuters ένας από τους τελευταίους εν ζωή «εκκαθαριστές» που είχαν κινητοποιηθεί τότε, 40 χρόνια πριν για τη διαχείριση και αντιμετώπιση του δυστυχήματος.
Εκατοντάδες χιλιάδες «λικβιντατόρ» («liquidators» – ліквідатор στα ουκρανικά, ликвида́тор στα ρωσικά), διαφόρων ειδικοτήτων είχαν κινητοποιηθεί τότε, μετά την έκρηξη στον Αντιδραστήρα 4 στις 26 Απριλίου 1986, που έστειλε νέφη ραδιενεργού υλικού πάνω από μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Αμέσως μετά το δυστύχημα έχασαν τη ζωή τους 31 εργαζόμενοι στον σταθμό και πυροσβέστες, έχοντας εκτεθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας. Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου πέθαναν χιλιάδες από ασθένειες που σχετίζονταν με ραδιενέργεια, όπως ο καρκίνος, αν και ο συνολικός αριθμός παραμένει άγνωστος.
Ο Πέτρο Χουρίν δούλευε για μια επιχείρηση που παρείχε εκσκαφείς και άλλα οικοδομικά μηχανήματα/ οχήματα. Απεστάλη στην περιοχή τον Ιούνιο του 1986. Από τους 40 που είχε στείλει η επιχείρηση, σήμερα είναι ζωντανοί μόνο πέντε όπως λέει ο ίδιος. «Ούτε ένας από αυτούς του Τσέρνομπιλ δεν έχει καλή υγεία» λέει ο 76χρονος. «Είναι θάνατος από χίλια μικρά κοψίματα».
Οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να αποκρύψουν την έκταση της καταστροφής, αρνούμενες να ακυρώσουν την παρέλαση της Πρωτομαγιά στο Κίεβο, περίπου 100 χλμ νοτιότερα. Η σημερινή ουκρανική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει τους κακούς σοβιετικούς χειρισμούς και τις προσπάθειες συγκάλυψης.
Ο Χουρίν λέει ότι κάποιοι συνάδελφοί του παρουσίασαν ιατρικά πιστοποιητικά για να μην πάνε στην περιοχή, μα ο ίδιος ήθελε να βοηθήσει. «Συνειδητοποίησα πως, όσο μικρή και αν ήταν η συμβολή μου, θα έκανα αυτό που μου αναλογούσε για να βοηθήσω να δαμαστεί αυτό το ατομικό κτήνος» σημειώνει.
Ο Χουρίν εργαζόταν 12ωρες βάρδιες, και χειριζόταν έναν εκσκαφέα που φόρτωνε τσιμέντο το οποίο ήταν αναμεμειγμένο με μόλυβδο σε φορτηγά που το πήγαιναν στον αντιδραστήρα για την κατασκευή της σαρκοφάγου. «Η σκόνη ήταν φοβερή…δούλευες μισή ώρα με αναπνευστήρα και κατέληγες να μοιάζεις με κρεμμύδι».
Μετά από τέσσερις ημέρες άρχισε να έχει πονοκεφάλους, πόνους στο στήθος, αιμορραγίες και μια μεταλλική γεύση στο στόμα. Τον είδαν γιατροί μα μετά από άλλη μία βάρδια δυσκολευόταν ακόμα και να περπατήσει. Ο ίδιος φοβήθηκε πως του έμεναν λίγες μόνο ημέρες ζωής.
«Με πήγαν στο νοσοκομείο και οι γιατροί έκαναν εξέταση αίματος. Τρύπησαν όλα μου τα δάχτυλα και έβγαινε ένα ωχρό υγρό, όχι αίμα» θυμάται. Οι Σοβιετικοί γιατροί δεν έκαναν διαγνώσεις για δηλητηρίαση από ραδιενέργεια, καθώς, όπως λέει, δεν επιτρεπόταν κάτι τέτοιο. Αντ’αυτού του είπαν ότι είχε «φυτοαγγειακή δυστονία», μια διαταραχή που συνδεόταν με το στρες.
Αν και πριν την καταστροφή δεν έπαιρνε αναρρωτικές, μετά πέρασε περίπου επτά μήνες πηγαίνοντας από το ένα νοσοκομείο στο άλλο για θεραπείες, μεταξύ των οποίων και μια μετάγγιση αίματος. Όπως λέει, του διαγνώστηκαν αναιμία, στηθάγχη, παγκρεατίτιδα και άλλες παθήσεις. Συγκριτικά, πάντως, με πολλούς άλλους, έζησε πολλά χρόνια: Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, το μέσο προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες στην Ουκρανία ήταν τα 66 έτη το 2021, έχοντας μειωθεί κατά την πανδημία Covid-19.
Συνταξιούχος πλέον, ο Χουρίν ζει με τη σύζυγό του, Όλχα, στο Τσερκάσι της Ουκρανίας. Ο ίδιος προσπαθεί να πάρει μια ειδική αναπηρική σύνταξη για τους εκκαθαριστές της πυρηνικής τραγωδίας, ενώ επίσης αντιμετωπίζει και τις συνέπειες της ρωσικής εισβολής του 2022: Μαζί με τη σύζυγό του επισκέπτονται τακτικά ένα μνημείο στο κοντινό Χολόντνι Γιαρ το οποίο είναι αφιερωμένο στον εγγονό τους, Αντρίι Βορομπκάλο, στρατιώτη που σκοτώθηκε πριν τρία χρόνια στον πόλεμο σε ηλικία 26 ετών.
Όταν η κόρη τους έφυγε για να εργαστεί στην Ευρώπη, ο Χουρίν και η σύζυγός του μεγάλωσαν τον Αντρίι, από ηλικία τεσσάρων ετών. Ο Αντρίι παραιτήθηκε από τη δουλειά του στην Ελλάδα όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, άφησε πίσω του τα πάντα και επέστρεψε για να πολεμήσει. «Τον σκεφτόμαστε συνέχεια λέει ο Χουρίν στο Reuters.