Καθώς ειδικοί εκτιμούν ότι το φετινό επεισόδιο του Ελ Νίνιο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα από τα ισχυρότερα που έχουν καταγραφεί από την έναρξη της σύγχρονης παρακολούθησης του φαινομένου, ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής ερευνητές του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας Scripps διερευνά μια αμφιλεγόμενη προσέγγιση γεωμηχανικής. Πρόκειται για την τεχνική της τεχνητής αύξησης της ανακλαστικότητας των θαλάσσιων νεφών (marine cloud brightening), η οποία θεωρητικά θα μπορούσε να μειώσει την απορρόφηση θερμότητας από την ατμόσφαιρα και να περιορίσει την ένταση ενός έντονου Ελ Νίνιο, ευνοώντας συνθήκες που προσομοιάζουν στη Λα Νίνια.
Πώς λειτουργεί η μέθοδος
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Science Advances», περιγράφει μια διαδικασία κατά την οποία απελευθερώνονται πολύ μικρά σωματίδια, όπως κόκκοι αλατιού, πάνω από τον τροπικό Ειρηνικό Ωκεανό. Τα σωματίδια αυτά ενισχύουν την ανακλαστικότητα των νεφών, με αποτέλεσμα να επιστρέφεται μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας στο Διάστημα αντί να απορροφάται από τον πλανήτη.
Η μείωση της ηλιακής ενέργειας που φτάνει στην επιφάνεια του ωκεανού περιορίζει τη θέρμανση των νερών, η οποία αποτελεί βασικό παράγοντα ενίσχυσης του Ελ Νίνιο, ενώ ταυτόχρονα ευνοεί την ανάπτυξη ψυχρότερων συνθηκών που συνδέονται με το φαινόμενο Λα Νίνια.
Σύμφωνα με τα κλιματικά μοντέλα των ερευνητών, εάν η συγκεκριμένη τεχνική είχε εφαρμοστεί πριν από τα έντονα επεισόδια Ελ Νίνιο του 1997 και του 2015, η έντασή τους θα μπορούσε να είχε μειωθεί αισθητά. Παράλληλα, οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι η ψυκτική επίδραση της Λα Νίνια θα ήταν δυνατό να ενισχυθεί κατά περισσότερο από 40%, εφόσον η παρέμβαση ξεκινούσε εγκαίρως.
Συμπληρωματικό εργαλείο και όχι λύση
Η συν-συγγραφέας της μελέτης, κλιματολόγος Κάταριν Ρικ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, τονίζει ότι η πρόταση δεν αποτελεί εναλλακτική της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
«Χρειαζόμαστε πολύ περισσότερη έρευνα. Όμως, αν υπάρχει ένας τρόπος να χρησιμοποιηθεί αυτή η τεχνική συμπληρωματικά με τα υπάρχοντα εργαλεία για τον περιορισμό των επιπτώσεων του Ελ Νίνιο, γιατί να μη διερευνηθεί;», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής εξακολουθεί να βασίζεται στη σημαντική μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Ωστόσο, η συνεχής άνοδος της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας έχει οδηγήσει σε αυξημένο ενδιαφέρον για πιθανές λύσεις γεωμηχανικής.
Το παράδειγμα από τις πυρκαγιές στην Αυστραλία
Η ιδέα για τη συγκεκριμένη προσέγγιση προέκυψε εν μέρει από τις εκτεταμένες πυρκαγιές που έπληξαν την Αυστραλία την περίοδο 2019-2020. Οι τεράστιες ποσότητες καπνού που απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα αύξησαν φυσικά την ανακλαστικότητα των νεφών πάνω από τον νοτιοανατολικό Ειρηνικό Ωκεανό.
Προγενέστερες μελέτες είχαν συνδέσει το φαινόμενο αυτό με την εμφάνιση ψυχρότερων κλιματικών συνθηκών, αντίστοιχων με εκείνες της Λα Νίνια, γεγονός που ώθησε τους επιστήμονες να εξετάσουν κατά πόσο ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί τεχνητά πριν από την εκδήλωση ενός ιδιαίτερα ισχυρού Ελ Νίνιο.
Μεγάλες δυνατότητες, αλλά και σημαντικές αβεβαιότητες
Παρότι τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων εμφανίζονται ενθαρρυντικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας παρέμβασης στον πραγματικό κόσμο παραμένει ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της γεωμηχανικής δεν είναι ακόμη γνωστές, ενώ άλλες επιστημονικές εργασίες έχουν προειδοποιήσει ότι παρόμοιες παρεμβάσεις ενδέχεται να επηρεάσουν τους μουσώνες, τα πρότυπα βροχοπτώσεων και τη λειτουργία των παγκόσμιων καιρικών συστημάτων, δημιουργώντας νέους κινδύνους.
Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς της μελέτης διευκρινίζουν ότι δεν εισηγούνται τη γενικευμένη εφαρμογή της γεωμηχανικής. Εκτιμούν, ωστόσο, ότι σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως η εκδήλωση ενός σούπερ Ελ Νίνιο, μια περιορισμένη και στοχευμένη παρέμβαση θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό των πιο ακραίων συνεπειών χωρίς να επιφέρει μόνιμες αλλαγές στο παγκόσμιο κλίμα.
Η επικεφαλής της έρευνας, Τζέσικα Γουάν από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, σημειώνει ότι μια τέτοια προσέγγιση θα είχε ένα σημαντικό πλεονέκτημα: «δεν θα απαιτούσε συνεχή εφαρμογή για δεκαετίες, όπως συμβαίνει με άλλα σενάρια γεωμηχανικής, αλλά θα μπορούσε να χρησιμοποιείται μόνο για την εξομάλυνση ακραίων φυσικών κλιματικών φαινομένων όπως το Ελ Νίνιο».